Παρακολούθησα το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» στην πρεμιέρα του στην Εθνική Λυρική Σκηνή και ένιωσα μύστης σε μια λειτουργία που δεν σου ζητά να την περιγράψεις μα να την κουβαλάς μέσα σου από δω και πέρα σαν το στίγμα που σ’ αφήνει η βάπτισή σου ή σαν το σημάδι που σ’ αφήνει ο έρωτας. Πώς να γράψεις για ένα ρέκβιεμ ειδικά μετά από ένα ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα; Φαντάζουν φτωχά τα λόγια μπρος σ’ αυτό που μόλις είχε συμβεί στο σώμα και το μυαλό μου. Δεν θα το κρίνω, δεν θα το περιγράψω, δεν θα σας πω την ιστορία του μα θα το μοιραστώ αυτό που ένιωσα όπως και με όσα λόγια μπορώ.
Το δρώμενο που εκτυλίσσεται στη σκηνή δεν είναι μια παράσταση, μια περφόρμανς χορού με ζωντανή ορχηστρική μουσική. Έναν εικαστικό πίνακα που ανάσαινε είχα απέναντί μου, που αν μπορούσα να του δώσω όνομα θα ‘ταν «η τελετουργία της απώλειας» ή «η δίχως τέλος πτώση». Τον έρωτα δεν μπορείς να τον ελέγξεις, να τον ορίσεις, να τον διασώσεις. Μπορείς μόνο να τον ζήσεις κι άμα χαθεί, τον έχασες. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Κουμεντάκης και ο Θεόδωρος Κουρεντζής συναντιούνται στη βάση μιας σκάλας όχι για να την στηρίξουν με το καλλιτεχνικό τους μεγαλείο μα για να επιβεβαιώσουν το μέγεθός τους ακόμη μια φορά.
Η χορογραφία του Δημήτρη Παπαιωάννου δεν αφηγείται, επιμένει και τα σώματα δεν χορεύουν για να εκφραστούν αλλά για ν’ αντέξουν την αέναη πτώση. Σώματα εκτεθειμένα που κουβαλούν την ιστορία της πτώσης τους. Και να πέφτουν και να πέφτουν ξανά και ξανά από μια μαύρη σκάλα που ξεκινά απ’ τον ουρανό και καταλήγει στη σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και να σιωπώ. Να θαυμάζω την πλαστικότητα της κίνησης ενώ το μυαλό μου ν’ αρχίζει απ’ τα πρώτα λεπτά να εισέρχεται σε έναν άλλο κόσμο, απόκοσμο. Η σκάλα να μην λειτουργεί πια ως μέσο μετάβασης από το ένα ύψος στο άλλο αλλά ως μια καταδίκη. Δεν οδηγείσαι πουθενά, η βαρύτητα σε παρασύρει προς τα κάτω και μετά στο κενό της αβύσσου που πάλι στην κορυφή σε πάει για να ξανακυλήσεις.

Ένιωθα την διαρκή επανάληψη μιας διαδρομής: άνοδος – προσδοκία – απώλεια ισορροπίας – πτώση, όλα στο πετσί μου. Τα σώματα γλιστρούσαν, κατρακυλούσαν, σωριάζονταν και επανέρχονταν μόνο για να ξαναπέσουν. Η σκάλα που η άνοδός της υπόσχεται το θείο, καταλήγει στον γκρεμό και σώματα ντυμένα και γυμνά κατακρημνίζονται. Κανένας ηρωισμός και καμία λύτρωση. Όπως ακριβώς ο έρωτας που δίνει μόνο την επίμονη εντολή στο σώμα μας να συνεχίσει ακόμα κι όταν νογάει ότι το τέλος είναι δεδομένο και επίπονο. Ο έρωτας δεν είναι συγκεκριμένος στο «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», υπάρχει η ιδέα του έρωτα ως κάτι που τελειώνει πάντα κι όχι απαραίτητα μ’ ένα γδουπ αλλά και με μια σιωπηλή αποσύνθεση. Μια εξαΰλωση μέσα από την κατάνυξη. Αγαπήθηκες πολύ, τώρα θα τιμωρηθείς με τη βαρύτητα του πόνου.
Η μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη δεν συνοδεύει ούτε υπογραμμίζει την πτώση, την προκαλεί. Υπάρχει σαν ένα ρεύμα υπόγειο που διαπερνά τα πάντα, που δεν σε κρατά μα σε αφήνει να πέσεις. Ο ήχος αρχέγονος κάπου ανάμεσα στο ιερό και το εύθραυστο, στο τελετουργικό και στο καθημερινό, σαν να προσπαθεί αυτή η σύνθεση να κρατήσει κάτι όρθιο ενώ ξέρει ότι είναι καταδικασμένο να πέσει. Ο ήχος γίνεται χώρος, αποκτά βάρος και ο χρόνος που δεν περνά μα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Σαν τα κορμιά στις σκάλες που ρέουν σε μια τελετουργία για όλα όσα πεθαίνουν ανάμεσά μας όταν η αγάπη παύει να είναι καταφύγιο και γίνεται σφαγείο. Κάθε σώμα που σκάει στο έδαφος είναι μια μνήμη που σπάει, ένας έρωτας που αποσυντίθεται. Καμία χάρη στην πτώση δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η ωμή αλήθεια μιας σάρκας που παραδίδεται στο κενό της αβύσσου. Λες και είχε συνθέσει από τότε ο Γιώργος Κουμεντάκης το μοιρολόι του σύγχρονου ανθρώπου που δεν ψέλνεται σε εκκλησίες αλλά σε ερείπια ζωής.

Η μουσική διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή δεν οδηγεί τη μουσική, διευθύνει το ρίγος. Την αφήνει ν’ αναπνεύσει ενώ ταυτόχρονα την βαστά σε μια μόνιμη κατάσταση έντασης. Ακραία πειθαρχία χρειάζεται για να επιτευχθεί η απόλυτη αστάθεια. Σαν τον έρωτα που δεν λέει να τελειώσει, αλλά έχει ήδη τελειώσει. Το δε λιμπρέτο που ακούγεται επαναλαμβάνει «ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο, τον είχα ακούσει κι άλλη μια φορά πριν», «η αγάπη είναι αργή, αργή, κι όταν φτάνει δεν μιλά» προκαλώντας μου σκέψεις, μεταφέροντας το κορμί μου σε μια τεράστια σκάλα να κατακρημνίζεται και βρίσκεται ξανά στη θέση του θεατή στην πλατεία νιώθοντας δάκρυα στα μάγουλά μου. Όχι κλάμα με αναφιλητά, δάκρυα βουβά σα να χει κάνει το σώμα μου ενός λεπτού σιγή για όλα τα ρέκβιεμ των ζωών μας. Ταξίδεψα μακριά από το ατομικό, πέρα από τους δικούς μου έρωτες και απώλειες, επισκέφθηκα πόνους κοινωνιών, λαών. Ίσως φταίνε οι προσλαμβάνουσες και η ανησυχία μου για μια καθημερινότητα που διψά για αίμα, για κατάκτηση.
Δεν είναι πια 1995 είναι 2026, άλλαξαν πολλά και σίγουρα έχουμε πέσει χαμηλά. Κάθεσαι αντίκρυ από μια σκάλα μαύρη που σαν πίνακας ζωγραφικής μοιάζει καθώς ρέουν τα κορμιά. Δεν φοβάσαι μην χτυπήσουν, ανατριχιάζεις με τον ήχο που βγάζουν. Δεν σου τραβάνε το μάτι γιατί όλα φορούν μουντά ρούχα καθημερινά. Ξεχωρίζουν μόνο τα κορμιά τα γυμνά που σαν άγγελοι φωτίζονται. Κάτι μεταξύ αναγέννησης και γένεσης συντελείται όσο διαρκεί η πτώση. Στην αρχή, στην πρώτη στιγμή, δυο άντρες στις άκρες ενός μεγάλου μοναστηριακού τραπεζιού δίνουν τα χέρια τους και το αίμα τους γεμίζει ένα ποτήρι γυάλινο. Ο ήχος αρχίζει και μαζί του αρχίζει η πτώση για 40 λεπτά. Δεν με αφορούσε άμα αυτό που παρακολούθησα είχε παρελθόν ή γέννηση το 1995, με συγκίνησε η γνώση ότι αυτό είχε αφιερωθεί στους φίλους που χάθηκαν από την νόσο του AIDS που θέριζε τότε, HIV σήμερα. Θυμήθηκα και τις αφίσες στο σχολείο που προειδοποιούσαν μα έφυγα από αυτές τις εικόνες και ταξίδεψα στο σήμερα. Σε ένα παρόν που βλέπω κορμιά παντού να πέφτουν, να κυλούν, να αδικούνται.

Το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» δεν προσφέρεται για εύκολη κατανάλωση. Δεν είναι παράσταση που σου αρέσει ή δεν σου αρέσει. Είναι παράσταση που σε κάνει ν’ αναρωτηθείς τι κάνεις με τις απώλειές σου. Ο έρωτας δεν τελειώνει επειδή αποτυγχάνει, τελειώνει επειδή υπήρξε. Ο έρωτας είναι ζωή και η ζωή στον κόσμο μας απαιτεί διαρκή επανεκκίνηση, διαρκή ευτυχία, διαρκή επιτυχία κι αυτό το ρέκβιεμ υπερασπίζεται το δικαίωμά μας προς την πτώση, προς το τέλος, προς την θλίψη που δεν εξηγείται. Αυτό ένιωσα, αυτό πήρα μαζί μου φεύγοντας. Δεν χρειάζεται να τα εξηγούμε κι όλα, μπορούμε ν’ αρχίσουμε να τα (ξανά)νιώθουμε, να αφηνόμαστε σ’ αυτά και να είμαστε παρόντες στη στιγμή.
Αρνούμαι τον έρωτα ως ροζ αφήγημα, αρνούμαι τα μνημόσυνα, θα κοιτώ πάντα τον ορίζοντα με τις ανατολές του ηλίου. Αποδέχομαι τον πόνο, το πένθος και την σκάλα που οδηγεί στην κορυφή μόνο και μόνο για να δούμε πόσο μακριά πέφτει το έδαφος. Κι όταν το σώμα πέφτει, είθε να πέφτει ειλικρινά σ’ ένα κόσμο γεμάτο προσποίηση. Ο έρωτας δεν πεθαίνει ποτέ, η πτώση του πονεί και η επανάληψη λυτρώνει.

