Η φυλακή, ένας εφιάλτης που δεν χωράει καν στο μυαλό σου, η φυλακή σχεδόν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να σου τύχει, σωστά; Σωστά. Αλλά έλα που υπάρχει μια σημαντική διαφορά που μπορεί να αντιστρέψει εντελώς την εικόνα: είναι ένα πράγμα να μπεις φυλακή κι ένα άλλο να ζεις στη φυλακή. Να είσαι μέσα ισόβια. Τότε, αν οι μήνες, τα χρόνια, οι δεκαετίες περνούν και παραμένεις έγκλειστος, η φάση μπερδεύεται. Αυτός είναι όλος ο κόσμος που ξέρεις, αυτές οι συντεταγμένες του, αυτοί οι κανόνες του, αυτή η ρουτίνα του, αυτή η ασφάλειά του. Καλωσορίσατε στον ιδρυματισμό.
Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε τα πράγματα, τόσο στη ζωή όσο και στο σινεμά, ως δίπολο: φυλακή εναντίον ελευθερίας. Το «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» μας πρωτομίλησε πριν τριάντα χρόνια κι εξακολουθεί να μας μιλά και σήμερα ανάμεσα στα άλλα και για αυτή την αντιστροφή των εννοιών. Πού νιώθεις ασφαλής και προστατευμένος και πού διαρκώς φοβισμένος και σε απειλή; Μέσα ή έξω; Πού νιώθεις καλά και πού άσχημα; Μέσα ή έξω; Πού αντέχεις να βρίσκεσαι και πού όχι, από πού θες να δραπετεύσεις, είτε επιστρέφοντας πίσω είτε δραπετεύοντας συνολικά απ’ την ύπαρξη;
Τι συμβαίνει -τι σου συμβαίνει- όταν έχεις περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου στη φυλακή; Τι συμβαίνει -τι σου συμβαίνει- όταν αυτή η μάλλον αναγκαία συνθήκη για την ομαλή κοινωνική συμβίωση, πάντως αφύσικη και ισοπεδωτική για τους ίδιους τους φυλακισμένους, αρχίζει να μετατρέπεται στη μόνη συνθήκη που μπορείς πια να ζήσεις; Τι συμβαίνει όταν σταδιακά, ύπουλα, αρχίζεις και ξεχνάς πώς ήταν όταν ζούσες εκεί έξω και ξέρεις πώς είναι μόνο να ζεις εδώ μέσα; Όταν μάλιστα το εκεί έξω μπορεί και να έχει αλλάξει δραματικά, να έχουν γεμίσει π.χ. οι δρόμοι με αυτοκίνητα. Η ζωή εξελίσσεται διαρκώς εκεί έξω, μόνο μέσα μπορεί να μένει στάσιμη, ολόιδια, κυκλικά επαναλαμβανόμενη.
Σε αφαιρούν δικαίως ή αδίκως από μια κατάσταση ζωής και σε βάζουν να περάσεις δεκαετίες μέσα σε μια άλλη. Ο άνθρωπος είναι ον που μπορεί να συνηθίσει περίπου τα πάντα. Ο άνθρωπος είναι επίσης ον που από ένα σημείο και ύστερα φορά πάνω του τη συνήθεια σαν δέρμα, το οποίο φοβάται πως αν το αφαιρέσει θα αρχίσει να αιμορραγεί ακατάσχετα.
Κι αν το ένα μεγάλο κακό που μπορεί να σου κάνει η φυλακή είναι να σε απανθρωποποιεί τόσο πολύ, ώστε από ένα σημείο και ύστερα να την προτιμάς, το «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» μας μιλά και για ένα δεύτερο μεγάλο κακό, για μια δεύτερη ύπουλη απανθρωποποίηση. Να σε κάνει να μη βολεύεσαι όχι μόνο με τη ελευθερία, αλλά και με ένα ακόμη κατεξοχήν ανθρώπινο χαρακτηριστικό: την ελπίδα. Σε κάνει να είσαι ο Ρεντ και να υποστηρίζεις πάρα πολύ βάσιμα, πάρα πολύ πειστικά, ότι υπάρχουν περιπτώσεις που το να ελπίζεις παραείναι ψευδαισθητικό, παραείναι καταστροφικό. Όταν ο Άντι Ντουφρέιν του ανακοινώνει σχέδια για μελλοντικούς παραδείσους, με βαρκούλες, ξενοδοχεία, ακτές κι ωκεανούς, ο Ρεντ διαπιστώνει με απόγνωση ότι στο μυαλό του φίλου του έχει μπει το χειρότερο δηλητήριο: η ελπίδα. Ελπίδα: η συναισθηματική επένδυση σε μια μελλοντική αλλαγή της κατάστασης προς το καλύτερο. Αλλά όταν δεν υπάρχει ρεαλιστικά το έδαφος για την βελτίωση της κατάστασής σου, τότε σου προσφέρει ίσως ένα προσωρινό ψυχικό καταφύγιο να κρατηθείς, αλλά αργά ή γρήγορα θα έρθει η διάψευσή της και μπορεί να σε διαλύσει.
Ωστόσο ο Άντι το έχει δει αλλιώς, μπορεί να είναι σωματικά φυλακισμένος αλλά προσπαθεί να παραμένει εσωτερικά ελεύθερος. Βρίσκει τους σκοπούς του, βρίσκει το νόημά του, φτιάχνει μια μεγάλη βιβλιοθήκη, βοηθάει κρατούμενους να πάρουν απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, παίζει με προσωπικό κόστος στα μεγάφωνα της φυλακής Μότσαρτ, καταφέρνει να εξασφαλίσει ένα ζεστό πρωινό σε μια ταράτσα τρεις μπύρες για μερικούς συγκρατούμενους του. Θα είχαν πιει πολλές και πριν φυλακιστούν. Όσοι είχαν μικρότερες ποινές και ξαναβγήκαν θα ήπιαν κι άλλες. Αλλά καμιά μπύρα δεν θα ήταν σαν αυτές, εκείνο το πρωινό, σε εκείνη την ταράτσα.
Το δηκτικό ρητό λέει πως όλοι καλοί είμαστε, οι κακοί είναι στη φυλακή. Στη συγκεκριμένη φυλακή οι μεγαλύτεροι κακοί εκπροσωπούν το νόμο και την τάξη, ξέρουν απ’ έξω τη Βίβλο και κρύβουν χρηματοκιβώτια πίσω από πίνακες με αποσπάσματά της. Ο εντελώς διεφθαρμένος διευθυντής, ο εντελώς κτηνώδης αρχιφύλακας, εκπρόσωποι της θεσμικής διαφθοράς και υποκρισίας και της θεσμικής βίας, που πάντα έχει πολύ μεγαλύτερο περιθώριο ανοχής και ατιμωρησίας, μοιάζουν ακόμα χειρότεροι από τον κρατούμενο βιαστή και τον κρατούμενο σε άλλη φυλακή καθ΄ομολογία δολοφόνο. Ωστόσο ναι, αν μπορούμε να βρούμε ένα ψεγάδι στην ταινία, είναι ότι στη διαχωριστική γραμμή καλών – κακών, υπάρχουν οι συγκεκριμένες τέσσερις περιπτώσεις, στις οποίες οι κακοί παραείναι μονοσήμαντα και μεγαλόφωνα κακοί. Ακόμα κι αν ισχύει αυτό όμως, ακόμα κι αν στην μια πλευρά της διαχωριστικής γραμμής υπάρχει το μαύρο, στην άλλη δεν υπάρχει το άσπρο και ο όποιος μανιχαϊσμός και οι όποιες απλουστεύσεις τελειώνουν εδώ. Σε μια φυλακή που όλοι δηλώνουν αθώοι, που όλους τους πούλησε ο δικηγόρος τους κλπ, ο Ρεντ δηλώνει ένοχος. Και ένοχος δολοφονίας. Ο Ρεντ υπήρξε κάποτε δολοφόνος. Ο Ρεντ είναι δολοφόνος. Όσο για τον Άντι, προς έκπληξη μάλλον όλων, συνειδητοποιεί και ομολογεί τη δική του ενοχή (εν προκειμένω και με τις δύο έννοιες της λέξης): παραήταν κλειστός, παραήταν μη εκδηλωτικός, με τη στάση του απομάκρυνε τη γυναίκα του από κοντά του.
Βάσει όλων των παραπάνω σκοτεινοτήτων και περιπλοκοτήτων όμως, πώς γίνεται και το “The Shawshank Redemption” θεωρείται τόσο φιλική προς το ευρύ κοινό ταινία, πώς γίνεται και απολαμβάνει τέτοιας πλατιάς λαϊκής αγάπης, όπως τουλάχιστον αυτή αποτυπώνεται σε λίστες δημοφιλίας σε μεγάλα κινηματογραφικά σάιτ και πλατφόρμες; Θα βοηθούσε την εξήγηση αν λέγαμε ότι επιπρόσθετα ο πρωταγωνιστής της βιάζεται επανειλημμένα και ενδεχομένως και ομαδικά; Θα βοηθούσε την εξήγηση αν λέγαμε ότι εκτός των βιασμών, στην ιστορία έχουμε ακόμα ξυλοδαρμούς που άλλους τους αφήνουν ανάπηρους κι άλλους τους σκοτώνουν, έχουμε εν ψυχρώ δολοφονίες, έχουμε αυτοκτονίες, έχουμε μακρές περιόδους κλεισίματος στην απομόνωση; Θα βοηθούσε την εξήγηση αν λέγαμε ότι ο πρωταγωνιστής της βρίσκεται να σέρνεται κυριολεκτικά ανάμεσα σε σκατά; Όχι. Πώς γίνεται τότε;
Το τρικ της ταινίας είναι πως, ενώ κάθε άλλο παρά αποκρύπτει στην αφήγησή της τη φρίκη, είτε μας ενημερώνει για αυτήν μόνο με λόγια, είτε οι εικόνες που χρησιμοποιεί κρατούν απόσταση από τον φετιχισμό του αίματος, του σοκ, του πόνου. Όταν ο Άντι σταματάει να αντιστέκεται, όταν είναι να ξεκινήσει η διαδικασία του βιασμού, η κάμερα έχει ήδη αρχίσει να αποχωρεί. Καθώς απομακρύνεται ακούμε τον αφηγητή να μας λέει ότι μακάρι να μπορούσε να μας πει ότι ο Άντι τα κατάφερε, αλλά δεν μπορεί. Ο σκηνοθέτης θα μπορούσε όμως να μας δείξει κάτι. Δεν μας δείχνει τίποτα. Ο πολλαπλώς βιασμένος Άντι Ντουφρέιν δεν θα βιαστεί ποτέ σε επίπεδο εικόνας. Δεν θα καταγραφούν τέτοιες εικόνες στη μνήμη μας, η μνήμη μας τελικά άλλα θα συγκρατεί από τον ίδιο και την ιστορία του.
Πέντε πλάνα περισσότερα να είχε η ταινία, δέκα δευτερόλεπτα παραπάνω διάρκεια, θα ήταν μια διαφορετική ταινία. Πιθανώς μια ταινία πιο εντός εισαγωγικών έντιμη, πιο ρεαλιστική, πιο επώδυνη, πιο ξεβολευτικά σκοτεινή. Από την άλλη είναι άραγε εξ ορισμού μεμπτή η μη έμφαση στην απεικόνιση της φρίκης; Αξιοθαύμαστο και τίμιο και γενναίο σινεμά είναι μόνο το σινεμά που περιέχει σκηνές οι οποίες μας γυρνάνε το στομάχι; Στην πιο εμβληματική σκηνή της ταινίας ο Άντι Ντουφρέιν θεωρητικά πρέπει να είναι ακόμα γεμάτος σκατά. Δεν τα βλέπουμε Ο Φρανκ Ντάραμποντ βρήκε τη μαγική συνταγή ώστε να τα πλύνει, με βροχή, με λύτρωση από ψηλά. Ας μην κοιτάμε ντε και καλά συγκαταβατικά ταινίες που μέσα στο σκοτάδι επιλέγουν να βλέπουν φως. Δεν είναι ντε και καλά πιο προχωρημένο ιδεολογικά, καλλιτεχνικά, αισθητικά ένα σινεμά που προτιμά να κοιτάμε χαωμένοι στα σκοτάδια.
Το 1982 ο Στίβεν Κινγκ κάνει ένα συγγραφικό διάλειμμα από τις ιστορίες τρόμου, γράφοντας το “Different Seasons” που περιλαμβάνει τέσσερις νουβέλες. Το 1986 ο Ρομπ Ράινερ μεταφέρει στο σινεμά μια απ’ αυτές, το “The Body”, δίνοντάς μας το υπεραγαπημένο “Stand By Me”. Ο Φρανκ Ντάραμποντ αγοράζει με ευτελές τίμημα από τον Κινγκ, που θέλει να βοηθήσει νέους δημιουργούς, τα δικαιώματα μιας άλλης, του “Rita Hayworth and Shawshank Redemption”. Τη διασκευάζει εκτενώς σεναριακά και υποβάλει το σενάριό του προς χρηματοδότηση. Η Castle Rock Εntertainment αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση, ο εκ των συνιδρυτών της Ράινερ ενθουσιασμένος απ’ το σενάριο προτείνει στον Ντάραμποντ να το γυρίσει ο ίδιος, δίνοντάς του υψηλότατη αμοιβή για το σενάριο και προσφέροντας του τη δυνατότητα να γυρίσει όποια άλλη ταινία θέλει με τα χρήματα της Castle Rock. Ο Ντάραμποντ αμφιταλαντεύεται λίγο, αλλά πιστεύει πολύ στην ταινία για να την αφήσει. Βάσει συμβολαίου η Castle Rock θα μπορούσε να τον κρατούσε μόνο ως σεναριογράφο και να έδινε τη σκηνοθεσία στον Ράινερ. Ωστόσο τίποτα απ’ αυτά δε γίνεται, το 1994 ο Ντάραμποντ γυρίζει ο ίδιος την ταινία, έχοντας όπως δηλώνει τον Ράινερ ως μέντορα.
Ο Ντάραμποντ φτιάχνει ένα σενάριο στο οποίο η κάθε λέξη είναι στη σωστή της θέση, χωρίς να περισσεύει καμία, και μετά το σκηνοθετεί με ζέση, φροντίζοντας εξονυχιστικά το κάθε πλάνο του, ώστε σαν τις λέξεις του να είναι όλα στη σωστή τους θέση. Ο Ρότζερ Ντίκινς στη διεύθυνση φωτογραφίας κάνει παπάδες, ο Τιμ Ρόμπινς και ο Μόργκαν Φρίμαν βγαίνουν μπροστά, αλλά πίσω τους υπάρχει μια πλειάδα από άλλες εξαιρετικές ερμηνείες. Απ’ την πρώτη ως την τελευταία του στιγμή το «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ» είναι μια ταινία που σου μεταδίδει την αφοσίωση, το ταλέντο και την αγάπη με τα οποία φτιάχτηκε.
Θα κλείσω με τον επίλογο της κριτικής του Ρότζερ Έμπερτ, όταν ξαναείδε την ταινία το 1999: “Watching the film again, I admired it even more than the first time I saw it. Affection for good films often grows with familiarity, as it does with music. Some have said life is a prison, we are Red, Andy is our redeemer. All good art is about something deeper than it admits”.





