Μια ετερόκλητη παρέα ζώων: ένα γκριζόμαυρο γατί, ένα άσπρο λαμπραντόρ, ένα καμιμπάρα, ένας λεμούριος, ένα πουλί – γραμματέας (κι όμως αυτή είναι η ονομασία τους), και μερικοί άλλοι σκύλοι σε πιο συμπληρωματικούς ρόλους. Προσπαθούν να επιβιώσουν μετά από κάποιον κατακλυσμό ή έστω μετά από μια σειρά από αλλεπάλληλες πλημμύρες. Κάποια απομεινάρια ανθρώπινου πολιτισμού, ελάχιστα σπίτια, μερικά σκόρπια πλεούμενα, κανένα σύγχρονο κτίριο ή οποιοδήποτε άλλο σημάδι πρόσφατης τεχνολογίας, μια ημιβυθισμένη αρχαία (;) πόλη, κάποια αγάλματα γατιών. Ναι, γατιών. Δεν δίνεται καμία εξήγηση, ας μείνει αυτή η παραξενιά, αυτό το ανεξήγητο, δεν χάλασε ο κόσμος που δεν δίνεται, γιατί σε τελική ανάλυση το κρίσιμο εδώ είναι ότι έχει χαλάσει κυριολεκτικά ο κόσμος και για την ακρίβεια ο χαλασμός του είναι ακόμη εν εξελίξει.
Ωστόσο, επειδή ό,τι βλέπουμε να έχει απομείνει στον πλανήτη είναι κατά βάση φύση, πολύ συχνά οι εικόνες στην οθόνη μοιάζουν περισσότερο μαγευτικές παρά δυστοπικές. Στο ανθρώπινο μυαλό, την ανθρώπινη καρδιά, το ανθρώπινο φαντασιακό, παράδεισος είναι μόνο η φύση, και αφού το συγκεκριμένο μετα-αποκαλυπτικό τοπίο του “Flow: Η Γάτα που δεν Φοβόταν το Νερό”, δεν θυμίζει τα πρώτα «Μαντ Μαξ» ή το «Δρόμο», σε αιχμαλωτίζει ενίοτε με την ομορφιά του.
Ο κόσμος του είναι ένας κόσμος χωρίς ανθρώπους. Κι όλοι καταλαβαίνουμε ότι εκείνοι που λείπουν απ’ την εικόνα είναι οι υπαίτιοι της καταστροφής του. Ένας κόσμος που οι άνθρωποι χάλασαν. Το ξέρουμε αυτό από πουθενά εντός της ταινίας; Όχι. Βασικά και η ίδια η ταινία αφήνει αρκετά φλου τον χρόνο της, ενώ σε μια ακραία ερμηνευτική εκδοχή ακόμα και τον χώρο της. Ωστόσο το ξέρουμε από το πνεύμα της εποχής εκτός της ταινίας. Η κλιματική κρίση, η κλιματική μετανάστευση, oι δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον του πλανήτη εξαιτίας της δράσης του ανθρώπου. Κατακλυσμοί έπαιζαν και στις αρχαίες μυθολογίες, μόνο που τότε που ο άνθρωπος είχε μικρότερη ιδέα για τον εαυτό του, τιμωροί ήταν οι Θεοί. Μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποφασιστικό όργανο του κατακλυσμού, πάντως ο μηχανισμός ήταν ο ίδιος: δεν είχαμε φερθεί σωστά και οι συνέπειες ήταν βαρύτατες.
Ο πιο γνωστός κατακλυσμός ήταν φυσικά του Νώε. Τότε ο Θεός του είπε να βάλει μέσα στην κιβωτό ένα ζευγάρι από κάθε είδος ζώων, προκειμένου να διαιωνιστεί η ζωή, έστω και αιμομικτικά. Στο “Flow” τα ζώα ούτε ζευγάρια είναι, ούτε αποφασίζει κάποιος άλλος για εκείνα, ούτε έχουν να εξυπηρετήσουν άλλο σκοπό πέραν της δικής τους επιβίωσης: επιβιβάζονται μόνα τους σε ένα σκάφος μπας και καταφέρουν και επιβιώσουν. Και θα παρακολουθήσουμε τις προσπάθειές τους. Ποιος μπορεί να μην πάρει το μέρος ενός μάτσου ζώων που προσπαθούν να επιβιώσουν; Κανείς. Βρισκόμαστε στο πιο ασφαλές ιδεολογικά και συναισθηματικά περιβάλλον. Στην πραγματικότητα στο “Flow” δεν διακυβεύεται τίποτα, γιατί όλα έχουν κριθεί απ’ την αρχή και μάλιστα υπό δύο έννοιες, αντιτιθέμενες μεταξύ τους: συναισθηματικά μεν οι θεατές προφανώς θα θέλουν να σωθούν τα ζώα, ταυτόχρονα όμως η τυχόν δική τους σωτηρία θα λάβει χώρα σε έναν πλανήτη που έχει ήδη υποστεί μια τεράστια καταστροφή.
Αυτή η ασφάλεια αντιδιαστέλλεται όμως από μια ασυνήθιστη και τολμηρή επιλογή: στο “Flow” εμείς οι άνθρωποι έχουμε βγει εκτός εικόνας, όχι μόνο αμέσως, αλλά και εμμέσως, αφού, σε αντίθεση με τόσα και τόσα animation, τα ζώα που πρωταγωνιστούν δεν έχουν γλώσσα και δεν είναι γεμάτα ανθρώπινες ιδιότητες, πλασμένα κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν μας. Επίσης το “Flow” βρίσκεται στον αντίποδα κάθε ανώδυνης και παρηγορητικής φυγής απ’ την πραγματικότητα, κάθε escapism.
Ένα animation από τη Λετονία, μια ταινία που ο δημιουργός της Γκιντς Ζιμπαλόντις χρησιμοποίησε ένα ανοικτό και open source πρόγραμμα για να την φτιάξει, μια ταινία που έκανε 5 ½ χρόνια να ολοκληρωθεί, σίγουρα δεν φτιάχνεται ελπίζοντας να κατακτήσει τον κόσμο. Ή, εν πάση περιπτώσει, αν υποθέσουμε ότι κάθε άνθρωπος που κάνει σινεμά την έχει κάπου μέσα του αυτή την ελπίδα, ειδάλλως δεν θα έκανε ποτέ, τότε όχι περισσότερο απ’ τον μέσο όρο. Να όμως που εντελώς απροσδόκητα και εντελώς εντυπωσιακά τον κατακτά τον κόσμο, με σειρά αποθεωτικών κριτικών, διακρίσεων, βραβεύσεων, με Χρυσή Σφαίρα Αnimation και διπλή υποψηφιότητα στα όσκαρ, τόσο για Animation, όπου θα κονταροχτυπηθεί με «To Aτίθασο Ρομπότ», όσο και για Διεθνή Ταινία, όντας η πρώτη ταινία από τη Λετονία που καταφέρνει κάτι τέτοιο.
Όσο κι αν μπορώ να καταλάβω την απήχηση του “Flow”, προσωπικά ο συνδυασμός ενός παιχνιδιού που παίζεται με στημένη τράπουλα (καθώς πώς γίνεται ως θεατής να μην νοιαστείς για την επιβίωση των ζώων;), με την τελική κατά τη γνώμη μου απάλευτη σκοτεινιά της ταινίας (καθώς δεν παύουμε να βρισκόμαστε σε έναν κόσμο ερημωμένο απ’ την καταστροφή), εμένα δεν μου χτυπάει καθόλου καλά. Μακάρι να επιβιώσει και η γάτα και τα άλλα ζώα. Μαζί τους, ναι. Και εντάξει, να συνεργαστούν κιόλας για να επιβιώσουν, να φτιάξουν τον ΟΗΕ τους στον οποίο θα ξεπεράσουν όλες τις διαφορές τους, αν τραγουδούσαν να τραγουδούσαν και το “Imagine”. Mπορώ να συντονιστώ ιδεολογικά στο υπόρρητο μήνυμα του ναι, αν ακόμα προλαβαίνουμε, τότε να κάνουμε ό,τι πρέπει για να μην υποστεί ο πλανήτης τεράστιες περιβαλλοντικές καταστροφές, μπορώ να συντονιστώ και να προσυπογράψω τα πιο φωναχτά μηνύματα περί αλληλεγγύης ακόμα κι αν είμαστε διαφορετικά ζώα, αλλά ακόμα κι έτσι, δεν μου αρέσει ο κόσμος του “Flow”.
Δεν είναι μόνο το ζήτημα ενός κόσμου χωρίς ανθρώπους. Είναι το ζήτημα ενός κόσμου χωρίς ιστορίες. Μπράβο στα ζώα που προσπαθούν να επιβιώσουν. Και μας νοιάζει να επιβιώσουν. Γιατί; Επειδή είμαστε άνθρωποι. Και ακόμα και αν με τη δράση μας καταστρέφουμε τον πλανήτη κι ό,τι κινείται πάνω του, είμαστε πάντως ταυτόχρονα όντα τα οποία ψάχνουν παντού για νόημα και κάτι εμπνευστικό και παρήγορο και συγκινητικό, ακόμα κι όταν ο κόσμος όλος έχει καταστραφεί. Τα ζώα που παρακολουθούμε όμως δεν ζουν μια ιστορία, δεν ζουν μια περιπέτεια. Εμείς το εκλαμβάνουμε έτσι. Εκείνα να επιβιώσουν προσπαθούν.
Μολονότι η ποιότητα του animation δεν είναι ίσως αυτή που έχουμε συνηθίσει από τα μεγάλα στούντιο, η εικαστική δύναμη πολλών σκηνών του “Flow” δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Κατά τα άλλα, τόσο λόγω της μη χρήσης γλώσσας όσο και γενικότερα, και η γάτα και τα υπόλοιπα ζώα είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μην είναι έτοιμα για συναισθηματική υιοθεσία από τους θεατές. Μόνο το καημένο το λαμπραντοράκι είναι στη φασάρα του. Η χαρά του Θεού.
Και μιλώντας πάλι για Θεό, στην κιβωτό του Νώε οι άνθρωποι είχαν φτιάξει μια ιστορία βάσει της οποίας υπάρχει κάποιος που τον λένε Θεό και αυτός ο Θεός λέει στον άνθρωπο να σώσει στον κατακλυσμό ένα ζευγάρι από κάθε είδος ζώων. Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας οι άνθρωποι διηγούνται στους ανθρώπους ιστορίες. Τα ζώα που προσπαθούν να επιβιώσουν δεν ενδιαφέρονται για ιστορίες. Μου λείπει τελικά από το “Flow” ο Νώε, μου λείπει ο Θεός, μου λείπει ένα πλαίσιο νοηματοδότησης. Μπορώ να αγοράσω ως θεατής την απόλυτη μαυρίλα, μπορώ να αγοράσω την αγωνία για το αν θα σωθούν τα ζώα, κάπου στον συνδυασμό τους όμως η μπάλα χάνεται, γιατί ακόμη κι αν σωθούν, θα μπορέσουν να έχουν καταλάβει και να νιώσει μόνο όσα μπορούν να καταλάβουν και να νιώθουν τα ζώα. Απ’ την άλλη οι χαρές που κάνει το λαμπραντόρ είναι χαρές που μπορούμε ίσως να κάνουμε μόνο όταν είμαστε εντελώς μικρά παιδιά και στην τηλεόραση παίζει το μουσικό σήμα από κάποια εκπομπή με Μίκυ Μάους. Κάτι κερδίζεις κάτι χάνεις.









