Έχει λίγες μέρες που έπεσε η αυλαία στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων όπου 11 μέρες από το γεμάτο κόσμο κέντρο της στο Παλιό Ενετικό Λιμάνι με τον εμβληματικό Φάρο, από το Βενιζέλειο Ωδείο στο Πνευματικό Κέντρο και μετά πάλι κάτω στο Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου στο ιστορικό Μεγάλο Αρσενάλι που δεσπόζει από τον 16 αι., μας καθοδηγούσε μια ασπρόμαυρη φιγούρα με μια κάμερα στον ώμο με την υπογραφή του Γιάννη Κουρούδη. Μετρά 12 γεμάτες χρονιές πια και συνεχίζει με στόχο να μεγαλώσει, να ωριμάσει, να εξελιχθεί διατηρώντας αυτή τη ζεστή ατμόσφαιρα που έχει καταφέρει να συνθέσει η μικρή αλλά φιλόξενη ομάδα του, αγκαλιάζοντας κάθε χρόνια επισκέπτες και ταινίες από όλο τον κόσμο.

 

 

«Είναι πολύ μεγάλο το εγχείρημα που πολλές φορές μας ξεπερνάει, αλλά νομίζω ότι αυτή η αρμονία και ο κοινός στόχος έρχεται να τα καλύψει όλα. Δεν είναι εύκολο αυτό το ταξίδι, είναι όμορφο», είναι οι πρώτες φράσεις του καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ, Ματθαίου Φραντζεσκάκη στην τελετή έναρξης.

«Το βασικό είναι να δούμε σινεμά», λέει και αυτές τις 11 μέρες οι αίθουσες γέμισαν με προβολές, αφιερώματα, εκπαιδευτικά προγράμματα, εργαστήρια και προβολές για σχολεία, ειδικές βραδιές, εκθέσεις, συζητήσεις, παρουσιάσεις.

 

 

Τιμώντας τον Γιώργο Αρβανίτη – Ένας σπουδαίος άνθρωπος και καλλιτέχνης που «δεν προστατεύει τον μύθο του»

Και το κάδρο γίνεται ασπρόμαυρο. Tο «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» του Ντίνου Κατσουρίδη με τον αείμνηστο Θανάση Βέγγο μας εισάγει στον κόσμο του σπουδαίου Γιώργου Αρβανίτη, ένα από τα τιμώμενα πρόσωπα για το φετινό φεστιβάλ, με 112 ταινίες στο ενεργητικό του.

«Αυτές οι ταινίες ήταν του χεριού», μας λέει, «γιατί ούτε χρήματα υπήρχαν, ούτε χρόνος υπήρχε, και μην ξεχνάμε ότι γίνονταν εν μέσω δικτατορίας. Ήταν πολύ δύσκολο, αλλά άξιζε ο αγώνας».

 

 

Μας μιλάει για τη μετάβαση από την Finos Film στο άλλο μεγάλο κεφάλαιο της ζωής του, τη συνεργασία με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

«Έκανα ταινίες έγχρωμες με φτερά και πούπουλα, φωτογράφιζα την εθνική μας σταρ, τη Βουγιουκλάκη, στον Πίπη, τις “Θαλασσιές τις χάντρες” και σε άλλα και ξαφνικά συναντιέμαι με τον Αγγελόπουλο και κάνω την “Αναπαράσταση”. Βρίσκομαι σε έναν άλλο χώρο με άλλα πρόσωπα, με αληθινά πρόσωπα, σε ένα χωριό στα Ζαγόρια, και με θέμα τη μετανάστευση. Εκεί εγώ ξύπνησα και μετά από αυτό έφυγα από τον Φίνο, διότι ξαναβρήκα το φως των παιδικών μου χρόνων. Μου βγήκε μόνη της η φωτογραφία. Ήταν αυτό που με γέμιζε», περιγράφει ο Γιώργος Αρβανίτης.

 

 

Από την άλλη «Με τον Αγγελόπουλο ήταν μια σχέση αγάπης και μίσους», όπως σημειώνει, που χάρισε στην ιστορία του κινηματογράφου 11 ταινίες.

Μοιράζεται μαζί μας τη βαθιά συγκίνησή του με την επίσκεψή του στα Χανιά με αναμνήσεις από τις «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη αλλά και από τα «Πέτρινα Χρόνια» και τις «Μέρες του ’36» του Αγγελόπουλου με γυρίσματα στο εμβληματικό Φρούριο Ιτζεδίν, όπου και ξαναβρέθηκε μετά από 52 χρόνια.

 

 

«Κάθε ταινία έχει ένα βάσανο», λέει. «Προσπαθώ σε κάθε ταινία να μην είμαι ο ίδιος. Εάν κοιτάξετε τις ταινίες με τον Αγγελόπουλο διαφέρουν μεταξύ τους. Εκεί φοβόμουν μήπως γίνω μανιέρα, γιατί ήμουν μες στη βροχή, στη λάσπη, στο χιόνι και προσπαθούσα να βρω κάτι. Ορισμένες φορές τα κατάφερνα, ορισμένες όχι, αλλά τι να κάνεις; Η αποτυχία είναι μέσα στο πρόγραμμα. Μια καλή φωτογραφία δεν είναι η φωτογραφία που γίνεται με πολλά ή λίγα φώτα, γίνεται με σωστά φώτα. Το φως δεν το χειρίζεσαι σαν μέσο τεχνικό, αλλά σαν μέσο έκφρασης. Εγώ προσπαθώ να εκφραστώ όπως νομίζω, όπως τα ερεθίσματα που μπαίνουν στο σενάριο και από την άλλη να τα μεταφέρω σε φωτισμό. Για να κάνεις μια καλή ταινία χρειάζεσαι τρία πράγματα κατά τη γνώμη μου: ένα καλό σενάριο, ένα καλό σενάριο και ένα καλό σενάριο. Πολλοί με ρωτάνε πως φωτίζω τα πρόσωπα και απαντάω ότι δεν φωτίζω τα πρόσωπα, φωτίζω τους χαρακτήρες.»

 

 

Αυτή η ζωή σαν ταινία, η ζωή του στο φως ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίου της Ελισάβετ Χρονοπούλου «Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως», που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του φεστιβάλ και στο οποίο η συγγραφέας καταγράφει τη συνομιλία της με τον Γιώργο Αρβανίτη.

 

 

«Όπως γράφω και στον επίλογο του βιβλίου, στην πορεία κατάλαβα πως περισσότερο από ένα βιβλίο του κινηματογράφου, περισσότερο από το ίδιο το φως και περισσότερο από ένα βιβλίο για την ιστορία της Ελλάδας, μια συγκεκριμένη όψη της, είναι ένα παράδειγμα του να ζεις, είναι ένα βλέμμα στον κόσμο, ένα προσωπικό βλέμμα στον κόσμο, ένα προσωπικό βλέμμα στην ανθρώπινη περιπέτεια, στη διαχείριση της δυσκολίας, στη συνέπεια, στις αρχές», αναφέρει η Ελισάβετ Χρονοπούλου μιλώντας για τον Γιώργο Αρβανίτη, έναν άνθρωπο αυτοδίδακτο στα πάντα, από το αξιακό του σύστημα μέχρι την τέχνη του, που όμως γρήγορα καταλαβαίνεις αυτό που ένιωσε και εκείνη, ότι «δεν προστατεύει τον μύθο του», πορεύεται με ταπεινότητα και απλότητα μακριά από ονόματα και φήμες.

Και συνεχίζει: «Ήθελε να κάνει ένα διαφορετικό σινεμά. Ήθελε να ανακαλύψει καινούργιους δρόμους. Ήθελε να φωτίσει διαφορετικά. Ήθελε να μη μείνει σε αυτά που ήξερε καλά. Ήθελε να δει τα βάσανα των ανθρώπων, γι’ αυτό έφυγε από τον Φίνο και τη λάμψη. Αυτό που τον έκαιγε ήταν να ερμηνεύσει με το φως, να ανακρίνει, να βρει ουσιαστικά με μια προσέγγιση αγάπης τα βάσανα του ανθρώπου και πώς τα διαχειρίζεται. Ήθελε να φωτίσει ένα ταξικό σκοτάδι, ένα πολιτικό σκοτάδι, ένα σκοτάδι ψυχικό. Όλα τα σκοτάδια δηλαδή ήταν στην πραγματικότητα η πολύ μεγάλη αγάπη του για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι το έργο του είναι βαθιά ψυχογραφικό και ανθρωποκεντρικό. Αν δεις το έργο του ολόκληρο ο Αρβανίτης ψάχνει τον άνθρωπο, ψάχνει το βλέμμα, ψάχνει τη γκριμάτσα, ψάχνει τον πόνο των ανθρώπων για να μας τον δείξει με παράπονο, με το παιδικό του παράπονο και αυτό το παράπονο είναι εκεί ακόμα».

 

 

Με τον Γιώργο Αρβανίτη να κλείνει λέγοντας: «Κοιτάξτε, είναι ευτυχία γιατί βρέθηκα σ’ έναν καιρό, σε μια περίοδο που γίνανε σημαντικά πράγματα και ήμουν εκεί. Βεβαίως το πλήρωσα, γιατί δεν ήμουν πολύ με τα παιδιά μου, δεν έπαιξα με τα παιδιά μου. Έπρεπε να δουλεύω πολύ, αλλά είμαι γεμάτος κινηματογράφο και είμαι ευτυχής… Και πρέπει να πω ότι στη ζωή ήμουν τυχερός. Τυχερός γιατί η τύχη είναι να ζήσω τη ζωή που έζησα και μέσα από τις δυσκολίες να τις καταλάβω και να τις ξεπεράσω μόνος μου».

 

 

Ιστορίες αφιερωμένες σε ανθρώπους που έσπασαν τη σιωπή και αγώνες που έγραψαν ιστορία

Τα ντοκιμαντέρ της Vania Turner και του Ιωσήφ Βαρδάκη απέδειξαν ότι η αλήθεια τελικά μας ξεπερνάει. Έδωσαν φωνή στην έμφυλη βία, στη βουτηγμένη στις ανισότητες κοινωνία μας, στα κινήματα που ξεκινούν από ένα γενναίο σπάσιμο της σιωπής, ένα βήμα προς το φως, μια αλλαγή πλεύσης, για τον αγώνα για το δίκαιο, το δικαίωμα στην ύπαρξη, στην ευτυχία, στην αγάπη.

Το “Tack” της Vania Turner είναι κομμάτι της ιστορίας του #MeToo στην Ελλάδα. Στην ιστοπλοΐα το  “tack” είναι η αλλαγή πλεύσης και η Σοφία Μπεκατώρου στήριξε μια νεότερη αθλήτρια, την Αμαλία για να πραγματοποιήσει τη δική της διαδρομή προς μια δίκη-ορόσημο όταν αποφάσισε να καταγγείλει τον πρώην προπονητή της για τη συστηματική κακοποίηση που υπέστη από εκείνον όταν ήταν παιδί.

Στις 18 Ιανουαρίου 2021 η Αμαλία έστειλε μήνυμα στη Σοφία, το οποίο θα αποτελούσε την αρχή του δικού της δικαστικού αγώνα. Eπί τρία χρόνια η σκηνοθέτιδα παρακολουθούσε με την κάμερά της την υπόθεση –και τη ζωή– της Αμαλίας και εμείς θεατές να πάσχουμε μαζί με της σαν να είναι φίλη μας, σαν να είναι αδερφή μας, σαν να είναι κόρη μας, σαν να είμαστε εμείς σε μια κοινωνία με ένα σαθρό δικαστικό σύστημα, που εξουθενώνει το θύμα και που για να βγει στο φως περνάει από σκοτάδια που δεν του αναλογούν.

Για το ντοκιμαντέρ του Ιωσήφ Βαρδάκη «ΑΚΟΕ/ΑΜΦΙ – Η ιστορία μιας επανάστασης (*Να κοιμάμαι στο στήθος του…)» όλα ξεκίνησαν και ολοκληρώθηκαν από ένα περιοδικό και τον covid, αφιερωμένο σε αυτούς που έκαναν το βήμα, σε αυτούς που κατέβηκαν τα σκαλιά…

Το 1977, μια ομάδα ανθρώπων ιδρύει το Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδος. Το Α.Κ.Ο.Ε., το περιοδικό «Αμφί» και τα γραφεία τους στο θρυλικό υπόγειο της οδού Ζαλόγγου, γίνονται πόλοι έλξης για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα της χώρας, προσφέροντας ένα σημείο αναφοράς για μια κοινότητα που αρχίζει να σχηματίζεται. Είναι μια επανάσταση που διεκδικεί το δικαίωμα στην ύπαρξη, το δικαίωμα στην ευτυχία, το δικαίωμα στην αγάπη.

«Η ιστορία αυτή είναι μια πολύ προσωπική ιστορία», αναφέρει ο Ιωσήφ Βαρδάκης.

«Εγώ ως γκέι έφηβος, ανακαλύπτοντας πρώτη φορά τον εαυτό μου έπεσε στα χέρια μου ένα τεύχος του ΑΜΦΙ, βρισκόμενος ακόμα στο Ρέθυμνο στα 16 μου. Με σοκ το διάβασα από το εξώφυλλο μέχρι το οπισθόφυλλο και ανακάλυψα ότι το να μπορέσω να διεκδικήσω την ταυτότητά μου ήταν μια πολιτική πράξη και ότι αυτό ήταν κάτι που με ενδιέφερε απόλυτα. Όταν ανέβηκα στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο δρόμος με έφερε στο Α.Κ.Ο.Ε. Ήμουν ένας από τους εθελοντές της τηλεφωνικής γραμμής. Ήταν μια περίοδος πολύ έντονη και ήθελα να πω αυτή την ιστορία, ειδικά για τις νεότερες γενιές που δεν ξέρανε ακριβώς τι συνέβαινε. Το ΑΜΦΙ ήταν πολύ γνωστό για την περίοδο του ’80 και διαβαζόταν πάρα πολύ από κόσμο που δεν ανήκε απαραίτητα στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Ήταν ένα αριστερό περιοδικό, πολιτικό με έντονο λόγο που ακόμα κι εμείς που ήμασταν στο κόμμα δεν ξέραμε ακριβώς πώς είχε δημιουργηθεί, πώς είχαν ξεκινήσει τα πράγματα και με είχε πιάσει μια περιέργεια να βρω το γιατί. Την περίοδο του covid χάρη σε κάποια χρήματα που δόθηκαν για ντοκιμαντέρ από το Υπουργείο Πολιτισμού, μπόρεσα να βρω χρηματοδότηση και τον χρόνο, γιατί κυρίως δούλευα στο θέατρο ως σκηνοθέτης, και μου δόθηκε η ευκαιρία να ψάξω τις εφημερίδες, να βρω το υλικό και να κάνω επιτέλους ταινία αυτή την ιστορία.»

 

 

Στο ντοκιμαντέρ παρατίθεται ιστορίες και σπάνιο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό και βλέπουμε να εμφανίζονται μεταξύ άλλων η Μπέτυ Βακαλίδου, ο Μάρκελλος Νύκτας, ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος, ο Άγγελος Παπαδημητρίου.

«Εφόσον δεν είχε καταγραφεί η ιστορία της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας στην Ελλάδα, θεωρώ ότι το συμπέρασμα που έβγαινε ήταν ότι δεν είχε και σημασία και γι’ αυτό δεν καταγραφόταν. Τότε το αρχειακό υλικό ήταν πάρα πολύ φτωχό, δηλαδή με πολύ μεγάλη έρευνα βρέθηκαν οι λίγες φωτογραφίες που βλέπουμε. Επίσης οι φωτογραφίες από τα γραφεία δεν υπήρχαν γιατί τότε δεν είχαμε όλοι κινητά να βγάζουμε φωτογραφίες ανά πάσα στιγμή. Τότε κάποιος έπρεπε συνειδητά να φέρει μια φωτογραφική μηχανή στα γραφεία και όλοι οι άλλοι να μην έχουν πρόβλημα να εμφανίζονται στις φωτογραφίες. Οπότε δεν ήταν κάτι απλό. Για να καλυφθεί αυτό το κενό, στράφηκα στο animation, στα κόμικς που σχεδίασε ο Στηβ Στιβακτής», περιγράφει ο σκηνοθέτης για την πρώτη του ταινία που οραματιζόταν πολλά χρόνια.

Το υπόγειο της Ζαλόγγου ήταν το δικό τους safe space τότε και όποιος κατέβαινε τα σκαλιά του, έβαζε χωρίς να το συνειδητοποιήσει το δικό του ληθαράκι στην ιστορία, ενώ με φόντο το σήμερα δεν μπορείς να μη σκεφτείς ότι μετά από αγώνες και κατακτήσεις χρόνων τα λίγα βήματα προς το υπόγειο έγιναν μια μεγάλη παρέλαση κάθε χρόνο στο κέντρο της πόλης.

«Τα πράγματα ήταν απλά. Στην πραγματικότητα μιλάμε για την ελευθερία στην αγάπη, δεν μιλάμε για κάτι άλλο», τονίζει.

Από το φρούριο της Γραμβούσας στα ανθρώπινα… ερείπια

Την έναρξη του 12ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κήρυξαν «Οι Πειρατές της Γραμβούσας», το πρώτο ιστορικό ντοκιμαντέρ της Δήμητρας Μπαμπαδήμα.

«Η σκέψη ήταν από την αρχή να κάνω ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ, δελεαστικό για όλες τις ηλικιακές ομάδες και για τους ανθρώπους που δεν παρακολουθούν ιστορικά ντοκιμαντέρ», αναφέρει η σκηνοθέτιδα.

Ένα οχυρό κατακτητών, ένα κρησφύγετο πειρατών ή ένα σημείο φόρτισης για τους αγωνιστές της ελευθερίας; Στο βορειοδυτικό τμήμα του Νομού Χανίων βρίσκεται το νησί της Γραμβούσας, σε πλεονεκτική και δύσκολη ταυτόχρονα φυσική θέση όπου δέσποζε ένα απόρθητο φρούριο, μια τοποθεσία γεμάτη μυστικά που έγινε η βάση των πειρατών. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η πειρατεία παρά τα όσα θα περίμενε κανείς ήταν το μέσο για να βρουν φαγητό αλλά και την ελευθερία τους.

Η ομάδα των ιστορικών ταξίδεψε πολύ σε ένα συνεχόμενο work in progress από την αρχή μέχρι το τέλος με τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο ως αφηγητής να μας καθοδηγεί σε αυτό το ταξίδι.

«Ο τόπος γεννάει τις αξίες, όπως ο Ψηλορείτης γέννησε την κρητική λύρα, έτσι και ο τόπος δημιουργεί αυτό το αίσθημα της ελευθερίας που είναι πολύ σημαντικό, της ελευθερίας της πράξης αλλά και της σκέψης. Και γι’ αυτό νομίζω μέσα από τα ταξίδια οι Κρητικοί είχαν την ανάγκη να απομονωθούν σε ένα μικρό μέρος που θα τους δώσει την αίσθηση ότι μπορούν να υπάρχουν και να ζουν ελεύθεροι», σημειώνει ο ηθοποιός.

 

 

Συνεχίζοντας με τις ελληνικές μικρού μήκους του φεστιβάλ η Αφροδίτη Κατερινοπούλου ξεκινώντας με μια σπουδαστική ταινία δημιουργεί το “long live lateness” και μας μιλά για την τελειομανία με ένα σαρδόνιο χιούμορ εμπνευσμένη από τη δική της πάλη με αυτή. Η Λίνα και η οκτάχρονη κόρη της Λάουρα υποφέρουν από τελειομανία μέχρι που αποφασίζουν να την «καταπολεμήσουν» καθυστερώντας στο επόμενο ραντεβού τους για πρώτη φορά στη ζωή τους.

Ο Λευτέρης Παρασύρης με το “Ruins Within Ruins” σε ένα σύμπαν από παραδοσιακούς και ambient ήχους εμπνευσμένους από τη φύση και την ηλεκτρονική μουσική και μια ομάδα πέντε χορευτών που μέσα από διαφορετικά σημεία της Κρήτης, εξετάζουν τη σχέση του ανθρώπινου σώματος με τη μνήμη και την ταυτότητα του τόπου.

«Η ταινία γεννήθηκε από μια ιδέα που είχα μέσα από ένα φωτογραφικό πρότζεκτ που κατέγραφα ερείπια στο νομό Ηρακλείου, κυρίως μου έκανε εντύπωση η μεγάλη ακινησία και αποδόμηση που είχαν τα κτίρια και οι κατασκευές. Ειδικά μετά την κρίση άρχισαν να αυξάνονται αυτά τα κτίρια και γεννήθηκε η ιδέα μέσα από το γεγονός ότι αυτά βρίσκονταν πολύ κοντά σε αρχαιολογικούς χώρους και ερείπια και έτσι αρχίσαμε να συνθέτουμε κάποιες κοινές κινησιολογικές φόρμες επηρεασμένοι από μινωικές φόρμες και τον κρητικό χορό», εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Την απάντηση σε αυτά τα σώματα ανάμεσα στα ερείπια έρχεται να δώσει το “Setback” της Ρούσσας Μαρκάκη κλείνοντας αυτόν τον κύκλο προβολών χωρίς λόγια, «φωνάζοντάς» μας όμως ότι «πολλές φορές λειτουργούμε και εμείς σαν ανθρώπινα ερείπια. Κάποια στιγμή όμως θα πρέπει να πάρουμε μια απόφαση. Η πρωταγωνίστρια χρειάστηκε να κάνει επιλογές μέσα σε ένα περιβάλλον που την καταπίεζε για να μπορέσει να προχωρήσει στον πυρήνα των πραγματικών της θέλω. Έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι κλείνουν οι κύκλοι. Δεν χρειάζεται να κλείνουν οι κύκλοι. Οι κύκλοι χρειάζεται να συνεχίζονται. Και αυτό ακριβώς είναι το “δεν πειράζει”.  Ας αφήσουμε τον κύκλο να εξελιχθεί, να μεταμορφωθεί και να μετασχηματιστεί σε άλλα σχήματα».