Την Κυριακή, 9 Ιανουαρίου, 2000, ο δωδεκάχρονος Μάλκολμ (Φράνκι Μιούνιζ), σπάζοντας για πρώτη φορά τον τέταρτο τοίχο, ρωτάει τον θεατή, «ξέρετε ποιο είναι το καλύτερο με την παιδική ηλικία; Ότι κάποια στιγμή τελειώνει».
Και τελείωσε.
Δημιουργημένο από τον Λίνγουντ Μπούμερ, το Malcolm in the Middle είναι οι ιστορίες μιας δυσλειτουργικής φτωχής οικογένειας και της καθημερινότητάς τους από τότε που ανακαλύπτουν πως ο Μάλκολμ έχει 165 IQ και το σχολείο του τον τοποθετεί σε μια τάξη με χαρισματικά παιδιά. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είναι ο δεκαεξάχρονος Φράνσις (Κρίστοφερ Μάστερσον), που τον βρίσκουμε να φοιτά σε μια στρατιωτική σχολή ως τιμωρία για την παραβατική συμπεριφορά του, ο δεκατριάχρονος Ρις (Τζάστιν Μπέρφιλντ) που τον γνωρίζουμε ως έναν μεγάλο νταή αλλά αργότερα ανακαλύπτουμε την έφεσή του στη μαγειρική, και ο εξάχρονος Ντιούι (Έρικ Περ Σάλιβαν) που ως ο μικρότερος γιος είναι και ο πιο παραμελημένος από την οικογένεια και αυτός που μεγαλώνοντας έχει τα περισσότερα παράπονα καθώς δεν έχει ούτε ένα εσώρουχο που να μην το έχει φορέσει ένα από τα αδέρφια του, αλλά όπως και ο Μάλκολμ έτσι αργότερα κι εκείνος ανακαλύπτει πως είναι ιδιοφυία στη μουσική. Οι γονείς τους είναι η Λόις (Τζέιν Κατσμάρεκ) και Χαλ (Μπράιαν Κράνστον), με την Λόις να εκτελεί ρόλο θηριοδαμαστή και να πρέπει να περνάνε όλα από τα χέρια της και τον Χαλ να κάνει ό,τι κάνει από φόβο. Το σημαντικό για τη σχέση τους είναι πως ακόμα μετά και από τέσσερα παιδιά θέλουν παθιασμένα ο ένας τον άλλο και γι’ αυτό, αν και όχι σκόπιμα, η Λόις γεννάει ακόμα ένα αγόρι τον Τζέιμι, τον οποίο τον γνωρίζουμε μόνο ως μωρό, και στο φινάλε της σειράς μαθαίνουμε πως είναι ξανά έγκυος όταν πέφτουν τίτλοι τέλους.
Αυτό που έκανε το Malcolm in the Middle μοναδικό και πρωτοποριακό ήταν να αποφύγει να χρησιμοποιήσει τα ίδια εργαλεία που χρησιμοποιούσαν όλα τα υπόλοιπα sitcoms εκείνη την εποχή, κυρίως τα laugh tracks (τα γέλια από το κοινό που ακούμε σε σειρές όπως τα Φιλαράκια) και τα γυρίσματα να γίνονται μονάχα με μία κάμερα δίνοντας στα κάδρα περισσότερη προσοχή και βάθος. Όλοι οι πρωταγωνιστές έχουν πραγματικά και σοβαρά προβλήματα με ξεκάθαρο ταξικό και κοινωνικό υπόβαθρο και όχι άμυαλες παρεξηγήσεις για να γεμίσουν ένα εικοσάλεπτο επεισόδιο.

Επίσης, θέματα όπως το σεξ, η ομοφυλοφιλία, η φτώχεια, η εργασία, ο ρατσισμός ή τα άτομα με αναπηρία, αντιμετωπίζονται με ωριμότητα και χιούμορ και όχι σαν κάτι που το σπρώχνουμε κάτω από το χαλάκι και παριστάνουμε ότι δεν υπάρχει στη φούσκα των επεισοδίων. Το πιο σημαντικό απ’ όλα, είναι το πώς αναδεικνύεται η σχέση της Λόις και του Χαλ μεταξύ τους, αλλά και η σχέση που έχουν με τα παιδιά τους. Η σειρά δεν δέχεται να τους παρουσιάζει μόνιμα σαν καρικατούρες που φωνάζουν στους γιους τους, αλλά να ρίξει φως στη ζοφερή καθημερινότητα των ενηλίκων που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα οικονομικά και τις δουλειές που πρέπει να κάνουν για να επιβιώσουν.
«Οι δουλειές σου δίνουν λιγότερα απ’ όσα αξίζεις, αλλά αρκετά για να σε κάνουν να επιστρέψεις για περισσότερα», λέει η Λόις στον Μάλκολμ. Σε μερικά επεισόδια γνωρίζουμε τις οικογένειες από τις οποίες κατάγονται η Λόις και ο Χάλ και ενώνουμε τα κομμάτια για το πώς και οι ίδιοι αντιδρούν όπως αντιδρούν σε πολλές κοινωνικές περιστάσεις, αλλά και την τοξική συμπεριφορά που έχουν απέναντι στα παιδιά τους, ιδιαιτέρως στον Φράνσις που τον έχουν στείλει σε στρατιωτική σχολή μήπως και φτιάξει χαρακτήρα και είναι πάντα αποκομμένος από την οικογένειά τους. Η σειρά τολμά να αμφισβητήσει την έννοια της «Αγίας Οικογένειας» και να δείξει μια μητέρα σε μια κωμωδία με βαθιά, ανθρώπινα συναισθήματα, που καμιά φορά αμφισβητεί την απόφασή της να κάνει οικογένεια. Όμως, δίχως να δικαιολογεί τοξικές συμπεριφορές, τα πάντα προέρχονται από μια πηγή αγάπης και ενδιαφέροντος και είναι γλυκό που αν και προβληματική οικογένεια, σε κάθε επεισόδιο τους βλέπουμε πάντα να τρώνε φαγητό μαζί στο ίδιο τραπέζι, να διασκεδάζουν και να συζητάνε.

Όπως ήταν η παράδοση για πολλές σειρές που ξεκίνησαν τον 20ο αιώνα, αλλά και τα πρώτα δέκα με δεκατρία χρόνια του 21ου και είχαν είκοσι με είκοσι δύο επεισόδια ανά σεζόν, κάθε νέα σεζόν έπρεπε να ξεπεράσει την προηγούμενη με αποτέλεσμα η οικογένεια του Μάλκολμ να γίνεται πιο υπερβολική και οι περιπέτειες που μπλέκουνε πιο ακραίες, με αποτέλεσμα να θυμίζει περισσότερο κινούμενο σχέδιο. Επιπλέον, άρχισαν να αμφισβητούνται οι συνέπειες του σεναρίου από το ένα επεισόδιο στο άλλο. Δηλαδή, σε ένα επεισόδιο μπορεί η Λόις να κερδίζει ένα αυτοκίνητο, κάτι που μια οικογένεια με τόσα μέλη χρειάζεται απελπισμένα, αλλά στο επόμενο επεισόδιο να συζητάνε ότι πρέπει να πάρουν ένα καινούργιο ενώ αυτό που κέρδισε έχει εξαφανιστεί. Και πολλοί βοηθητικοί χαρακτήρες, είτε ήταν για μια σεζόν είτε για περισσότερες, άρχισαν να εξαφανίζονται από τη σειρά δίχως κάποια εξήγηση.
Δεν έγινε ποτέ μια σειρά που δεν βλέπεται, αλλά η καρδιά και η ευαισθησία που χαρακτήριζαν τα περισσότερα επεισόδια άρχισε να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα για περισσότερες γκάφες. Οι χαρακτήρες μπορεί να ήταν εγωιστές και συμφεροντολόγοι κάποιες φορές, αλλά δεν ήταν κακοί ή μοχθηροί, και όμως αργότερα οι γονείς του Μάλκολμ του κλέβουν χρήματα σε δύο διαφορετικές περιστάσεις και η σειρά τα προσπερνά σαν αστειάκι. Μέσω της Λόις περισσότερο, βλέπουμε την παγωμένη πλευρά της ενήλικης ζωής και τις θυσίες που πρέπει να γίνουν για να μπορείς να μεγαλώσεις τα παιδιά σου, αλλά ταυτόχρονα είναι μια γυναίκα με ισχυρή γνώμη για την κοινωνία και στις πρώτες σεζόν ποτέ δεν θα συμπεριφερόταν σαν κυρ-Παντελής για να εξασφαλίσει τη θεσούλα και τη δουλίτσα της, αλλά στις επόμενες σεζόν τη βλέπουμε να είναι εργαλείο του συστήματος και να καταδίδει ακόμα και το ίδιο της το παιδί όταν καταλήγει να δουλεύει στο ίδιο μαγαζί μαζί της. Ξανά, προσπαθούν να περάσουν ένα «μήνυμα», αλλά κάτι τέτοιες πράξεις είναι πιο δυνατές και όλοι οι χαρακτήρες υποφέρουν από τέτοιες σεναριακές επιλογές.
Το μόνο σίγουρο είναι πως το Malcolm in the Middle ήταν μια σειρά με σίγουρη ημερομηνία λήξης. Όχι πως επτά σεζόν είναι λίγες, αλλά με ό,τι προαναφέρθηκε και με τα τρία από τα πέντε παιδιά να βγαίνουν από την εφηβεία, δεν ήταν σίγουρο πώς θα συνεχιζόταν η σειρά αν τελικά έφτανε και όγδοη σεζόν, και γι’ αυτό η έβδομη τελείωσε με τη Λόις για ακόμα μια φορά έγκυο. Η σειρά λειτουργεί καλύτερα με τα παιδιά σε παιδικές, προεφηβικές και εφηβικές ηλικίες. Οπότε, πώς είναι το Life’s Still Unfair, η αναβίωση της σειράς που κυκλοφορεί είκοσι χρόνια αργότερα μετά το τέλος της;

Η χημεία της Τζέιν Κατσμάρεκ και του Μπράιαν Κράνστον είναι εκπληκτική ακόμα και είκοσι χρόνια μετά. Βλέποντάς τους σε σκηνές μαζί μοιάζει σαν μια φυσική συνέχεια και όχι κάτι που σταμάτησαν και ξαναξεκίνησαν. Τα παιδιά που υποδύονταν τους γιους τού Χαλ και της Λόις δεν συνέχισαν την υποκριτική και οι περισσότεροι κάνουν άλλες δουλειές τώρα, αλλά όσοι επέστρεψαν φαίνεται σαν να φοράνε ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια που τους κάνουν ακόμα.
Ο Φράνκι Μιούνιζ, που έχει έναν μεγάλο αριθμό σκηνών, παραμένει ξεκαρδιστικός ως Μάλκολμ και τα ξεσπάσματά του είναι οι αγαπημένες μου στιγμές της σειράς. Ο Κρίστοφερ Μάστερσον και ο Τζάστιν Μπέρφιλντ δυστυχώς δεν έχουν αρκετά πράγματα να κάνουν, με τον Μάστερσον να παίζει παρόμοιες σκηνές, όπου τσακώνεται με τη μητέρα του που έχουμε δει εκατό φορές και τον Τζάστιν Μπέρφιλντ δυστυχώς να έχει εγκλωβιστεί με έναν Ρις που φαινομενικά είναι σαράντα χρονών, αλλά ψυχολογικά είναι σαν να παριστάνει τον αιώνιο έφηβο. Σε αυτό το σημείο, συνεχίζεται το ελάττωμα που παρατηρείται και στην αρχική σειρά, όπου εκεί που οι χαρακτήρες ωριμάζουν το σενάριο τους αναιρεί την προσωπική τους πρόοδο και τους επαναφέρει στις αρχικές τους θέσεις. Απ’ αυτό υποφέρουν και ο χαρακτήρας του Ρις και του Φράνσις, καθώς ο πρώτος είχε ταλέντο στη μαγειρική, αλλά η σειρά φαίνεται πως το ξέχασε, και ο δεύτερος είχε πάρει τη ζωή στα χέρια του τουλάχιστον δύο φορές, αλλά επειδή είχαν ξεμείνει από ιδέες τον έγραφαν να συμπεριφέρεται σαν παιδάκι ακόμα και όταν υποτίθεται πως είχε ωριμάσει.
Ο Έρικ Περ Σάλιβαν είναι ο μοναδικός ηθοποιός που δεν επιστρέφει από το αρχικό καστ, καθώς έχει ακολουθήσει άλλη σταδιοδρομία στη ζωή του και μένει μακριά από κάμερες, και τώρα τον Ντιούι υποδύεται ο Κάλεμπ Έλσγουορθ Κλαρκ, ο οποίος δεν έχει τίποτα να κάνει και στα τέσσερα επεισόδια. Βρίσκεται σε αυτή την παράξενη θέση όπου υποδύεται έναν αγαπημένο χαρακτήρα που οι σεναριογράφοι ξέρουν ότι δεν πρέπει να λείπει, αλλά ταυτόχρονα ξέρουν πως η παρουσία ενός νέου ηθοποιού θα αποσπά την προσοχή, οπότε οι σκηνές του Ντίουι είναι μόνο μέσω της κάμερας ενός λάπτοπ και δεν προσφέρουν καμιά ξεχωριστή στιγμή.

Η πλοκή είναι κάτι που έχουμε ξαναδεί και παλαιότερα, η Λόις και ο Χαλ προσπαθούν να γιορτάσουν την επέτειο του γάμου τους και αυτή τη φορά, δεδομένου πως όλα τους τα παιδιά είναι ενήλικα πλέον, δεν θέλουν να πάει τίποτα στραβά. Μόνο που όλα θα πάνε θεαματικά λάθος όταν ανακαλύψουν πως ο Μάλκολμ τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια τούς κρύβει πως έχει μια κόρη.
Αν και η έβδομη σεζόν τελείωσε με την οικογένεια δεμένη και με αλληλοκατανόηση, το Life’s Still Unfair επιλέγει να μας τους ξανασυστήσει αποξενωμένους και με έναν Μάλκολμ που δεν θέλει να έχει καμία σχέση με την οικογένειά του και με την υπερβολή πως κατάφερε για πάνω από μια δεκαετία να κρατήσει κρυφή την κόρη του, τη Λία (Κίλι Κάρστεν), ενώ παράλληλα πήγαινε πίσω στο σπίτι του για τυπικές επισκέψεις.
Από τους νέους χαρακτήρες, η Λία είναι αυτή που αναλαμβάνει την εφηβική οπτική στο έργο τώρα που ο Μάλκολμ ενηλικιώθηκε και όπως και ο πατέρας της, έτσι κι εκείνη μπορεί να σπάει τον τέταρτο τοίχο και να μιλά απευθείας στον θεατή. Η παρουσία της όμως αφήνει να εννοηθεί πως μελλοντικά μπορεί να υπάρξει μια συνέχεια με εκείνη ως βασικό χαρακτήρα, καθώς το Life’s Still Unfair πέραν από μια αναβίωση και «γιορτή», λειτουργεί και ως αυτό που λέμε “back-door pilot”, δηλαδή ένα επεισόδιο σε τηλεοπτική σειρά που λειτουργεί και ως πιλότος για μια επόμενη. Γενικότερα, η σχέση της Λία με τον πατέρα της δημιουργεί μια ωραία αντίθεση από τη σχέση που είχε ο Μάλκολμ με τους δικούς του γονείς, καθώς κάνει τα πάντα για να μην τους μοιάσει. Ένα από τα πιο ενδιαφέρονται χαρακτηριστικά του Life’s Still Unfair είναι που αναδεικνύει πώς οι γονείς μπορούν να σε επηρεάζουν και αργότερα στην ενήλικη ζωή σου και δεν είναι κάτι παροδικό που περνάει μόλις γίνεις δεκαοχτώ.
Στους νέους χαρακτήρες συγκαταλέγεται και ο Τζέιμι (Άντονι Τιμπάνο) που ναι μεν τον γνωρίζαμε από την πρώτη σειρά, αλλά τότε ήταν ένα μωρό δίχως προσωπικότητα, και επίσης μαθαίνουμε το Κέλλυ (Βον Μαρέι) -το μωρό που ήταν έγκυος η Λόις στο τελευταίο επεισόδιο, που στην εφηβεία είναι ένα μη-δυαδικό άτομο και στα αγγλικά χρησιμοποιεί τις αντωνυμίες they/them, αλλά για να απλοποιήσουμε λίγο τη γλώσσα στα ελληνικά θα χρησιμοποιώ το ουδέτερο.

Δυστυχώς, στην περίπτωση αυτών των δύο δεν υπάρχει ξεκάθαρο όραμα για τους χαρακτήρες τους και βρίσκονται στη σειρά επειδή οι σεναριογράφοι είναι υποχρεωμένοι να τους βάλουν λόγω της προϊστορίας τους. Όταν ήταν ένα μωρό ο Τζέιμι το μόνο που είχε να κάνει ήταν να μπλέκει σε αθώες σκανταλιές και έλυνε τα χέρια των δημοσιογράφων από το να του δημιουργήσουν έναν ξεκάθαρο χαρακτήρα, αλλά τώρα το μόνο που δείχνει η σειρά είναι ότι έχει μπράτσα. Καμία προσωπικότητα. Το Κέλλυ έχει πολλές περισσότερες ατάκες και καταλαβαίνω ότι πάνε να το παρουσιάσουν ως ένα δυναμικό άτομο που δεν σηκώνει πολλά πολλά από τη μητέρα του, όπως έκαναν τα αδέλφια του, αλλά καταλήγει να φαίνεται κάπως κακότροπο και το μόνο που καταλήγουμε να ξέρουμε για εκείνο είναι ότι για κάποιον ανεξήγητο λόγο του αρέσει να είναι χαφιές. Επίσης, είναι ακόμα μια περίπτωση ενός ΛΟΑΤΚΙ+ χαρακτήρα που οι σεναριογράφοι μπερδεύουν την ταυτότητα με την προσωπικότητα.
Μιλώντας για το σενάριο, υπάρχει ξεκάθαρο πρόβλημα εστίασης. Σε ένα τυπικό επεισόδιο του Malcolm in the Middle η ιστορία κινείται σε δύο άξονες. Ο βασικός είναι η ιστορία στο σπίτι του Μάλκολμ όπου ασχολούμαστε με όλους τους χαρακτήρες της οικογένειας με έναν απ’ αυτούς να είναι το βασικό θέμα του επεισοδίου. Ο δεύτερος άξονας είναι πάντα οι περιπέτειες του Φράνσις που σπανιότερα τον βλέπουμε μαζί με την οικογένειά του και συνήθως είναι στην άλλη άκρη της Αμερικής μόνος του να κάνει τα δικά του. Στο Life’s Still Unfair αυτό το μοτίβο εγκαταλείπεται και δεν αντικαθίσταται με κάτι συγκεκριμένο. Όταν κυκλοφορούσε το Malcolm in the Middle ήταν ένα εντελώς διαφορετικό τηλεοπτικό σκηνικό και τώρα αυτά τα τέσσερα επεισόδια δεν είναι τόσο επεισόδια όσο είναι κομμάτια μιας δίωρης ταινίας. Δεν είναι ξεκάθαρο αν το βασικότερο θέμα μας είναι τα προβλήματα της Λία στο σχολείο, η σχέση του Μάλκολμ με τους γονείς του, την κόρη του ή την κοπέλα του, η επέτειος της Λόις και του Χαλ, ή τα υπαρξιακά του Χαλ που αφιερώνουν ένα τεράστιο μέρος του τρίτου επεισοδίου σε αυτά -που είμαι σίγουρος ότι γίνεται επειδή τον υποδύεται ο Μπράιαν Κράνστον που έχει ακόμα μεγαλύτερη απήχηση μετά το Breaking Bad. Συνεπώς, χαρακτήρες που θα έπρεπε να είχαν περισσότερη προσοχή, όπως ο Φράνσις και ο Ρις, ανακυκλώνουν παλαιότερες σκηνές, με τον Φράνσις να έχει τα ίδια θέματα με την μητέρα του και τον Ρις την ίδια προβληματική συμπεριφορά, μόνο που δεν είναι το ίδιο γοητευτικό ή αστείο τώρα που είναι σαράντα χρονών.
Όλα αυτά τα προβλήματα θα λυνόντουσαν αν είχαν έναν διαφορετικό λόγο για τον οποίο πρέπει να βρεθούν αυτοί οι χαρακτήρες. Οι συγκυρίες του Life’s Still Unfair θα έπρεπε να ήταν πιο απλές και καθημερινές, όχι κάτι υπερβολικό όπως ένα πάρτι, γιατί τώρα, και με το σκεπτικό πως ίσως η σειρά είναι μια προειδοποιητική βολή που θα σημάνει την έναρξη ενός νέου κύκλου του Malcolm in the Middle, έχουν δημιουργηθεί κενά που μόνο άλλα δέκα επεισόδια θα κάλυπταν. Δύο ώρες δεν είναι αρκετές για ό,τι προσπάθησαν να κάνουν.
Τέλος, η πραγματική απογοήτευση των νέων επεισοδίων είναι στο σκηνοθετικό κομμάτι. Η σύνθεση των κάδρων είναι φτωχή· ο φωτισμός, κάτι που ήταν πάντα προσεγμένο, πλέον κάνει τα κάδρα επίπεδα και μουντά· και γενικά αυτό το ψηφιακό ψυχρό χρώμα κυριεύει σε κάθε σκηνή. Το Malcolm in the Middle πάντα έδινε την εντύπωση πως είναι κάτι που βλέπουν τα «κουλ παιδιά», αυτά που ψάχνονται αρκετά, και τώρα το έκαναν να φαίνεται σαν ακόμα μία σειρά σε streaming πλατφόρμα.
Το Malcolm in the Middle: Life’s Still Unfair είναι ένα ευχάριστο δίωρο για τους λάτρεις του Μάλκολμ και της οικογένειάς του, που είναι ακόμα πιο ευχάριστο αν δεν κάτσεις πολύ ώρα να σκεφτείς ό,τι είδες. Η Τζέιν Κατσμάρεκ και ο Μπράιαν Κράνστον είναι ο συνδετικός κρίκος που κάνει όλο το εγχείρημα να λειτουργεί και η υπόσχεση ότι μπορεί να υπάρξει συνέχεια δεν είναι κάτι ανεπιθύμητο, αλλά επειδή δύσκολα αναβιώνεις περασμένες δόξες, θα πρέπει να βρει τα δικά του πατήματα έτσι ώστε να μην φαίνεται μια απελπισμένη προσπάθεια. Τουλάχιστον, η τελική εικόνα δείχνει πως όλοι πέρασαν καλά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και αυτό είναι σημαντικό για ένα sitcom.
