Βόρεια Εύβοια, 2024. Σ’ αυτόν τον χωροχρόνο, αν υπάρξεις έστω και για λίγο, νιώθεις πώς είναι μέσα από τις στάχτες της καταστροφής να γεννιέται κάτι νέο στο χρώμα της ελπίδας για ζωή, πώς είναι το γκρι να γίνεται πράσινο.

Η τεράστια οικολογική καταστροφή που συνέβη με τις πυρκαγιές στη Βόρεια Εύβοια το 2021, έγινε η αφορμή για να γεννηθεί το πιο πράσινο φεστιβάλ με στόχο να μετατρέψει μια περιοχή με βαθιές πληγές σε παγκόσμιο κέντρο για το πιο «πράσινο σινεμά».

Η τρίτη έκδοση του Evia Film Project ξεδιπλώθηκε γύρω από τη θεματική του νερού: τη θάλασσα, τη βροχή, όλους τους υδάτινους πόρους και την αλληλένδετη φύση τους με τον άνθρωπο. Η Αγία Άννα, η Αιδηψός και η Λίμνη γέμισαν με προβολές, masterclasses, δράσεις για επαγγελματίες, εργαστήρια για παιδιά και φοιτητές, και μουσικές εκδηλώσεις και εμείς «βουτήξαμε» για να νιώσουμε τον παλμό τους να χτυπά σε φεστιβαλικούς ρυθμούς.

 

 

Διαδρομή στις στάχτες και «βουτιά» στην ταράτσα της Λίμνης 

Η 3η μέρα του φεστιβάλ δεν θα μπορούσε να είναι πιο πολύ βουτηγμένη στη φετινή θεματική. Η βροχή ενώνεται με τη θάλασσα με φόντο τον μαύρο ουρανό που όσο πλησίαζε η ώρα της βραδινής προβολής δίνει τελικά τη θέση του στο ηλιοβασίλεμα.

Δεν μπορείς να αντιληφθείς το μέγεθος της καταστροφής, αν δεν δεις με τα μάτια σου τις ατελείωτες καμένες εκτάσεις, τα σταχτί πεύκα δίπλα στο λιγοστό πράσινο της χαμηλής βλάστηση του βουνού, ένα τοπίο σαν να έχει αποχρωματιστεί.

Μετά από μια ώρα περίπου διαδρομής φτάνεις στη Λίμνη την ώρα της δύσης σ’ ένα ειδυλλιακό παραθαλάσσιο σκηνικό, περιπλανιέσαι στα γραφικά σοκάκια που αναδύεται ακόμα η μυρωδιά της βροχής. Ανεβαίνεις στην ταράτσα του Ελύμνιον για την πρώτη προβολή που σε πετάει απευθείας στα βαθιά. Η σειρά ντοκιμαντέρ “Underwonder” του Κώστα Καρύδα μάς βάζει στον μυστικό κόσμο των υποβρύχιων σπηλαίων της Ελλάδας.

 

 

Η ομάδα των σπηλαιοδυτών με επικεφαλής τον σπηλαιοδύτη Γιώργο Βανδώρο ασχολείται με καταδύσεις στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Όπως αναφέρει ο Κώστας Καρύδας: «Όταν γνωριστήκαμε μου είπαν ότι θέλουν να επικοινωνήσουν αυτά που βλέπουν για να μπορεί και ο κόσμος να καταλάβει τι υπάρχει κάτω από τα πόδια μας. Φτιάξαμε τη δομή, διαλέξαμε τα σπήλαια γιατί υπάρχουν χιλιάδες σπήλαια στην Ελλάδα και κάναμε αυτό το ταξίδι το οποίο ξεκινάει στο πρώτη επεισόδιο με τη Λίμνη Βουλιαγμένης.»

Στο τέταρτο και τελευταίο επεισόδιο γνωρίζουμε το Σπήλαιο των Ελεφάντων στην Κρήτη και ακολουθούμε την πορεία τους προς την καταγραφή των οστών ενός μοναδικού είδους ελέφαντα στον κόσμο. Η αποστολή ολοκληρώνεται με επιτυχία και η ομάδα επιστρέφει στη Λίμνη Βουλιαγμένης, όπου τους περιμένει μια νέα, απρόσμενη ανακάλυψη.

 

 

Εικόνες εντυπωσιακές από τον βυθό και τα μυστικά του που ακόμα και μέσα από την κάμερα προκαλούν δέος και σε κάνουν να σκέφτεσαι αυτόματα πώς θα ήταν να αντίκριζες αυτά τα θαλάσσια βασίλεια από κοντά. Από αυτόν τον μαγευτικό κόσμο που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, δεν λείπουν οι προκλήσεις, οι κίνδυνοι και οι δυσκολίες, μπαίνουν και αυτές στο κάδρο και κάπως έτσι γινόμαστε και εμείς κομμάτι της αποστολής, στοιχείο καθοριστικό για την επιτυχία της σειράς, όπως επισημαίνει και ο σκηνοθέτης: «Επειδή έχεις αυτούς του κόσμους που δεν μπορούν να δουν πολλοί και θέλουν ίσως να δουν, κάναμε μεγάλη προσπάθεια να σας βάλουμε στα μάτια τους, να γίνετε μέρος της προσπάθειας, μέρος της κατάδυσης και να το ζείτε όπως το ζουν».

Και συνεχίζει: «Αυτό που δεν είδατε είναι ότι στα round table που οργανώνουν την αποστολή, αυτό παίρνει 6 -7 ώρες και περνάνε την αποστολή step by step με πολλές διαφωνίες μέχρι να καταλήξουν. Επειδή είναι θέμα ζωής και θανάτου εκεί κάτω, κάποια πράγματα πρέπει να οργανωθούν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια».

 

 

Και από την πραγματικότητα στα βάθη του υδάτινου κόσμου σειρά έχει μια ιστορία που ενώνει δύο μύθους με την πραγματικότητα. Η μικρού μήκους ταινία της Ισαβέλλας Μαργάρα “Nothing Holier than a Dolphin” ξετυλίγεται γύρω από δυο ψαράδες που βρίσκουν ένα δελφίνι στα δίχτυα τους και το δελφίνι, με τη σειρά του, βρίσκει έναν ψαρά που πνίγεται στη θάλασσα και προσπαθεί να τον σώσει.

Η ταινία βραβεύτηκε με Βραβείο Κοινού στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Κλερμόν-Φεράν 2023 και μιλώντας για την αφορμή που έκανε το ταξίδι για τη δημιουργίας αυτής της ταινίας να ξεκινήσει, η σκηνοθέτιδα περιγράφει: «Η ταινία ξεκίνησε με αφορμή ένα κάλεσμα περιβαλλοντικών οργανώσεων από την Ευρώπη. Οι οργανώσεις αυτές θέλανε να χρηματοδοτήσουν ένα σενάριο που να έχει θέμα την υπεραλίευση και το bycatch, που είναι ουσιαστικά οι παράπλευρες απώλειες που υπάρχουν στην αλιεία, όταν οι ψαράδες ψαρεύουν, ενώ παράλληλα πιάνονται στα δίχτυα τους θαλάσσιες χελώνες ή δελφίνια στα οποία δεν στοχεύουν. Αυτό ανακάλυψα ότι είναι όντως ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα στη θάλασσα, είδη καταλήγουν να απειλούνται από αυτό. Αυτό που με συγκίνησε ωστόσο και αποφάσισα να γράψω ένα σενάριο με αυτό το περίεργο θέμα ήταν ότι διάβασα ότι πολλά από αυτά τα ζώα, παρότι σε κάποια αλιευτικά τα επιστρέφουν στη θάλασσα, δεν επιβιώνουν λόγω του σοκ της αιχμαλωσίας που βιώνουν, αυτό το στοιχείο δηλαδή του πόνου και του σοκ της αιχμαλωσίας. Ήταν αυτό που με έκανε να θέλω να γράψω κάτι γι’ αυτό και μάλιστα να προσπαθήσω να βάλω έναν άνθρωπο στη θέση του δελφινιού, ώστε σωματικά, με έναν τρόπο οι άνθρωποι να αντιληφθούμε αυτού του είδους τον πόνο, το σοκ.» 

Στην προσπάθειά της να θίξει τις παράπλευρες απώλειες με έναν πιο μεταφορικό και συμβολικό τρόπο η Ισαβέλλα Μαργάρα βασίστηκε σε δύο μύθους για το σενάριο. Ο πρώτος από το νησί της Σάμου, όπου υπάρχουν περιοχές που θεωρείται ότι όλος ο πληθυσμός τους προήλθε από ένα αγόρι που κατέφτασε πάνω στις ακτές καβαλώντας ένα δελφίνι, ένα στοιχείο αρκετά διαδεδομένο στην ελληνική λαϊκή παράδοση. Ο δεύτερος μύθος μάς μεταφέρει στον αρκτικό κύκλο, όπου μια πολική αρκούδα διασώζει έναν ψαρά που πνίγεται στη θάλασσα. 

 

 

Η σκηνοθέτιδα ωστόσο επιλέγει την προφορική αφήγηση της ιστορίας καθώς το budget δεν θα της επέτρεπε τη ρεαλιστική αναπαράσταση με αποτέλεσμα να οδηγείται σε έναν πιο συμβολικό δρόμο:  «Δεν υπήρχε πραγματικά αυτή η δυνατότητα, οπότε έπρεπε να βρω έναν άλλο τρόπο να υπάρξει ένα δελφίνι στην οθόνη ξανά. Παρόλα αυτά, αυτό το στοιχείο της προφορικότητας με ενδιέφερε και για έναν άλλο λόγο, γιατί όντως με τον χαρακτήρα που πήρε η ταινία νομίζω ότι ανοίγει τέλος πάντων κι ένας άλλος δρόμος, έτσι προσπάθησα τουλάχιστον να ανοίξω ένα άλλο επίπεδο στην ταινία για το κατά πόσο η αφήγηση και η μυθολογία αποτελεί μια θεμέλια πέτρα στην κοινωνία μας, ακόμα και όταν το ξεχνάμε αυτό, ακόμα και όταν δεν είναι προφανές. Οπότε προσπάθησα αυτόν τον κόσμο του μύθου να τον μπλέξω κάπως με τον κόσμο της πραγματικότητας. Αντίστοιχα, όπως εγώ έχω προσπαθήσει να μπλέξω τον κόσμο του θεάτρου με τον κόσμο του σινεμά στην ταινία».

 

 

Τσίπουρο και μεζές στη Λαγουδέρα και «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» στην Αιδηψό

Το μεσημέρι της 4η μέρας του φεστιβάλ μάς βρίσκει σε ένα ταβερνάκι στον Αγιόκαμπο της Εύβοιας, στη Λαγουδέρα του Θανάση Σχινά και της Αγγελικής Μαρινάκη.

«Περάστε για ένα μεζεδάκι» μάς λένε οι δημοσιογράφοι γεύσης Ελένη Ψυχούλη και Ιωάννα Σταμούλου για να περιηγηθούμε στον κόσμο της γαστρονομίας και της βιωσιμότητας.

 

 

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης μάς εισάγει στο θέμα αυτής της συνάντησης: «Δεν είναι μόνο ο έρωτας που περνάει από το στομάχι αλλά και η οικολογία γι’ αυτό ανάμεσα σε όλες τις εκδηλώσεις τις κινηματογραφικές θέλαμε να έχουμε και μια εκδήλωση που είναι βασισμένη στο φαγητό αλλά το θέμα είναι ποιο φαγητό. Αυτό που προσπαθούμε τώρα να κάνουμε είναι να μάθουμε πώς θα ξαναβρούμε την επαφή μας, την ισορροπία μας με τη φύση. Αυτό είναι το πιο σημαντικό σε όλα τα επίπεδα, στο πώς κάνουμε ταινίες, το πώς κάνουμε εκδηλώσεις, το πώς κυκλοφορούμε, το πώς τρώμε, γι’ αυτό η Ελένη Ψυχούλη και η Ιωάννα Σταμούλου έχουν φροντίσει να κάνουν κάτι που βασίζεται στον μεζέ, την πρώτη ανακυκλώσιμη μορφή φαγητού, να δούμε το πώς τρώγανε οι παππούδες μας, το πώς καλλιεργούσαν τα λαχανικά, τα φρούτα και να αποκτήσουμε ξανά αυτή την ισορροπία που έχει χαθεί».

Η Ελένη Ψυχούλη δίνει το σύνθημα να αρχίσουν να έρχονται οι μεζέδες, ενώ παράλληλα μας μιλά για τη σύνδεση της Εύβοιας με τον δικό της τόπο: «Όταν μου ζήτησε το φεστιβάλ ήταν μεγάλη τιμή, συγκινήθηκα διότι έρχομαι από απέναντι ακριβώς όπου εμείς πεθάναμε από πλημμύρες και εδώ πέθαναν από τις φωτιές. Είμαστε δύο γείτονες πονεμένοι, αλλά δυο γείτονες που μας ενώνει ένα τεράστιο και καταπληκτικό τρίγωνο, το τρίγωνο του τσίπουρου στην Ελλάδα. Η Θεσσαλία παράγει το τσίπουρο. Η Ιστιαία έστελνε από εδώ τον καλύτερο γλυκάνισο για να γίνει το τσίπουρο της Θεσσαλίας. Την έννοια του θαλασσινού μεζέ στην Ελλάδα την έφεραν οι πρόσφυγες. Οπότε η Εύβοια βάζει το μεζέ, η Θεσσαλία βάζει το τσίπουρο. Αυτό δημιουργεί γέφυρες ανταλλαγής προαιώνιες. Οπότε είπαμε ότι, αφού το θέμα του φεστιβάλ είναι το νερό, που είναι το ζην να το αφιερώσουμε στο τσίπουρο που είναι το εθνικό μας ποτό, το ευ ζην. Τι να το κάνεις το ζην χωρίς το ευ ζην;».

 

 

Και η αναδρομή στην ιστορία του τσίπουρου ξεκινά. Μας μιλάει για τους καλόγερους στον Άθω που το εφηύραν και στη συνέχεια αποκάλυψαν τα μυστικά του στους καλόγερους των Μετεώρων, για τους εργάτες που πριν πάνε στο σπίτι τους μετά τη δουλειά, πήγαιναν για ένα τσίπουρο για να πουν τα βάσανά τους αλλά και για τα πρώτα στέκια που άρχισαν να δημιουργούνται για τους πρόσφυγες που τότε λέγονταν ουζερί. Ο τσιπουράς έχει σημαντικό ρόλο, δεν είναι μαγαζάτορας, είναι «μορφή», είναι «τελετάρχης». Έχει την εξουσία στα χέρια του, αυτός θα αποφασίσει τι θα μπει στο τραπέζι ανάλογα με την ψαριά της ημέρας, κομμάτι της ιεροτελεστίας του τσιπουράδικου. Μπαίνεις, κάθεσαι παράλληλα με το τραπέζι, καθώς ο στόχος δεν είναι να πέσεις με τα μούτρα στο πιάτο για να χορτάσεις αλλά η απόλαυση να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Δεν ζητάς ποτέ το μενού και δεν ρωτάς τι φρέσκο έχουν σήμερα. Από τη στιγμή που θα μπεις στο μαγαζί η μόνη ερώτηση στην οποία καλείσαι να απαντήσεις είναι στο «με ή χωρίς γλυκάνισο» και τα αφήνεις όλα στα χέρια του τσιπουρά. Όσο παραγγέλνεις τσίπουρο τόσο πιο πλούσιος γίνεται ο μεζές, το κάθε πιάτο που φτάνει στο τραπέζι διαφορετικό από το προηγούμενο. Ο μεζές είναι ό,τι παράγει η φύση, το βουνό, η θάλασσα, η κάθε εποχή, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον τόπο. Στους χρυσούς κανόνες «το δεν πετάμε τίποτα».

 

 

Καθώς η Ελένη Ψυχούλη μάς βάζει στα άδυτα του κόσμου του τσίπουρου και του μεζέ, στην ιστορία και την ιεροτελεστία τους, οι μεζέδες καταφθάνουν ο ένας μετά τον άλλον γεμίζοντας το τραπέζι με χρώματα, υφές και μυρωδιές που ικανοποιούν τον ουρανίσκο. Πιάτα με φρέσκα λαχανικά και φρούτα από το μποστάνι, ψάρια και θαλασσινά από τη σημερινή ψαριά, δίνουν το ένα στη θέση του στο άλλο. Από το αρωματικό «σύκο του Ταξιάρχη», το νοστιμότερο σύκο στην Ελλάδα, όπως μας το συστήνει, μέχρι την μακαρονάδα με τα θαλασσινά αλλά και το δροσερό υποβρύχιο με τα φρούτα. Σταθερά στο τραπέζι το καραφάκι με το τσίπουρο να δίνει τη δροσιά και τη σπιρτάδα του. Το μεσημέρι στη Λαγουδέρα κλείνει με την αίσθηση του κορεσμού να έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και μια μικρή υπενθύμιση για το μεγαλείο της απλότητας.

 

 

Το βράδυ μας βρίσκει στην Αιδηψό, έναν οικισμό ξεχασμένο σίγουρα σε άλλη εποχή. Ακολουθείς τον παραλιακό δρόμο και κάνεις μια στάση στο Κύμα, το σήμα κατατεθέν της. Το ξύλινο info spot του Evia Film Project είναι χτισμένο από το 1933 πάνω σε μια εξέδρα στη θάλασσα. Φτάνεις στο Σινέ Απόλλων που έχει ανάψει τα φώτα του για την ταινία μικρού μήκους του Φωκίωνα Ξένου. Το “Heatwave” βρέθηκε στη shortlist για τα βρετανικά κινηματογραφικά βραβεία BAFTA και κέρδισε, μεταξύ άλλων, το βραβείο Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους Κινουμένων Σχεδίων. Συνολικά κατέκτησε πάνω από 40 βραβεία, ενώ έκανε την πρεμιέρα του στο Annecy, το μεγαλύτερο Φεστιβάλ animation στον κόσμο και ταξίδεψε σε πολλά μέρη του κόσμου.

 

 

Εν μέσω καύσωνα και παραφροσύνης, δύο παιδιά βρίσκουν τρόπο να δροσίσουν όσους βρίσκονται γύρω τους. Το “Heatwave” είναι η πτυχιακή του σκηνοθέτη στην οποία χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό παραδοσιακών τεχνικών animation και ψηφιακών ειδικών εφέ και είναι εμπνευσμένη από το ελληνικό καλοκαίρι και τα παιδικά του χρόνια μεγαλώνοντας στην Ελλάδα. 

«Το καλοκαίρι έχει μια ρυθμική και επαναλαμβανόμενη φύση, γι’ αυτό η ταινία έχει λούπες και επαναλήψεις. Τα backgrounds της ταινίας ήταν προκατασκευασμένα, ενώ είναι συνολικά ένα κατασκεύασμα ανάμεσα στο 2D και το 3D. Δύο βοηθοί μου έφτιαξαν μέσα σε δύο εβδομάδες περίπου 800 πήλινα ανθρωπάκια για τις ανάγκες της ταινίας. Απελπισμένοι, κοντά στο τέλος της διαδικασίας μου έλεγαν πως τα έβλεπαν στον ύπνο τους», ανέφερε στο masterclass που έδωσε με αφορμή την προβολή της ταινίας.

Το “Heatwave” παίζει έξυπνα με σκηνές που έχουν «στοιχειώσει» τα μπάνια μας κάτω από τον καυτό ήλιο και για 7 λεπτά περίπου σε γυρίζουν στις αναμνήσεις των παιδικών σου χρόνων σε μια εναλλαγή γέλιου και πανικού μαζί. Η μάνα που δεν αφήνει το παιδί της να κάνει βήμα αν δεν το γεμίσει με αντηλιακό, το παιδί με τα μπρατσάκια που παλεύει να μπει στην κρύα θάλασσα, οι διπλανοί σου που επιμένουν να παίζουν ρακέτες ακόμα και αν δεν ξέρουν, τη κυρία που ψάχνει τη σωστή γωνία για να φωτογραφηθεί, ο τύπος που προσπαθεί να αλλάξει μαγιό, ο πατέρας που η μοναδική του δουλειά είναι να φουσκώνει σωσίβια και μπρατσάκια.

Οι παιδικές αναμνήσεις δεν τελειώνουν εκεί καθώς τα φώτα του Απόλλων σβήνουν και πάλι, λίγο πριν τα μεσάνυχτα για μία από τις πιο εμπορικές ταινίες όλων εποχών που βρίσκεται σίγουρα στη λίστα με αυτές που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στις παιδικές καλοκαιρινές αναμνήσεις μας.

«Τα σαγόνια του καρχαρία», η εμβληματική ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ που κυκλοφόρησε το 1975, με την επική μουσική του Τζον Γουίλιαμς που με δύο νότες από τους τίτλους αρχής πυροδοτεί τον φόβο και την απειλή του καρχαρία χωρίς καν να τον βλέπεις.

Όσα χρόνια και αν περάσουν η ανατριχίλα και τα ουρλιαχτά στις δυνατές σκηνές μάλλον δεν θα λείψουν από τις κινηματογραφικές αίθουσες.

 

 

Μουσικά σύμπαντα στα Κανατάκια και Γλέντι με «Τα δικά μας LikeA» στην Αιδηψό

Το πρωί της τελευταίας μέρας του Evia Film Project μάς βρίσκει στην Αγία Άννα, στο ρακάδικο «Τα Κανατάκια» να περιηγούμαστε στα κινηματογραφικά μουσικά σύμπαντα με οδηγό τον Κωστή Μαραβέγια, ο οποίος ανέλαβε τη μουσική για τη σειρά “MIlky Way” του Βασίλη Κεκάτου που προβλήθηκε φέτος στο MEGA.

O Κωστής Μαραβέγιας αναφέρθηκε στη στενή συνεργασία του με τον Βασίλη Κεκάτο προκειμένου να χτιστεί ο μουσικός κόσμος του “Milky Way”. «Αν ακούσετε προσεκτικά το θέμα του Milky Way, περιλαμβάνει δύο μέτρα από τον Μικρό τυμπανιστή», είπε χαρακτηριστικά εξηγώντας ότι όταν ρώτησε τον Βασίλη Κεκάτο τι σημαίνει για εκείνον αυτή η ταινία είπε: «Χριστούγεννα και ελευθερία».

 

 

Εν αναμονή της κυκλοφορίας της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους του Βασίλη Κεκάτου “Our Wildest Days”, μια ταινία περιπλάνησης με μια παρέα που ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα, ο Κωστής Μαραβέγιας μας μίλησε για τη νέα αυτή συνεργασίας τους όπου κλήθηκε να γράψει της μουσική μέσα σε μόλις 26 ημέρες.

Σε ένα κοινό με μικρούς και μεγάλους που αγαπούν τη μουσική και το σινεμά και καταπιάνονται με αυτά είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά, ο Κωστής Μαραβέγιας τόνισε ότι όλες οι απαντήσεις βρίσκονται στις ταινίες: «Δείτε μια ταινία πρώτα ως θεατές με αγάπη για το σινεμά. Δείτε μια ταινία ως σκηνοθέτης με αγάπη για τη σκηνοθεσία, για τη φωτογραφία και ως μουσικοί με αγάπη για τη μουσική. Θα βρείτε απαντήσεις σε όλα. Είναι όλα εκεί έξω».

Μεταξύ άλλων στάθηκε στη μουσική του Τζον Γουίλιαμς για το “Jaws” και του Τζέρσκιν Φέντριξ για το “Poor things” του Γιώργου Λάνθιμου, της Ισλανδής Hildur Guðnadóttir για το «Τσερνόμπιλ» και το “Joker”.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα μουσικά σύμπαντα του αγαπημένου του Ένιο Μορικόνε, τη μελωδικότητα που τα χαρακτηρίζει, ενώ θυμήθηκε τα λόγια του σε ένα καλοκαιρινό workshop που παρακολούθησε: «Όταν γράφετε μουσική, είτε για το σινεμά, είτε για τη διαφήμιση, είτε για τη γυναίκα σας, πρέπει ο θεατής και ο ακροατής μετά να σφυρίζει αυτό που γράψατε».

Το ηχόχρωμα, ο ρυθμός, η μελωδία, η ένταση είναι μόνο κάποια από τα βασικά στοιχεία για την μουσική μιας ταινίας. Η μουσική δίνει χαρακτήρα, ταυτότητα στην ταινία αλλά το ζήτημα είναι να γίνεται σωστή χρήση, με το σωστό ύφος, τη σωστή επιλογή οργάνων. Ωστόσο η μουσική δεν περιορίζεται μόνο στο προϊόν σύνθεσης, αυτή που αποκαλείται μη διηγητική. Ένας χαρακτήρας που τραγουδάει στο μπάνιο του, ένα αυτοκίνητο που περνάει με δυνατή μουσική, ο ήχος μιας καμπάνας, είναι και αυτά κομμάτια της μουσικής της ταινίας και εντάσσονται στον διηγητικό χαρακτήρα της. Η σιωπή συχνά έχει και αυτή έναν κομβικό ρόλο.

Επιστρέφοντας στην Αιδηψό όπου όλοι έχουν βγει για την σαββατιάτικη βόλτα τους στον παραλιακό δρόμο. Στην πλατεία έχουν αρχίσει οι χοροί και το Σινέ Απόλλων είναι έτοιμο για την τελετή λήξης του φετινού Evia Film Project που ξεκίνησε με τη σκέψη μιας μεγάλης συναυλίας της Λένας Κιτσοπούλου και του Δώρου Δημοσθένους με «Τα δικά μας LikeA» και κατέληξε σ’ ένα αυθεντικό γλέντι από αυτά που συμβαίνουν μόνο το καλοκαίρι και γεννούν ένα αίσθημα κάθαρσης στο οποίο ανατρέχεις με τη μνήμη σου στη διάρκεια της χρονιάς.

 

 

Όπως λέει η Λένα Κιτσοπούλου: «Ένα τραγούδι γράψαμε μαζί που λέγεται “Το τραύμα” και από αυτό προκύπτει μία ολόκληρη συναυλία. Από το τραύμα μας που έγινε η φιλία μας και τα αστεία μας. Τα δικά μας λαϊκά είναι τα χρόνια της φιλίας μας σε μαγαζιά, σε στούντιο, σε νύχτες που σιγοτραγουδούσαμε τα τραγούδια που μας φτιάχνανε. Από παλιά ρεμπέτικα των Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Καλδάρα μέχρι τον Ζαμπέτα, τον Άκη Πάνου, αλλά και τραγούδια που τα ζητούσαμε ο ένας από τον άλλον, λόγω της φωνής που τα είπε, τραγούδια που έχουν στιγματιστεί από τη φωνή που τα τραγούδησε. Πες έναν Καζαντζίδη. Πες έναν Στράτο. Πες μία Ρίτα. Η δική μας λαϊκή μουσική είναι η φιλία μας και οι νύχτες μας με τραγούδια ελληνικά. Θέλουμε να παρουσιάσουμε ένα γλέντι που ενίοτε θα μελαγχολεί και να μοιραστούμε μία συγκίνηση που θα γλεντάει συνέχεια. Κάνω λάικ στον Δώρο και εκείνος σε μένα για όλα όσα ο καθένας μας ξεχωριστά αγαπάει να τραγουδάει».

 

 

Και όλοι όσοι βρεθήκαμε εκεί, σηκωθήκαμε να χορέψουμε ή απολαύσαμε τους άλλους να χορεύουν, σιγοτραγουδήσαμε, χαρήκαμε, συγκινηθήκαμε, νοσταλγήσαμε, θα πούμε μάλλον ότι το πέτυχαν από τα «Μπαξέ Τσιφλίκι», «Σήκω χόρεψε κουκλί μου», «Πάμε στο Φάληρο», «Ασφαλώς και δεν πρέπει» στα «Ιστορία μου αμαρτία μου», «Εσένα δεν σου άξιζε αγάπη», «Ένα βράδυ πού ‘βρεχε», «Αλα, άνοιξε κι άλλη μουκάλα», «Δημητρούλα μου», «Άρχισαν τα όργανα», «Και λέγε λέγε», δίνοντας στο 3ο Evia Film Project ένα από τα πιο όμορφα φινάλε.