Δεδομένο πρώτο: η μεγάλη σκόνη από αντιδικίες που σηκώθηκε εξαιτίας της συμμετοχής (και τελικά και της κατάκτησης του χρυσού μεταλλίου) στους Ολυμπιακούς αγώνες της Αλγερινής μποξέρ Iμάνι Κελίφ. Δεδομένο δεύτερο: την ίδια περίοδο το Εrtflix ανεβάζει το “Million Dollar Baby”, χωρίς προφανώς να έχει μαντικές ικανότητες, έχοντας όμως πολλές άλλες αξιέπαινες, καθώς αποτελεί μια πλατφόρμα που προσφέρει σταθερά πολύ αξιόλογο περιεχόμενο χωρίς συνδρομές. Συνδυάζοντας λοιπόν τα δύο δεδομένα, ας τα χρησιμοποιήσουμε ως αφορμή προκειμένου να ξαναεπισκεφτούμε και ξαναθυμηθούμε μια ταινία που πριν είκοσι χρόνια κέρδισε τέσσερα μεγάλα όσκαρ (ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο γυναικείο, δεύτερο ανδρικό), αλλά κυρίως μια ταινία που πριν είκοσι χρόνια ήρθε κι έγραψε μέσα στην καρδιά μας, με τον ξεχωριστό τρόπο που οι σημαντικότερες ταινίες του Ίστγουντ φτάνουν απευθείας στην καρδιά μας, χωρίς περίπλοκα ζιγκ ζαγκ, χωρίς οίηση, ευθέως, άμεσα, καίρια, καταλυτικά.

Μολονότι στην αρχή του “Million Dollar Baby” ο προπονητής είναι τίγκα στην προκατάληψη λόγω φύλου με την μποξέρ, δεν αναλαμβάνει κοριτσάκια που συνέχεια κλαίνε κλπ και μολονότι με κάποια προσπάθεια και αρκετό πάντως τέντωμα θα μπορούσαμε να βρούμε κάποιες αναλογίες με το σάλο που ξέσπασε για την Κελίφ και να μιλήσουμε για ταυτότητες και φύλα, δεν είναι αυτός ο σκοπός του κειμένου. Σκοπός του είναι να μιλήσει για την ταινία και μόνο.  

Κάθε βράδυ η Μάγκι, λευκό σκουπίδι απ΄την Theodosia των Όζαρκ, παίρνει το λεωφορείο να γυρίσει στο μικρό και χάλια διαμέρισμά της στο Λος Άντζελες. Έχει πατήσει τα 30 της, δουλεύει ως σερβιτόρα από τα 13 της, μαζεύει τα αποφάγια των πελατών και τα τρώει σπίτι, τη μέρα της την περνάει ανάμεσα στις βάρδιες της δουλειάς της και στο γυμναστήριο του Φράνκι. Εκεί κοπανάει ατέλειωτες ώρες έναν σάκο, περιμένοντας να της δώσει σημασία ο Φράνκι και να την αναλάβει ως προπονητής. Μέσα στο λεωφορείο η Μάγκι, πάνω στο λεωφορείο αφίσα του “The Apprentice”, το οποίο ξεκινούσε τότε τη θριαμβευτική του πορεία στην αμερικάνικη τηλεόραση και την αμερικάνικη κοινωνία. Τα μούτρα του Ντόναλντ Τραμπ στην αφίσα περνούν φευγαλέα μπροστά απ’ τα μάτια μας, δώδεκα χρόνια πριν κερδίσει την Προεδρία των ΗΠΑ, ερχόμενος από το πολιτικό πουθενά αλλά και από το εντελώς σελέμπριτι στάτους του. 

 

 

“The Apprentice” και “Million Dollar Baby”: το αμερικάνικο όνειρο ξανά και ξανά. Η τόσο μακρινή πιθανότητα να το πιάσεις και ταυτόχρονα η μετατροπή του κυνηγιού σου σε θέαμα, από την εμπορική εκμετάλλευση του οποίου κερδίζονται ένα σωρό λεφτά από εκείνους που έχουν πιάσει το νόημα της αμερικάνικης πραγματικότητας. Και για να κυνηγήσεις το συγκεκριμένο όνειρο, υπάρχει ο δρόμος των ριάλιτι επιχειρηματικότητας, υπάρχει και ο δρόμος των σκουπιδιών, λευκών ή μαύρων, ο δρόμος του ημιεπαγγελματικού κι αν όλα πάνε καλά και επαγγελματικού μποξ, ένας δρόμος που περιλαμβάνει όχι μόνο ιδρώτα και κούραση, αλλά κατεξοχήν και πόνο πάνω στον πόνο, αίμα πάνω στο αίμα, πληγές, ένα σώμα που μπαίνει στο ρινγκ για να δείρει ξέροντας ότι είναι αδύνατο να μην δαρθεί.

Στο ξεκίνημα της ταινίας θα ακούσουμε τη φωνή του Μόργκαν Φρίμαν (αν υπάρχει ένα μεγαλύτερο θαύμα απ΄αυτό τον Φρίμαν ως ηθοποιού, είναι το θαύμα του ως αφηγητή, τα λέγαμε πολύ πρόσφατα συμπτωματικά και για το «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ») να μας μιλάει για τον Φράνκι, ενώ εκείνος προσπαθεί να κλείσει τις πληγές που τρέχουν στο πρόσωπο του μποξέρ που προπονεί, του Μπιγκ Γουίλι.

Αντιγράφω από το σενάριο του Πολ Χάγκις, λόγια που δεν θα ακούσουμε ποτέ, λόγια που δεν πέρασαν τελικά στην ταινία, δεν παύουν όμως, ακόμα κι έτσι, να συνοδεύουν το ματωμένο και χτυπημένο πρόσωπό του, γιατί μια ταινία δεν είναι μόνο ό,τι βλέπουμε και ακούμε, αλλά και όλα όσα οδήγησαν στη γέννησή της:

“Ιt’s a face that could only have been cast by generations of potato-eaters, the kind of face that survives famines and frustrates invaders. Look deep into his eyes and you can see this man has been knocked to his knees, but he’s always come up before the count. Always will”. 

Δεν είναι όμως για όλους το αμερικάνικο όνειρο. Αν ήταν για όλους δεν θα ήταν όνειρο. Για κάθε Μπιγκ Γουίλι και για κάθε Μάγκι θα υπάρχει και ένας «Κίνδυνος». Ο «Κίνδυνος» είναι η αντίστροφη όψη της Μάγκι. Το δικό του όνειρο εκπέμπει μόνο γραφικότητα, μόνο ευήθεια. Για δες όμως. Δεν τον τρέφει λιγότερο. Δεν του προσφέρει λιγότερα η ψευδαίσθηση πως μια μέρα θα γίνει πρωταθλητής. Για την ακρίβεια παίζει κι η ψευδαίσθηση να είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να έχει. Τι άλλο να είχε όντας όπως είναι; Μια σύντροφο που θα τον αγαπούσε για αυτό που είναι; Θα έπρεπε να είναι αντίστοιχου πνευματικού επιπέδου. Ειδάλλως η αγάπη της θα είχε κάτι από συμπόνια. Εκτός κι αν συνδεόταν με την καθαρότητα της καρδιάς του. Αλλά και πάλι, δεν ξέρω. Τέλος πάντων, ξεφύγαμε. Επιστροφή. 

 

 

Το γυμναστήριο του Φράνκι. Aυτό το γυμναστήριο, που φιλοξενεί από επίδοξους και όντως πιθανούς πρωταθλητές μέχρι «Κινδύνους». Που όλοι τους έχουν έρθει από κάπου χαμηλά και θέλουν να φτάσουν κάπου ψηλά. Αυτό το γυμναστήριο, που μοιάζει ρημαδιασμένο, αλλά τη δουλειά του την κάνει και με το παραπάνω. Αυτό το γυμναστήριο, που είναι ταυτόχρονα και το σπίτι του επιστάτη του, παλιού μποξέρ σαν τον Φράνκι, υπαλλήλου και συνοδοιπόρου δεκαετίες του Φράνκι, φίλου του Φράνκι, και ταυτόχρονα καλοπροαίρετου επικριτή του: βλέπει ότι ο Φράνκι φοβάται να ρισκάρει με τον Μπιγκ Γουίλι, φοβάται να ρισκάρει με τη Μάγκι, βλέπει ότι ο Φράνκι δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι καμιά φορά το ρίσκο αξίζει, ότι καμιά φορά παρ’ όλους τους υπαρκτούς κινδύνους το ρίσκο είναι και η μόνη ευκαιρία που έχουμε για να πάμε κάπου αλλού, και πως στην τελική ό,τι και να γίνει, ακόμα και άσχημα να πάνε όλα, τουλάχιστον την ευκαιρία μας τη διεκδικήσαμε. Καλά τα λέει, καλά κάνει και τον θεωρεί υπερβολικά φοβισμένο να βγάλει τους άλλους μπροστά, εκεί που δικαιούνται να βρίσκονται, ωστόσο ο ίδιος είναι σαν να φοβάται να πάει οπουδήποτε αλλού εκτός από το γυμναστήριο, δεν δέχεται καν να πάει στο Βέγκας να κάτσει δίπλα στο Φράνκι στη γωνιά της Μάγκι. Στην πυγμαχία, λέει, το κλειδί είναι να βρίσκεις τη σωστή απόσταση. Πολλές φορές πρέπει να κάνεις προς τα πίσω, για να καταφέρεις να δώσεις το χτύπημά σου, αν όμως κάνεις πολύ και διαρκώς προς τα πίσω, τότε πια δεν μάχεσαι, αλλά λιποτακτείς. 

Ένα είδος ναού το γυμναστήριο του Φράνκι, ο οποίος καθημερινά επισκέπτεται και έναν κυριολεκτικό ναό, παρακολουθώντας τη λειτουργία. Κουβαλάει ένα σωρό ενοχές, ψάχνει λυτρώσεις που δεν έρχονται, υπάρχει κάτι που τον τραβάει στο βαθύτερο νόημα της θρησκευτικότητας, όπως άλλωστε κάτι που τον τραβάει στο να διαβάζει Γέιτς, και ταυτόχρονα απολαμβάνει μετά το τέλος της λειτουργίας να τρολάρει τον ιερέα με ερωτήσεις για την Αγία Τριάδα, την άμωμο σύλληψη κλπ. Εσωτερική αντινομία; Μπα, το αντίθετο μάλλον. Η αντίστιξη πίστης και δόγματος.

Το σκοτάδι της ταινίας είναι αναμφίβολο και θα ήταν ύβρις να το αρνηθούμε, να το προσπεράσουμε, να μην το κατονομάσουμε. Ο Ίστγουντ δεν αποστρέφει το βλέμμα του απ’ αυτό και μας καλεί να μην αποστρέψουμε κι εμείς το δικό μας. Δεν γίνεται να σχετικοποιήσουμε την απελπισία και την απόγνωση του “Million Dollar Baby”.

Ωστόσο πρόκειται για ένα σκοτάδι που στέκεται αυτοτελώς και αυθύπαρκτα, αλλά το οποίο, όσο μεγάλο κι αν είναι, δεν είναι μόνο του. Υπάρχει απέναντί του κάτι που του αντιπαραβάλλεται, επίσης αυτοτελές, επίσης αυθύπαρκτο, επίσης αναμφισβήτητο. Ο Φράνκι και η Μάγκι κερδίζουν κάτι. Μια αληθινή σχέση, μια σχέση αγάπης. Αγάπη στα εύκολα, αγάπη και στα δύσκολα, στα πολύ δύσκολα. Μέχρι τα ακόμη δυσκολότερα, τα δυσκολότερα όλων. Μo Chuisle. Αγαπημένη μου. Αίμα μου. 

 

 

ΟΚ, υποκαθιστούν και οι δύο, καμία αντίρρηση. Αυτός την κόρη του, εκείνη τον πατέρα της, που φαίνεται να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στην οικογένειά της που την αγαπούσε. Φαίνεται βέβαια, δεν μπορούμε καν αυτό να ξέρουμε με σιγουριά. Ίσως απλώς ήταν ο λιγότερο απαίσιος όλων, ίσως απλώς πέθανε νωρίς και πρόλαβε να τον εξιδανικεύσει. Μετά την απάλευτη συνάντηση με την οικογένειά της Μάγκι, ο Φράνκι έχει σταματήσει σε ένα βενζινάδικο. Η Μάγκι βλέπει σε ένα διπλανό αυτοκίνητο ένα κοριτσάκι με ένα σκυλάκι. Το κοιτάει. Υπήρξε ίσως κάποτε αυτό το κοριτσάκι. Ίσως όχι απαραίτητα στην πραγματικότητα. Ίσως στη βαθιά της επιθυμία, στη βαθιά της φαντασίωση. Το κοριτσάκι που βλέπει η Μάγκι, το κοριτσάκι που βλέπουμε στην ταινία είναι η αληθινή κόρη του Ίστγουντ. Ίσως να ήταν κι ο αληθινός της σκύλος. 

Δυο εκδοχές άθλιας οικογενείας. Η κραυγαλέα, η οικογένεια της Μάγκι, αλλά και γιατί όχι, και η άλλη, η οικογένεια του Φράνκι. Το δεν σε συγχωρώ πατέρα, δεν θα απαντήσω ποτέ στα γράμματά σου, δεν θα παραλάβω καν ποτέ τα γράμματά σου, θα σου επιστρέφονται όλα τα γράμματά σου, δεν θα διαβάσω ποτέ τι έχεις να μου πεις πατέρα, δεν θα ακούσεις ποτέ από τα χείλη μου ή δεν θα διαβάσεις ποτέ στις λέξεις μου να σε προσφωνώ «πατέρα», δεν θα ακούσεις και δεν θα διαβάσεις από μένα τίποτα. Μολονότι δεν μας προσφέρεται ποτέ κάποια έστω υπόνοια τι τόσο ασυγχώρητο είχε κάνει ο Φράνκι, ο Φράνκι πάντως παραμένει “Unforgiven”, παραμένει ασυγχώρητος.

Αμοιβαία υποκατάσταση λοιπόν. Αφαιρεί άραγε κάτι αυτό από την ουσία της σχέσης Φράνκι – Μάγκι; Μπα, αντίθετα ο Φράνκι βρίσκει μια δεύτερη σχέση η οποία επιτέλους του επιτρέπει: η Μάγκι δέχεται την προσφορά του, δέχεται την παρουσία του, δέχεται την αγάπη του. Εκείνος έχει ανάγκη να δώσει αγάπη, εκείνη έχει ανάγκη να δεχτεί. Έχουν στερηθεί τη δυνατότητα να δώσουν και να πάρουν, τη στερούνται απ’ τους φυσικούς συγγενείς τους. 

 

 

Η Μάγκι πάει ένα βήμα πιο πέρα πέρα. Δεν αρκείται σε ό,τι της δίνει, αλλά του ζητά. Του ζητά να κάνει κάτι εντελώς επώδυνο. Ο Φράνκι αντικαθιστά τον Θεό. Την απόφασή Του με την απόφασή του, τη δύναμή Του με τη δύναμή του, την ηθική Του με την ηθική του. Ο Φράνκι που ίσως πάντα είχε ένα σύνδρομο παντοδυναμίας, που κουβαλούσε πάντα βαθιές ενοχές για μάτια που χάθηκαν λες και τα αφαίρεσε εκείνος, που ενδεχομένως επιμένοντας και επιμένοντας και επιμένοντας να στέλνει αναπάντητα γράμματα στην κόρη του αναδεχόταν μια ενοχή μεγαλύτερη απ’ ό,τι του αναλογούσε, νομιμοποιούσε με τη στάση του τον ρόλο του βαριά ενόχου. Και τώρα θα κουβαλά τη μεγαλύτερη ενοχή όλων, το μεγαλύτερο σκοτάδι όλων. Αλλά μόνο η πιο πλήρης αγάπη και ο πιο πλήρης σεβασμός για τον άλλον μπορούν να σε οδηγήσουν σε μια τέτοια απόφαση. Το ξέρεις αυτό, Φράνκι. Ελπίζω εκτός απ’ το ότι το ξέρεις, να το νιώθεις κιόλας, όπως του αξίζει να νιώθεται.