Η ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη έπρεπε να γίνει ταινία και οι λόγοι πολλοί. Είχε κερδίσει την αγάπη του λαού με τη φωνή του, ήταν ένας άνθρωπος που απ’ τα χαμηλά έφτασε ψηλά. Επαγγελματικά ήταν μέρος της δισκογραφικής γέννησης του ελληνικού μουσικού σταρ σίστεμ, δίχως να ‘ναι συστημικός παραμένοντας μέχρι το τέλος του ένας άνθρωπος λαϊκός.
Η ταινία «Υπάρχω» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου είναι μια ιστορική κοινωνική καταγραφή του τόπου μας όπου η προσφυγιά, η φτώχεια, ο πόνος μπορεί να καταλήγουν σε ένα ευτυχές τέλος με δόξα, χρήμα και μια βάρκα να ψαρεύεις. Είναι μια ερωτική ιστορία ενός Στέλιου που αγάπησε, παθιάστηκε, έπραξε όπως έπρατταν πολλοί άντρες εκείνης της εποχής του και κάποτε βρήκε τη Βάσω του. Για μένα είναι και ένα ελληνικό μιούζικαλ με τραγούδια που όλοι τα ‘χούμε ακούσει κάποια στιγμή στη ζωή μας. Για να δούμε ποια επέλεξαν οι συντελεστές της ταινίας:
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος
«Δύο τραγούδια του Στέλιου έχουν παίξει ρόλο στη ζωή μου και την επηρέασαν σε συγκεκριμένες στιγμές και περιόδους. Το Υπάρχω και το «Μερτικό μου απ’ τη χαρά». Το πρώτο επειδή το πρωτάκουσα στο κέντρο της Αθήνας με εκατοντάδες ανθρώπους που μαζεύτηκαν να ξανακούσουν μετά από χρόνια τη φωνή του ήρωά τους. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους κι άκουσα το Υπάρχω, το οποίο με συγκλόνισε (ξαφνικά) σαν να είχε γραφτεί για εμένα, για αυτά που ζούσα εκείνη την εποχή.
Με το Μερτικό (Δε θα ξαναγαπήσω) ανέκαθεν έλιωνα όταν τραγουδούσα ότι ούτε στην άλλη ζωή δεν θα ξαναγαπήσω, αλλά μετά, πριν τα πενήντα μου, ένα βράδυ σε ένα γλεντάκι που μπήκε πάλι το τραγούδι και έφτασε ο στίχος … δεν συγκινήθηκα! Γύρισα και κοίταξα δίπλα μου την τότε σχέση μου τη Γεωργία, και συνειδητοποίησα, εκείνη τη στιγμή, ότι την έχω αγαπήσει και ότι το μερτικό μου απ’ τη χαρά … κάθεται δίπλα μου. (Ευτυχώς δεν κλάταρε η σχέση και τόσα χρόνια μετά είμαστε ακόμα μαζί)».
Η Ασημένια Βουλιώτη που υποδύεται τη Μαρινέλλα
«Το Άσπρο πουκάμισο φορώ είναι ένα αγαπημένο μου τραγούδι του Καζαντζίδη. Για τον έρωτα αλλάζεις χρώμα, χώρα και θρησκεία. Αν χρειαστεί, πέφτεις και στη φωτιά και μαύρος βγαίνεις».
Η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη
«Το “Η ζωή μου όλη” του Άκη Πάνου είναι πραγματικά ένα τραγούδι-ποίημα που συμπυκνώνει και το νόημα της ταινίας. Μέσα σε λίγους στίχους, βλέπεις μια ολόκληρη ιστορία ενός άντρα που είναι τσακισμένος από τις κακουχίες αλλά κρατάει τον λόγο του και συνεχίζει. Με κάποιον τρόπο, είναι σαν ένα πορτρέτο ανάγλυφο, σχεδόν αυτοβιογραφικό του Στέλιου, αφού περιγράφει συνοπτικά και πυκνά, την οπτική του απέναντι στη ζωή, την ενοχή του απέναντι στη χαρά, την παραίτηση από την απόλαυση, την απαισιοδοξία και την απόγνωση, ενώ ταυτόχρονα δηλώνει πως το καθήκον υπερισχύει όλων. Με αυτήν την έννοια, ενώ είναι απόλυτα μαύρο κι απαισιόδοξο, έχει την ίδια στιγμή και μια λεβεντιά και μια αξιοπρέπεια».
Ο Γιώργος Γάλλος που υποδύεται τον Πυθαγόρα
«Κατά καιρούς συνδέομαι με διάφορα τραγούδια που έχει τραγουδήσει ο Καζαντζίδης, ανάλογα με την ψυχική κατάσταση που βρίσκομαι εκείνη την περίοδο. Αυτό τον καιρό, ακούω σχεδόν καθημερινά το “Σαββατόβραδο” σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Τάσου Λειβαδίτη. Είναι ένας στίχος μέσα σ’ αυτό το κομμάτι που με συγκινεί. Ίσως επειδή μεγαλώνω…
Παρόλο όμως που έχει ως θέμα τον Χάρο, είναι ένας αισιόδοξος στίχος. Ένας στίχος που τιμάει τη σημασία και την αξία της ζωής. “Αχ να ‘ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο κι ο Χάρος να ‘ρχονταν μια Κυριακή το βράδυ”».
Ο διευθυντής φωτογραφίας Γιάννης Δρακουλαράκος
«Το τραγούδι είναι το Αγριολούλουδο. Άκουσμα από κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι κάθε Κυριακή, λαϊκό τραγούδι από το μπομπινόφωνο του πατέρα».
Η ηθοποιός Αγορίτσα Οικονόμου που υποδύεται τη Γεσθημανή
«Θυμάμαι μια παλιά μαύρη κασέτα μ’ ένα ξεθωριασμένο αυτοκόλλητο και επάνω του να γράφει “τα απαγορευμένα“. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να χορεύει μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα. Θυμάμαι ν’ ακούγεται απ’ το ηχείο του κασετόφωνου “Ένας μάγκας στον βοτανικό“. Κι εμένα να κρυφοκαμαρώνω που δεν φοβόταν…».
Ο Γιώργος Καραμίχος που υποδύεται τον Μάκη Μάτσα
«Το “Αγριολούλουδο” είναι το τραγούδι που την πρώτη φορά που το άκουσα έβαλα τα κλάματα. Πρέπει να ήμουν 5-6 χρονών. Νόμιζα ότι ήταν γραμμένο για μένα. Επειδή τότε δεν είχα ίντερνετ ή CD ούτε λεφτά να πάρω την κασέτα, καθόμουν δίπλα στο ραδιόφωνο για να το ξανακούσω και να γράψω τα λόγια. Δεν έγραφα και καλά. Όταν κατάφερα να τα γράψω όλα τα λόγια -μου πήρε καμία εβδομάδα λόγω ηλικίας- δεν ήθελα να το δει κανείς. Έτσι εφηύρα μια δική μου γλώσσα με δικά μου σύμβολα. Το έγραψα σε αυτό το αυτοσχέδιο αλφάβητο, λοιπόν, και το έβαλα σε ένα κουτάκι. Το κουτάκι το έθαψα σε ένα ξέφωτο στο χωριό μου. Για να το βρουν οι κατοπινοί σκεφτόμουν και να μάθουν τι τράβηξαν οι άνθρωποι. Μετά από χρόνια φυσικά δεν είχε μείνει τίποτε. Τότε δεν ήξερα ότι το χάρτινο κουτί αποσυντίθεται. Η σύνθεση του τραγουδιού ωστόσο παραμένει στην καρδιά μου ανεξίτηλη».
Ο μοντέρ Γιάννης Τσιτσόπουλος
«Το αγαπημένο μου τραγούδι εκτός από το “Υπάρχω” είναι το τραγούδι “Δε θα ξαναγαπήσω“. Είναι ένα τραγούδι που μιλάει στη δική μου ψυχή δίνοντάς μου μια αίσθηση αισιοδοξίας ότι υπάρχει και δεύτερη φορά σε αυτή τη ζωή!».
Η Άννα Συμεωνίδου που υποδύεται τη Βάσω
«Το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη που μιλάει στην ψυχή μου και άκουσα αμέτρητες φορές τον τελευταίο χρόνο είναι “Το Σαββατόβραδο“. Ένα τραγούδι σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Τάσου Λειβαδίτη. Γράφτηκε το 1961 και συμπεριλαμβάνεται στον κύκλο τραγουδιών “Πολιτεία”.
Το άκουσα πρώτη φορά, όταν σε μία από τις συνεντεύξεις της Βάσως Καζαντζίδη ανέφερε πώς είναι το αγαπημένο της τραγούδι του Στέλιου, ένα τραγούδι που με κάθε ευκαιρία του ζητούσε να της το τραγουδήσει. Έτσι, έβαλα να το ακούσω και αμέσως έγινε κάτι σαν τελετουργικό για μένα. Ακόμα δεν γνώριζα ότι θα υποδυθώ τη Βασούλα, βρισκόμουν λίγο πριν το πρώτο δοκιμαστικό κι αυτό το τραγούδι λειτούργησε σαν ένα μέσο σύνδεσής μου μαζί της. Πιστεύω πώς η μουσική έχει τη δύναμη να μας ενώνει με έναν υπερβατικό τρόπο, να μεταφέρει συναισθήματα που μέσα στις λέξεις χάνονται. Πόσο μάλλον σε μια ταινία όπως το “Υπάρχω”, όπου η μουσική δίνει πνοή σε όλη την ιστορία.
Το “Σαββατόβραδο” έδωσε πνοή και στη δική μου ιστορία μέσα στο ταξίδι μου στην ταινία και έγινε το soundtrack της πρώτης μου επαφής με τον κινηματογράφο, που υπήρξε αποκαλυπτική για μένα και γι’ αυτό τον λόγο, έχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση στη λίστα μου αλλά κυρίως στην καρδιά μου. Δεν έπαψα να το σιγοτραγουδάω από την ακρόαση μέχρι την πρώτη μέρα στο γύρισμα, το είχα στα ακουστικά μου από τις πρόβες μέχρι τις λήψεις, σαν μια μικρή προσωπική προσευχή. Με βοήθησε να δημιουργήσω εικόνες και να συναισθανθώ λίγο αυτούς τους ανθρώπους και τις συνθήκες στις οποίες έζησαν. Έγινε όχημα να ταξιδέψω σε μια εποχή που χωρίς να την έχω ζήσει, νοσταλγώ την αθωότητά της, και αντιλαμβάνομαι παράλληλα τη δυσκολία της, είναι παράξενο. Σαν να δημιούργησαν τα τραγούδια και η ερμηνεία του Στέλιου μνήμες γεγονότων που δεν έχω ζήσει και ψυχικές διαδρομές που δεν έχω κάνει. Σαν ένα συλλογικό ασυνείδητο αυτής της χώρας να υπήρξε στην αναμονή μιας σαββατιάτικης γαλήνιας βραδιάς που θα φώτιζε σαν αχτίδα για λίγο τις ψυχές τους, πριν να έρθει η Δευτέρα και αρχίσει ο αγώνας της ζωής τους από την αρχή. “Αχ να ’ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο…” ή αλλιώς “αστράφτει το φως μια στιγμή κι ύστερα πάλι σκοτάδι”. Ξεχωρίζω όμως αυτούς τους στίχους “Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό και ασβέστη…ένα τραγούδι του Τσιτσάνη κλαίει κάπου μακριά…” και τους αφιερώνω για πάντα με αγάπη στη Βασούλα μου. Στη Βάσω και στη Βάσω».
…Το δικό μου αγαπημένο τραγούδι του Στέλιου είναι το «Νυχτερίδες κι Αράχνες», που έχουν χτίσει φωλιά και το τραγουδά μαζί με τη Λίτσα Διαμάντη, το σιγοτραγουδώ αργά τις νύχτες που επιστρέφω σπίτι μοναχός. Μου θυμίζει στον ρυθμό το Ζιγκουάλα, ένα άλλο του τραγούδι που μαζί του τραγουδά η Μαρινέλλα και το είχα πρωτοακούσει μια Κυριακή στην ΕΡΤ στην ταινία Η Κυρία Δήμαρχος (1960). Ως συνονόματος του δεν σας κρύβω πως χαίρομαι που το όνομα Στέλιος έχει ταυτιστεί και με αυτόν τον Στέλιο, νιώθω πως να το πω περήφανος κάπως. Είναι ένας Στέλιος που τον έχω ακούσει από δίσκους κασέτες ή ραδιόφωνο την Κυριακή σε κάποιο οικογενειακό τραπέζι. Είναι ένας Στέλιος που όταν ήμουν παιδί με τρόμαζε η όψη του μα κάτι με μάγευε στη φωνή του. Ένας Στέλιος που έκανε τους μεγάλους όταν τον άκουγαν να δακρύζουν κι όταν μεγάλωσα και ’γώ κατάλαβα το γιατί.
Η φωνή και η ζωή του Στέλιου μιλάει στις ψυχές μας ανεξάρτητα το ταξικό ή χωροταξικό τους γίγνεσθαι, γιατί είναι αυτό που ορίζουμε ως αληθινό. Ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν ένας άνθρωπος που έζησε τη ζωή που του δόθηκε την πήρε στα χέρια του και λατρεύτηκε. Κατέθεσε ψυχή τραγουδώντας ειλικρινά τον πόνο του χαρίζοντας μας άσματα λαϊκά. Το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε με τις δικές μας τις ζωές. Ας λειτουργήσει αυτή η ταινία που πραγματεύεται τη ζωή ενός μεγάλου λαϊκού ήρωα μιας γενιάς διδακτικά για τις επόμενες. Οι ζωές μας είναι μαθήματα γεμάτες αρκεί να μαθαίνουμε απ’ τα λάθη μας και να εξελισσόμαστε. Ο Στέλιος πέτυχε στη ζωή του απόλαυσε και τον έρωτα και κατάφερε ήρεμος να ψαρεύει συνεχίζοντας να Υπάρχει ανάμεσά μας μέσα από την καταγραφή της φωνής του. Καλή ακρόαση και θέαση εύχομαι μιας ταινίας που υπάρχει ένας Στέλιος που τραγουδάει το Υπάρχω.
Υ.Γ. Χρήστο Μάστορα εύγε, είσαι όνομα και πράγμα. Θα μπορούσανε και σένα Στέλιο να σε λένε.















