Είναι μερικές φωνές που τις θεωρούμε δεδομένες γιατί μας συντροφεύουν μια ζωή. Είναι κάποιοι καλλιτέχνες που θεωρούμε ότι μας ανήκουν γιατί τους τραγουδήσαμε. Όταν ακούω τη φωνή της Μαρινέλλας είναι σαν να κουρδίζει το μυαλό μου και ενεργοποιεί συναισθήματα. Προσπαθώ να θυμηθώ ποιο ήταν το πρώτο της τραγούδι που άκουσα ή σε ποια ταινία την είδα πρώτη φορά να τραγουδά. Αν κλείσω τα μάτια μπορώ να θυμηθώ εξώφυλλα δίσκων και κασέτες με μια καστανόξανθη γυναίκα με κοντό μαλλί και μια ελιά κοντά στα χείλια.

Θυμάμαι να αγοράζω και CD της, ένα από τ’ αγαπημένα μου ήταν το «Ύστερα Ήρθαν οι Μέλισσες» από την ομώνυμη σειρά της ΕΡΤ που έπαιζε. Είχα χαρεί πολύ τότε, γιατί θα την έβλεπα να υποκρίνεται την Μαρίκα Σουέζ από το βιβλίο του Ξανθούλη. Το είχα βρει καταπληκτικό ότι θα έπαιζε σε σειρά για τα μπουλούκια, γιατί έτσι ξεκίνησε και η δικιά της καριέρα.

Η Κυριακή Παπαδοπούλου γεννήθηκε το 1938 στη Θεσσαλονίκη, για την οικογένειά της ήταν το γραμμόφωνό τους. Εξωστρεφές παιδί που τραγουδούσε, χόρευε και οι γονείς της δεν στέκονται εμπόδιο, ήδη τεσσάρων ετών συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική Ώρα». Ίσαμε την Γ’ γυμνασίου έβγαλε και μετά το άφησε το σχολείο, γιατί έπρεπε να δουλέψει.

Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ήταν αγαπημένοι μα φτωχοί, έκανε διάφορες δουλειές, και σε περίπτερο είχε εργαστεί. Το όνειρό της ήταν να γίνει ηθοποιός και στα 17 της έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με τον θίασο της Μαίρης Λωράνς. Στον ίδιο θίασο μαζί της η Μάρθα Καράγιαννη και ο Κώστας Βουτσάς πρωτοεμφανιζόμενοι κι αυτοί τότε. Εκεί φάνηκε ότι η φωνή της ήταν το δυνατό της όπλο. Η θεατρικότητά της για κάποια χρόνια θα καταπιεστεί. Το όνομα Κυριακή Παπαδοπούλου θα αντικατασταθεί από το Μαρινέλλα και το 1957 ερωτεύονται με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Γίνονται το χρυσό ζευγάρι και ακολουθούν μετά τον γάμο τους επιτυχίες και περιοδείες στο εξωτερικό. Αυτό όμως το κάθομαι στο πάλκο πάνω σε καρέκλα να κάνω δεύτερη φωνή δεν την ικανοποιούσε και τότε άρχισε να κάνει τις προσωπικές της επιλογές που ταυτόχρονα λειτουργούσαν ως αλλαγές και πρωτοπορίες τόσο στον χώρο της διασκέδασης όσο και για τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία.

Το 1966 σηκώνεται από την καρέκλα και φεύγει από το πλάι του μεγάλου Στέλιου. Όλοι πιστεύουν ότι η καριέρα της Κικίτσας θα τελειώσει μα όχι όσο περνούσε από το χέρι της. Μπορεί ο Στέλιος να την έφερε στην Αθήνα, να την έκανε γνωστή μα μόνη της έπιασε τον Ζαμπέτα και του είπε «δώσε μου να πω εγώ το “Σταλιά σταλιά”», που δεν ήθελε η Αλίκη Βουγιουκλάκη να τραγουδήσει. Το «Σταλιά σταλιά» θα είναι η πρώτη της προσωπική επιτυχία. Μετά θα ακολουθήσουν πολλές που όλοι τις γνωρίζουμε γιατί τις έχουμε τραγουδήσει ανεξάρτητα του σε ποια γενιά ανήκουμε.

Περίπου 70 χρόνια τραγουδούσε η Μαρινέλλα έχοντας κυριολεκτικά μπολιάσει γενιές και γενιές Ελλήνων με το ηχόχρωμά της. Το «Άνοιξε πέτρα», το «Τολμώ», το «Για ‘σένανε μπορώ». Eίναι πολλά τραγούδια της που μου έρχονται στο νου. Λαϊκή τραγουδίστρια ξεκίνησε μα μεταμόρφωσε το τοπίο και ενεπλάκη με το ελαφρολαϊκό, τραγούδησε και ντίσκο ήχους, τραγούδησε απ’ όλα τα είδη γιατί είχε μεγάλο όπλο της τη φωνή. Μια φωνή που εξασκούσε καθημερινά και δεν την θεωρούσε δεδομένη. Ανήκει στη γενιά των καλλιτεχνών αθλητών που κοπιάζουν να διατηρήσουν το δώρο που τους δόθηκε. Δυστυχώς σε αυτούς δεν ισχύει το ουδείς αναντικατάστατος. Είναι μια γενιά τραγουδιστών με σωστή άρθρωση και δουλεμένη φωνή που χάνεται μαζί με τη Μαρινέλλα.

Το να παρακολουθείς ζωντανά τη Μαρινέλλα να τραγουδά ήταν μια εμπειρία. Είχε ενέργεια παιδιού, θεατρικότητα έντονη και φωνάρα. Δεν πρόλαβα να την δω ούτε στις μεγάλες μουσικές σκηνές όπως η Νεράιδα, ούτε στις μπουάτ της Πλάκας, σε συναυλία την είχα δει πρώτη φορά και δεν ήθελα να σταματήσει να τραγουδάει.

Στην Ελλάδα του 1970 έχοντας ήδη ξεκινήσει τη σόλο πορεία της γίνεται η χρυσή δεκαετία της καλλιτεχνικά. Βλέπεις μια γυναίκα με κοντό μαλλί να φοράει παντελόνια πάνω στην πίστα. Η Μαρινέλλα εισήγαγε την έννοια του σόου, σηκωνόταν όχι μόνο για να τραγουδήσει αλλά και να ερμηνεύσει και να χορέψει. Το παντελόνι αρχικά το φόρεσε για να μην τραυματίζονται τα πόδια της από τα πιάτα που πέταγαν τότε οι θαμώνες που διασκέδαζαν. Η Μαρινέλλα το άλλαξε κι αυτό, τέλος τα πιάτα, γαρδένιες και γαρύφαλλο από δω και πέρα. Επέβαλε και την αργία, που επειδή ήταν η Μαρινέλλα μπορούσε να είναι και Σάββατο, την πιο επικερδή μέρα για ένα μαγαζί. Είχε όμως το κοινό της η Μαρινέλλα δεν ήταν μια παροδική μόδα με επιτυχίες. Είχε το κοινό της που την λάτρευε και δεν την εγκατέλειψε όταν απέκτησε παιδί εκτός γάμου. Ήταν ανύπαντρη μητέρα στις αρχές του 1970, κάνει και μια ακόμη χρυσή σχέση με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Μάλιστα με μπλου τζιν παντρεύονται σ’ ένα σπίτι στο Παγκράτι. Από αυτή τη σχέση που τελείωσε στις αρχές του 1980, προέκυψαν επιτυχίες όπως το «Τα λόγια είναι περιττά».

Όμως τον πιο εμπορικό της δίσκο θα τον κάνει με ένα χρυσό άντρα που δεν συνδέθηκε ερωτικά μαζί του. Το άλμπουμ «Ρεσιτάλ», μια τρίωρη καταγραφή του προγράμματος στον Σκορπιό, την μπουάτ στην Πλάκα το 1976 αφήνει ιστορία. Ο τροβαδούρος Κώστας Χατζής και η λαϊκή τραγουδίστρια σαν να έκαναν μια φοβερή αντίθεση που είχε τη δυναμική της τζαζ. Τραγούδια με κοινωνική διάσταση, «η αγάπη όλα τα υπομένει, η αγάπη όλα τα ελπίζει, δίνει ζωή στην οικουμένη κι η Γη γυρίζει, κι η Γη γυρίζει». Μια ζωντανή ηχογράφηση χωρίς τεχνική επεξεργασία αυτός ο δίσκος που συγκαταλέγεται στους 10 πιο εμπορικούς δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας.

Κι ύστερα ύστερα υπάρχει μεγάλο ύστερα για τη Μαρινέλλα. Το 1980, έχει ήδη κατακτήσει να είναι πρώτο όνομα και πια δεν την σταματά τίποτε. Δίσκοι, επιτυχίες, σόου σε νυχτερινά μαγαζιά, εμφανίσεις σε παραστάσεις θεατρικές και συναυλίες. Η φωνή της δεν την είχε εγκαταλείψει, γι’ αυτό και όποτε έκανε τις επιλεκτικές εμφανίσεις της, οι χώροι ήταν πάντα γεμάτοι και το κοινό παρόν.

Και φτάνουμε τον Σεπτέμβρη του 2024 όπου ένα βίντεο γίνεται viral. Είναι η Μαρινέλλα σε μια συναυλία στο Ηρώδειο και την ώρα που τραγουδάει τους στίχους «Εγώ και εσύ, πόσο η ζωή να μας μισεί; Φεύγεις και φεύγω, και πού πάμε; Εγώ και εσύ, Θεέ μου, μας έμαθες εσύ τόσο πολύ να αγαπάμε», καταρρέει. Πολλούς τους ενόχλησε η επανάληψη του βίντεο ως ανθρωποφαγικό ως μη ορθό. Παρακολουθούσα μια καλλιτέχνιδα να καταρρέει από εγκεφαλικό πάνω στο Ηρώδειο. Ανατρίχιαζα καθώς το έβλεπα και σκεφτόμουνα πως όλη η ζωή της Μαρινέλλας μπορεί να γίνει μια ταινία με ένα τέλος αντάξιο του μεγαλείου της. Η τελευταία εικόνα της είναι και η πιο δυνατή. Μια κατάρρευση την ώρα που έκανε τη δουλειά της στον τόπο του Ηρωδείου σαν τραγική ειρωνία βγαλμένη από έργο. Έφυγε από τη ζωή δυο χρόνια μετά, δεν ήταν σε θέση να κάνει πολλά, ήταν καθηλωμένη, αλλά δεν ήταν μόνη, είχε την οικογένειά της και τους φίλους της στο πλάι της.

Αγαπημένα μου τραγούδια της είναι το «Να παίζει το τρανζίστορ τ’ αμερικάνικα», μου αρέσει πολύ ο ρυθμός του. «Το με πνίγει τούτη η σιωπή» επίσης, γιατί με το που το ακούω με πιάνει κατευθείαν μια μελαγχολία, μια βαθιά μοναξιά. Έχουμε γελάσει φυσικά με την παρέα μου προσπαθώντας να τραγουδήσουμε το «Άνοιξε πέτρα» όταν πήγαιναν όλα στραβά, κάτι που πιστεύω έχουμε κάνει πολλοί κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Έφηβος θυμάμαι φοβισμένος μια νύχτα να βάζουμε στο πικαπ τον δίσκο με το «Ύστερα ύστερα». Ο αστικός μύθος της δεκαετίας του ’90 ήθελε τη Μαρινέλλα σατανίστρια και ότι αν έπαιζες τον δίσκο ανάποδα θ’ άκουγες τη φράση ο Σατανάς Να Ζει. Και να σας πω κάτι, το ακούσαμε αλλά δεν πιστέψαμε ότι η Μαρινέλλα είναι οπαδός του σατανά. Τη Μαρινέλλα την αγαπούσαν όλοι και εκείνη δεν φοβόταν το τέλος, το δήλωνε στις συνεντεύξεις της. Είχε χορτάσει επιτυχίες, δεν είχε απωθημένα και πάνω από όλα γνώριζε το πόσο πολύ την αγαπούσε ο κόσμος.

Είναι στο μυαλό όλων μας χαρακτηρισμένη ως ντίβα, ως μεγάλη, ως ένας μύθος. Κατάφερε να ξεχωρίσει γιατί πήρε τη ζωή της στα χέρια της και ακολούθησε το όνειρό της. Η επιρροή της Μαρινέλλας ήταν πολυεπίπεδη, μια φωνή λαϊκή που συγκίνησε πολλούς και διατήρησε την αυθεντικότητά της διασχίζοντας τις δεκαετίες και τα είδη τραγουδιού ενώ παράλληλα ήταν παρούσα κοινωνικά και σημείο αναφοράς για τις γυναίκες. Σηκώθηκε από μια καρέκλα και χόρεψε τραγουδώντας μια διαδρομή, μια μεγάλη καριέρα.

«Την πολυαγαπημένη μας Μαρινέλλα αποχαιρετούμε την Τρίτη 31 Μαρτίου και ώρα 14:00, από τον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αθηνών. Η σορός της θα βρίσκεται για προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Ιερού Ναού Αγίου Ελευθερίου από τις 08:00 έως τις 13:00. Η ταφή θα πραγματοποιηθεί σε στενό οικογενειακό κύκλο. Παράκληση, αντί στεφάνων, να γίνουν δωρεές στη “Φλόγα”, Σύλλογο Γονιών Παιδιών με Νεοπλασματική Ασθένεια», αναφέρει η ανακοίνωση της οικογένειας σχετικά με τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Είμαι σίγουρος κόσμος θα μαζευτεί να της πει το τελευταίο αντίο, ποιο τραγούδι της όμως θα λένε δεν μπορώ να φανταστώ.

Τα λόγια έτσι κι αλλιώς είναι περιττά, μπορεί να τραγούδησε το αθάνατο νερό, την αθανασία όμως την πέτυχε ως όνομα. Όλοι θα θυμούνται και θ’ ακούνε Μαρινέλλα. Ανήκει στο ψηφιδωτό της σύγχρονής μας ιστορίας και στο πάνθεον του ελληνικού πενταγράμμου.