Oι υποψηφιότητες για όσκαρ ξένης (ξενόγλωσσης), ή διεθνούς όπως ονομάζεται απ’ το 2020, ταινίας είναι στην πολύ μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων στανταράκι για το ότι πρόκειται να δεις κάτι που αξίζει. Στον κανόνα αυτό «Το Κορίτσι με τη Βελόνα», η υποψηφιότητα της Δανίας που βρέθηκε στην πεντάδα (όπου νικήτρια ήταν η Βραζιλία και το «Eίμαι Ακόμη Εδώ», ενώ μια ακόμη ταινία της πεντάδας, το λετονικό “Flow: Η Γάτα που δεν Φοβόταν το Νερό”, βραβεύτηκε με όσκαρ animation) μόνο εξαίρεση δεν είναι. Κάθε άλλο. Αλλά ας αφήσουμε τους επαίνους για το τέλος του κειμένου. 

Βρισκόμαστε στη Δανία στα τέλη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Καρολίνε ζει σε καθεστώς μεγάλης φτώχειας. Ο άντρας της βρίσκεται στο μέτωπο, αλλά η τύχη του αγνοείται, δεν έχει καμία επικοινωνία μαζί του, δεν έχει απαντήσει σε κανένα γράμμα της. Ο ιδιοκτήτης του φτωχικού της διαμερίσματος της κάνει έξωση γιατί έχει σωρό απλήρωτα νοίκια. Το «της κάνει έξωση» δηλαδή δεν ακριβολογεί, βασικά της λέει να σηκωθεί να φύγει αμέσως. Πριν καν προλάβει να φύγει θα πάει να δει το σπίτι μια γυναίκα με ένα μικρό παιδί, όπου καταλαβαίνεις ότι για εκείνη η μετακόμιση εδώ είναι προϊόν ανάγκης και θα συνιστά υποβάθμιση των συνθηκών ζωής της. Όπως και για την Καρολίνε συνιστά υποβάθμιση το νέο κι ακόμη χειρότερο διαμέρισμα που βρίσκει. Καταστάσεις οριακές. Δεν έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε την Σκανδιναβία με όρους φτώχειας, εκείνη όμως την εποχή και τουλάχιστον για τη συγκεκριμένη τάξη, αυτή ήταν η κατάσταση. 

Η κρεατομηχανή του Πρώτου Παγκοσμίου επιτέλους τελειώνει, οι εργάτριες στη μικρή βιομηχανία υφασμάτων που δουλεύει η Καρολίνε θα γιορτάσουν, το αφεντικό θα κεράσει τη σαμπάνια του, η ζωή θα συνεχιστεί, η κρεατομηχανή του καπιταλισμού παραμένει σε ισχύ. Όποιος έχει να ζήσει θα ζήσει, όποιος δεν έχει να φροντίσει να βρει τον τρόπο, ειδάλλως, τι να κάνουμε, έπεσε στο μέτωπο του οικονομικού συστήματος και της κοινωνίας σε ειρήνη. 

 

 

Και κάπως έτσι φτάνουμε και στο εμπόριο παιδιών. Όταν οι αμβλώσεις δεν ήταν νόμιμες, όταν κι η αντισύλληψη δεν αποτελούσε κάποια προτεραιότητα, όταν όλα αφήνονταν στην τύχη τους, ήταν οι γυναίκες που έπρεπε να πληρώσουν το κόστος της τύχης. Και το μεγάλωμα ενός παιδιού που είτε δεν το θέλησαν ποτέ είτε δεν είχαν τη δυνατότητα να το μεγαλώσουν τις έφερνε ενώπιον αποφάσεων που έμοιαζαν με μονόδρομο. Γιατί ναι, ό,τι πιο ιερό η ζωή και ό,τι πιο εκτός συναλλαγής τα βρέφη. Αλλά πόσο λάθος είναι να παραδίδεις το μωρό σου για να βρει μια ανάδοχη οικογένεια και να μεγαλώσει αλλιώς, σε καλές συνθήκες, μακριά απ’ την εξαθλίωση; Η Καρολίνε γνωρίζει την Ντάγκμαρ η οποία παρέχει παρανόμως τις συγκεκριμένες υπηρεσίες. Διαμεσολαβεί παραλαμβάνοντας μωρά, εισπράττοντας χρήματα τόσο απ’ τις μάνες που δεν αντέχουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, όσο κι απ’ τις καλοστεκούμενες οικονομικά οικογένειες που τα παίρνουν. Η Ντάγκμαρ μπορεί να μην το κάνει για την καλή της την καρδιά, αλλά με το αζημίωτο, ταυτόχρονα όμως θεωρεί ότι επιτελεί λειτούργημα. Για το καλό γίνονται αυτά. Έτσι λέει στις μανάδες που της αφήνουν τα παιδιά τους. Και να μην το πιστεύει και να το λέει μόνο ως έμπορος, το πουλάει καλά – βασικό άλλωστε προσόν που διακρίνει τους καλούς εμπόρους. 

Ποιο είναι λοιπόν τελικά το θέμα του «Κοριτσιού με τη Βελόνα»; Η Καρολίνε; Η σχέση της με τον παραμορφωμένο άντρα της; Η σχέση της με την Ντάγκμαρ και οι λανθιμικές δυναμικές που αναπτύσσονται εντός της; Όλα αυτά μαζί; Κάτι άλλο πρόσθετο; Η Ντάγκμαρ παλιά άρμεγε αγελάδες. Τώρα αρμέγει την Καρολίνε που δίνει το γάλα της στα βρέφη που αφήνονται εκεί. Το σώμα ως μηχανή παραγωγής γάλακτος. Παραμορφωμένα πρόσωπα, διαστρεβλωμένα σώματα, ετοιμόγεννες που δουλεύουν ως την τελευταία στιγμή χειρωνακτικά, εργατικό δυναμικό στην ουρά για μια δουλειά, φρικιά στο τσίρκο που βγάζουν τη μάσκα για το δέος και τον τρόμο του θεατή.  

 

 

Υπάρχουν κινηματογραφικά σενάρια με άλματα και τρύπες, σενάρια που καταλαβαίνεις ότι αντιμετωπίστηκαν είτε ως αναγκαίο κακό είτε πάντως ως ιστορίες που έπρεπε να γραφτούν εκ των υστέρων με τις παλιολέξεις τους και την παλιοανάγκη τους να γεμίσει ενδιάμεσος χρόνος, προκειμένου να φτάσουμε στο σημείο που θέλουμε και που είναι το μόνο που βασικά μας καίει, προκειμένου δηλαδή να υπηρετηθούν μερικές ιδέες και μερικές εικόνες, οι οποίες ήταν εξαρχής το αρχικό ζητούμενο, το όραμα πάνω στο οποίο χτίστηκαν οι ταινίες. Ενίοτε μπορεί να προκύψουν και σημαντικές ταινίες έτσι, αφού καλώς ή κακώς συμβαίνει στον κινηματογράφο αυτό, να υπάρχουν δηλαδή κομμάτια τόσο δυνατά που να σε κάνουν να βάζεις ακόμα και τη συνολική ιστορία και το συνολικό σενάριο σε δεύτερη μοίρα, παραβλέποντας τόσο το πώς γίνεται να φτάσαμε στα συγκεκριμένα κομμάτια, όσο και το τι θα συνεπαγόταν θεωρητικά η έλευσή τους αμέσως μετά στο σύμπαν της ίδιας της ταινίας. 

Υπάρχουν όμως και σενάρια όπως του «Κοριτσιού με τη Βελόνα» (γραμμένο απ’ τον σκηνοθέτη Μάγκνους φον Χορν μαζί με την Λίνε Λάνγκεμπεκ), που προς τιμήν τους ξεκινάνε από την αντίστροφη διαδρομή: έχουν ως έναυσμα μια κινητήρια ιδέα όπως κατά πάσα πιθανότητα ήταν εδώ το πραγματικό γεγονός πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν, δεν χρησιμοποιούν όμως ούτε τη συγκεκριμένη ιδέα ως αυτοσκοπό ούτε την υπόλοιπη ιστορία ως πρόσχημα για να φτάσουν κάποτε εκεί. Αντίθετα χτίζεται εντελώς μεθοδικά, εντελώς προσεκτικά, εντελώς κάτω απ’ τα ραντάρ, διαθεματικά και πολυπρισματικά ένας ολόκληρος κόσμος που περιβάλλει το πραγματικό γεγονός, ένας ολόκληρος κόσμος που τελικά φτάνει και να εξηγεί με τον τρόπο του το πραγματικό γεγονός. Τα ατομικά τέρατα γεννιούνται σε κοινωνικές συνθήκες. Ίσως όχι στο εκατό τοις εκατό των περιπτώσεων, πάντως τις περισσότερες φορές η ατομική τερατοσύνη, η ατομική διαστροφή πηγάζει από ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τερατογενέσεων. 

Ακόμα λοιπόν κι αν ο φον Χορν ιντριγκαρίστηκε αρχικά από ένα θέμα, δεν ενδιαφέρεται να μας μιλήσει μόνο για ένα θέμα. Μπλέκουν όλα μαζί, γιατί είναι και εκ των πραγμάτων όλα μαζί μπλεγμένα. Το εθνικό στο φόντο των πολέμων, το ταξικό στην καθημερινότητα της ειρήνης, το έμφυλο στις συνέπειες της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Δεν είναι όμως μόνο μια ταινία για τις γυναίκες ή την Πατριαρχία. Γιατί και οι γυναίκες χωρίζονται σε πλούσιες και φτωχές ας πούμε. Και μια πλούσια γυναίκα, μια παρολίγον πεθερά, φέρεται φουλ σκληρά όχι μόνο στην Καρολίνε, αλλά και στον ίδιο της τον γιο. 

 

 

Ο (Σουηδοπολωνός) Μάγκνους φον Χορν πρώτα φτιάχνει ένα σενάριο που πατάει πολύ καλά στα δικά του πόδια, επιφυλάσσοντας τρικλοποδιές στα πατήματα και τις προσδοκίες των θεατών, και στη συνέχεια κάνει κάτι πολύ περισσότερο από το να πει την ιστορία του απλά σκηνοθετώντας το σενάριό του. Η λεπτοδουλειά που έκανε στην ιστορία πριν αυτή γίνει εικόνες παντρεύεται με τη λεπτοδουλειά που επενδύει στις εικόνες του. Έχουμε μια υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία, έχουμε μια σειρά από εξαιρετικά κάδρα, έχουμε μέχρι και μικρούς τόσους όσους πειραματισμούς στην αφήγηση (πέραν των επιβλητικών παιχνιδιών με τη μουσική και τα διαστρεβλωμένα πρόσωπα, ένα άλλο παράδειγμα είναι το πώς κόβεται στο μοντάζ η σκηνή, όταν ο φίλος της Ντάγκμαρ προσπαθεί να την πείσει για κάτι με σωματικό – σεξουαλικό τρόπο). Ομολογώ ότι την Βικ Κάρμεν Σόνε που υποδύεται την Καρολίνε δεν την θυμόμουν, μολονότι την είχα δει στην πολύ πιο πρόσφατη «Χώρα του Θεού», ενώ την Τρίνε Ντίρχολμ τη θυμόμουν από το πολύ παλιότερο «Κοινόβιο» και το ακόμη παλιότερο «Ίσως Αύριο». Και κλέβει θεωρώ κι εδώ την παράσταση. 

«Το Κορίτσι με τη Βελόνα» είναι μια ταινία που στην αρχή της και για σημαντικό κομμάτι της σου είναι πάρα πολύ δύσκολο να την αγαπήσεις, ακριβώς γιατί δεν έχει αξιαγάπητους ήρωες, ακριβώς γιατί η σκληρότητα και η ψυχρότητα δίνει και παίρνει και δεν έχεις να ακουμπήσεις κάπου αλλού εκτός από τη μεγάλη εικαστική ομορφιά της. Ωστόσο τελικά και όσο αναπτύσσεται και μολονότι κάθε άλλο παρά υποχωρεί η σκληρότητα, αρχίζει και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια σου ένα έργο τέχνης το οποίο αντί να φωνάζει για το πόσο ψαγμένο είναι, αναδέχεται τον κίνδυνο να παρεξηγηθεί ως δημαγωγικό, ελπίζοντας πως όποιος έχει μάτια ανοιχτά θα το καταλάβει για αυτό που όντως είναι και θα το αγαπήσει για αυτό που όντως είναι: πολυσύνθετο, τολμηρό, μακριά από κάθε ευκολία και απλούστευση, σίγουρο για τον εαυτό του και μαζί ανοιχτό σε αναγνώσεις.