Αυτή τη φορά η διαφορά ήταν η λαϊκή ψήφος. Μπορεί κάποιοι να το θεωρήσουν απλώς συμβολικό, αφού οι εκλογές κρίνονται από τους εκλέκτορες και τις περίφημες swing states και όχι από τη συνολική ψήφο στην επικράτεια, αλλά η σημασία της λαϊκής ψήφου μας δίνει τον παλμό της χώρας. Το 2016 και παρά τη νίκη του, ο Τραμπ έχασε τη λαϊκή ψήφο από την Χίλαρι Κλίντον, (πήρε δηλαδή σε εθνικό επίπεδο λιγότερες ψήφους από αυτήν), αλλά κέρδισε όλες τις πολιτείες κλειδιά. Το 2020 απέναντι στον Μπάιντεν έχασε και τη λαϊκή ψήφο και τις πολιτείες κλειδιά.

Όμως τώρα, οι σχεδόν πέντε εκατομμύρια ψήφοι που μέχρι στιγμής προηγείται της Χάρις συνολικά στην επικράτεια δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας: ο Τραμπ κέρδισε καθαρά και εμφατικά, δεν «έκλεψε» τις εκλογές. Αυτό άλλωστε φαίνεται από το ότι ακόμα και σε πολιτείες που οι δημοκρατικοί είναι πανίσχυροι (και τις οποίες κέρδισε και φέτος η Χάρις με άνεση), τα ποσοστά του Τραμπ αυξήθηκαν. Ακόμα κι αν αυτό έχει φαινομενικά μηδαμινή σημασία, δείχνει αν μη τι άλλο ότι ο Τραμπ έχει γίνει αποδεκτός από ένα ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, έχει «κανονικοποιηθεί» και δεν λειτουργεί απλώς ως μία ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στις ελίτ. Οι λόγοι έχουν αναλυθεί εξαντλητικά, όλοι οι πραγματικοί ή αυτόκλητοι αναλυτές έχουν εκφράσει τη γνώμη τους, και σε κάτι που εξ’ ορισμού είναι πολυπαραγοντικό, όλοι οι λόγοι ισχύουν ως ένα βαθμό. Εγώ απλά μένω στα γεγονότα και σε κάποιες παρατηρήσεις:

Πρώτον, η έννοια του ιδανικού (όποιο κι αν είναι αυτό) είναι και θα είναι δευτερεύον κίνητρο για τους ψηφοφόρους σαν μέσο όρο. Πολλοί είχαν επενδύσει στη μαζική γυναικεία ψήφο λόγω της απαγόρευσης των αμβλώσεων και λόγω της ευρύτερης συμπεριφοράς του Τραμπ (ας μη ξεχνάμε ότι ο πορτοκαλί άρχοντας της περούκας, στην προτελευταία του μόλις ομιλία προσποιήθηκε ότι έκανε πεολειχία στο μικρόφωνο, είπε ότι θα «προστατέψει της γυναίκες, είτε το θέλουν είτε όχι», κατηγορούσε την Χάρις και την Πελόζι ως ηλίθιες κλπ). Κι όμως, οι λευκές γυναίκες ψήφισαν τον Τραμπ κατά πλειοψηφία. Αυτό επίσης σημαίνει ότι προκειμένου να εμπιστευτούν οι Αμερικάνοι πολίτες μία γυναίκα για πρόεδρο θα χρειαστεί μία πραγματικά χαρισματική και ενωτική φυσιογνωμία που υπερβαίνει διαχωριστικές γραμμές και παρατάξεις. Κάποιοι δημοκρατικοί ελπίζουν ότι αυτή θα είναι η Μισέλ Ομπάμα. Δεν είμαι σίγουρος αλλά θα δούμε.

Δεύτερον, η οικονομία θα παίζει πάντα κυρίαρχο ρόλο. Αν και η διακυβέρνηση Μπάιντεν τα πήγε καλά στους βασικούς οικονομικούς δείκτες, η ακρίβεια πλήγωσε πολύ τον μέσο Αμερικάνο, ακόμα και στις πολιτείες υψηλού εισοδήματος. Εδώ έρχεται η τοτεμική φιγούρα Τραμπ ως ο «μεγάλος επιχειρηματίας». Αν ακούσεις τον κάθε  ψηφοφόρο Τραμπ στο γιατί θα τον ψηφίσει (και αν εξαιρέσουμε τους ακραίους), ο βασικός λόγος που αναφέρουν είναι η ιδιότητά του ως επιχειρηματία, ότι δηλαδή δεν ανήκει στη λέσχη των πολιτικών καριέρας, αλλά ξέρει την πιάτσα και την πραγματικότητα. Αυτό από μόνο του δεν είναι ψευδές, αλλά προκαλεί το επόμενο ερώτημα: πώς έχει καταφέρει ένας δισεκατομμυριούχος που στηρίζεται από δισεκατομμυριούχους να έχει τόσο μεγάλη πέραση στην εργατική τάξη των λευκών, παραδοσιακά προνομιακός χώρος των δημοκρατικών;

Το τελευταίο είναι το μόνο που πιστεύω ότι έχει εξηγηθεί επαρκώς: η περιθωριοποίηση των φτωχών λευκών από ένα woke, προνομιούχο νεανικό κοινό των μεγάλων αστικών κέντρων εξουσίας τους έχει οδηγήσει σε απόλυτη, και ως ένα βαθμό δικαιολογημένη, οργή. Ο Τραμπ τους δίνει την εντύπωση έστω ότι τους αφουγκράζεται, ότι η ζωή τους έχει σημασία και δεν είναι για τα σκουπίδια, (άσχετα αν αμφιβάλλω ότι του καίγεται καρφί).

Αυτά που όμως με προβληματίζουν περισσότερο είναι τα εξής δύο: καταρχάς τι είδους θητεία θα δούμε από τον Τραμπ 2.0. Μήπως θα δούμε μία ακραία, αδίστακτη εκδοχή του, χωρίς ίχνος σεβασμού σε θεσμούς; Τουλάχιστον στην πρώτη του θητεία είχε συνεργάτες που είχαν γνώση των θεσμών (τους περισσότερους εξ’ αυτών τους απέλυσε). Τώρα υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει χωρίς κανένα φρένο, χωρίς την παραμικρή συστολή, με εκδικητική μανία. Υπάρχει μέχρι και ο ακόμη πιο σοβαρός κίνδυνος της συνειδητής απόπειρας εκτροπής του πολιτεύματος. Φαίνεται πως το μόνο χαλινάρι που υπάρχει είναι η ίδια του η ηλικία. Όμως δε νομίζω ότι κάτι τέτοιο συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες.

Αυτό που με τρομάζει πιο πολύ είναι η στήριξη ανθρώπων όπως ο Έλον Μασκ, αλλά παράλληλα και η απόφαση του Μπέζος να δηλώσει ουδετερότητα μέσω της Washington Post της οποίας είναι ο ιδιοκτήτης, μίας εφημερίδας που αποτελεί παραδοσιακά έναν φρουρό των θεσμών και έναν ελεγκτή της εξουσίας. Τι σημαίνει αυτή η συμμαχία Τραμπ-Μασκ, είναι ένα απλό quid pro quo με ανταλλάγματα και οφέλη και για τους δύο ή κάτι ακόμα πιο περίπλοκο; Μήπως ο ίδιος ο Μασκ προαλείφεται για μια καριέρα στην πολιτική ως διάδοχος του Τραμπ; Γιατί ένας από τους υπέρμαχους της μετάβασης προς τις ανανεώσιμες πηγές συμμαχεί με κάποιον που θεωρούσε την κλιματική κρίση ως παραμύθι;

Φορέστε τις ζώνες σας γιατί ξεκινάμε άλλο ένα ταξίδι με οδηγό τον Ντόναλντ. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα βαρεθούμε.