Ρίο ντε Τζανέιρο 1970, εποχή Χριστουγέννων, άρα εποχή καλοκαιριού, ποδόσφαιρο στην άμμο, βόλεϊ στην άμμο, άραγμα στην άμμο, παραλία ως εκεί που φτάνει το μάτι, σπίτι ένα τετράγωνο απ’ την παραλία, τριάντα δευτερόλεπτα με τα ξυπόλητα πόδια των παιδιών, τα παιδιά πέντε, το αντρόγυνο άλλοι δύο επτά, η εσωτερική οικιακή βοηθός οκτώ, ταυτόχρονα στο σπίτι μπαινοβγαίνουν συνεργάτες, φίλοι, συγγενείς, άνθρωποι διαρκώς, άνθρωποι παντού. Ανοιχτά σπίτια, ανοιχτός καιρός, ανοιχτή αγκαλιά για το αδέσποτο σκυλάκι που θα υιοθετηθεί με συνοπτικές διαδικασίες, ανοιχτός ορίζοντας, όλα ανοιχτά στο επίπεδο του μικρόκοσμου, ωραίο μέρος για να ζεις, όχι όμως αντίστοιχα ωραίοι καιροί. Εκεί τα πράγματα κλείνουν.

Η πρωταγωνίστρια του «Είμαι Ακόμα Εδώ» κάνει μπάνιο στη θάλασσα κι από πάνω της περνάει ένα στρατιωτικό ελικόπτερο. Στον δρόμο πίσω απ’ την παραλία περνάνε καμιόνια με στρατιώτες. Το βράδυ, σε άλλο σημείο της πόλης, οι Αρχές κάνουν μπλόκο για εξακρίβωση στοιχείων στο αυτοκίνητο που βρίσκεται η μεγάλη κόρη της οικογένειας. Ψάχνουν να βρουν τρομοκράτες, κάθε αυτοκίνητο με νέους είναι ένα ύποπτο αυτοκίνητο. 

Σκέφτομαι ότι μέχρι τώρα για μένα ο συνδυασμός Βραζιλία και 1970 σήμαινε μόνο το Μουντιάλ του Μεξικού, το τρίτο παγκόσμιο κύπελλο του Πελέ, την ομαδάρα με τους υπόλοιπους παικταράδες. Ενώ το πρώτο μουντιάλ της Αργεντινής το 1978 έχει συνδεθεί αρκετά στη μνήμη με τη δικτατορία της Αργεντινής, προσωπικά τουλάχιστον δεν θυμόμουν ότι το 1970 είχε δικτατορία στη Βραζιλία. Όπως επίσης δεν γνώριζα ότι η (αμερικανοκίνητη) δικτατορία διήρκεσε είκοσι ένα ολόκληρα χρόνια, από το 1964 ως το 1985. 

 

 

Ακόμα και έτσι, στο πρώτο μέρος του «Είμαι Ακόμη Εδώ», ο Βάλτερ Σάλες θα αποτυπώσει μια καθημερινότητα, η οποία όσον αφορά τουλάχιστον τη ζωή της συγκεκριμένης μεσοαστικής οικογένειας και του δικτύου των φίλων της είναι ζηλευτή. Ήταν μια οικογένεια που είχε και τα μέσα και την όρεξη να ζει καλά. Που θα μπορούσε να ζει την καλή ζωή της από άποψη υλικών συνθηκών, αλλά εξίσου και από άποψη συνολικής ψυχικής διάθεσης απέναντι στα πράγματα. Μπορεί να βοηθάει ότι είναι Βραζιλιάνοι και μάλιστα Βραζιλιάνοι που ζουν δίπλα στη θάλασσα, μπορεί να βοηθάει ότι μοιάζουν εκτός από ευκατάστατοι και άνθρωποι συνολικά καλλιεργημένοι, μπορεί να βοηθάει ότι παρουσιάζονται ως έχοντες αρμονικές σχέσεις μεταξύ τους, το αποτέλεσμα πάντως είναι πως μπαίνουμε κι εμείς ως θεατές σε μια κατάσταση να χαιρόμαστε αυτό που παρακολουθούμε ως συνθήκη καθημερινότητας.

Ωστόσο, όσο καλά κι αν ήταν, κάτι τους έτρωγε. Η χώρα τους είχε χούντα και διώξεις και καταπατήσεις ατομικών δικαιωμάτων. Με τόσες γνωριμίες που είχαν έπρεπε να βοηθήσουν κάπως. Γιατί; Επειδή όταν κοιτάς μόνο τη δουλειά σου και τη ζωή σου, οσοδήποτε καλές κι αν είναι αυτές, οσοδήποτε κι αν σε γεμίζουν, αδιαφορώντας εντελώς για το τι γίνεται στην κοινωνία που ζεις, ίσως η δουλειά γίνεται δουλίτσα και η ζωή ζωούλα. Έτσι δεν είναι; Ας μην βιαστούμε να απαντήσουμε «Ναι». Γιατί αν η συνείδησή σου δεν σε τσιγκλάει, είτε επειδή είσαι του μεσαίου χώρου της απολιτίκ ιδιώτευσης, είτε πολύ περισσότερο αν είσαι συμπαθών αυταρχικών καθεστώτων και της ανάγκης εξάλειψης κάθε κινδύνου αντίστασης και ταραχών, μια χαρά μπορεί να είναι και αλλιώς. Και εντάξει, πιθανότατα αν ανήκεις στην πρώτη κατηγορία να προτιμάς να μην παραβιάζονται τα δικαιώματα των άλλων απ’ την κρατική εξουσία. Να το προτιμάς όμως περιμένοντας κάποτε να συμβεί από μόνο του, χωρίς να είσαι διατεθειμένος να ριψοκινδυνεύσεις να κάνεις το παραμικρό για να συμβεί.  

 

 

Δυο σκηνές σε ένα παγωτατζίδικο. Στην πρώτη όλη η οικογένεια παίρνει το παγωτό της. Τη δεύτερη φορά που θα τη δούμε μαζεμένη εκεί, κάποιο καιρό αργότερα, υπάρχει μια απουσία: ο πατέρας. Απαχθείς, εξαφανισμένος, αγνοούμενος. Απαχθείς και όχι προσαχθείς, γιατί οι Αρχές αρνούνται ότι έχουν σχέση με την εξαφάνισή του. Οι νόμιμες Αρχές, οι παράνομες Αρχές, σε μια δικτατορία οι γραμμές μπορούν να γίνουν πολύ θολές. (Και τα δικαστήρια, κύριε; Η δικαστική εξουσία; Δεν μπορούν οι πολίτες να προσφύγουν εκεί για να προστατευτούν από τέτοιου είδους ακρότητες; Ας μην την μπλέκουμε με τα πολιτικά τη δικαστική εξουσία, όσο απόλυτη εμπιστοσύνη κι αν πρέπει να της έχουμε στις δημοκρατίες μας. Θα συνεχίσει πλην ηρωικών εξαιρέσεων να δικάζει σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, σαν να παραμένουν όλα αδιατάρακτα καλά και νόμιμα, τα ξέρουμε άλλωστε κι απ’ την εποχή της δικής μας δικτατορίας).

Η μητέρα είναι παρούσα. Δεν έχει να διαχειριστεί μόνο την αγωνία για την τύχη του άντρα της και πατέρα των παιδιών της, καθώς κι ένα σωρό πρακτικά προβλήματα που δημιουργεί η απουσία του, αλλά πέρασε κι εκείνη από διάφορα πριν μπορέσει να βρεθεί πάλι εδώ. Κοιτάζει προς τα διπλανά τραπέζια. Οι άνθρωποι τρώνε το παγωτό τους. Το απολαμβάνουν μακάριοι σαν να μην τρέχει τίποτα. Το καθεστώς που έχει περάσει σαν οδοστρωτήρας πάνω από την οικογένειά της μοιάζει να μην τους αγγίζει. Είναι έτσι; Άλλωστε κι η δική της οικογένεια την ίδια εντύπωση δεν έδινε προς τα έξω λίγο καιρό πριν; 

 

 

Κι αν χρησιμοποιήσουμε το συγκεκριμένο παράδειγμα ως γενικότερη μεταφορά, όχι μόνο οι δικτατορίες, αλλά κάθε κοινωνική, πολιτειακή, εθνική, οικονομική βαρβαρότητα, θα συντηρείται όσο οι υπόλοιποι άνθρωποι, οι άνθρωποι που δεν τους αφορά άμεσα, θα απολαμβάνουν μακάριοι το δικό τους παγωτό, ακριβώς επειδή δεν τους αφορά άμεσα. Ο αντίλογος είναι βέβαια ότι πάντα θα υπάρχει κάποιο επί γης κακό, είτε κάπου πιο μακριά στον πλανήτη, είτε θα πρόκειται ακριβώς δίπλα σου για μια άλλη οικογένεια που δεν θα έχει λεφτά για παγωτό. Κι ότι αν ήταν να λύναμε πρώτα όλα τα προβλήματα του πλανήτη, ώστε μόνο μετά να δικαιούμασταν να κάτσουμε να φάμε παγωτό, δεν θα τρώγαμε παγωτό ποτέ και μάλλον δεν θα υπήρχαν καν παγωτατζίδικα.

Και πράγματι, η σκηνή είναι μάλλον πολύ πιο σωστό να διαβαστεί ως πόσο άδικο είναι να  δημιουργούνται δυο κατηγορίες πολιτών, εκείνη που της επιτρέπεται από την εξουσία να τρώει το παγωτό της κι εκείνη που ισοπεδώνεται σε μπουντρούμια, θαλάμους βασανιστηρίων, εξαφανιστήρια. Ακόμα κι έτσι πάντως, οι δυο κατηγορίες πολιτών δεν δημιουργούνται αυθαίρετα, αλλά επειδή στην μία επικρατούν αντιλήψεις τύπου «Αν δεν τους πειράξεις δεν σε πειράζουν». Κι έτσι το βλέμμα σου αφήνει στην άκρη τον δημόσιο χώρο κι ό,τι τυχόν βάναυσο συμβαίνει εκεί, στρεφόμενο αποκλειστικά στο ιδιωτικό σου παγωτό. Γλείψε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν.  

 

 

Προ-ψηφιακή εποχή, εποχή τυπωμένων φωτογραφιών, τότε που οι φωτογραφίες ήταν απείρως λιγότερες και απείρως σημαντικότερες, τότε που η κάθε μία τους σήμαινε κάτι, αποθανάτιζε κάτι, συνδεόταν με ένα κομμάτι μνήμης, γινόταν μνήμη. Αλλά και δίσκοι βινυλίου, βιβλία, μια Super 8 κάμερα, προβολή φιλμ για όλη την οικογένεια, εκεί που οι εικόνες είναι κινούμενες. Εποχή που όλος σου ο κόσμος δεν χωρούσε σε ένα κινητό, αλλά αποτελούνταν από χιλιάδες μικροαντικείμενα, το καθένα απ’ τα οποία είχε το δικό του σώμα, τη δική του θέση, μπορούσες να το ακουμπήσεις, να του κάνεις δαχτυλιές, να το μυρίσεις.

Το «Είμαι Ακόμη Εδώ» είναι μια ταινία γεμάτη φωτογραφίες. Φωτογραφίες στις οποίες οι άνθρωποι θα γελούν αβίαστα, φυσικά, θα γελούν επειδή έτσι νιώθουν. Και φωτογραφίες στις οποίες οι άνθρωποι θα γελούν αρνούμενοι να συμμορφωθούν στην αντίληψη που έχουν οι άλλοι για εκείνους και σε στερεότυπα ρόλων, γελώντας αγέρωχα ακόμα κι αν μέσα τους νιώθουν το ακριβώς αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση φωτογραφίες του περάσματος του χρόνου, πριν ακόμα ο χρόνος γίνει μια διαρκής ροή πληροφορίας, πριν αρχίσει να σκρολάρεται, πριν χωρέσει όλος σε ένα κινητό.

Δεν πρόκειται για κανένα υβρίδιο, αντίθετα ο συνδυασμός του πολιτικού με το προσωπικό έχει υπάρξει σχεδόν πάντα συστατικό στοιχείο των πολιτικών ταινιών. Δεν γίνεται να μην περνά η Ιστορία μέσα από την επίδρασή της στις ιστορίες των ανθρώπων. Γιατί μπορεί η Ιστορία να είναι η μεγάλη εικόνα, αλλά τη στιγμή που συμβαίνει δεν είναι κάτι θεωρητικό, δεν επηρεάζει τους ανθρώπους δευτερογενώς, τους επηρεάζει πρωτογενώς, τους αλλάζει τη ζωή. Οπότε πάντα το στοίχημα, η πρόκληση, εκείνο απ’ το οποίο θα κριθούν πολλά είναι το πόσο επιτυχώς συνδυάζονται. Στο «Είμαι Ακόμη Εδώ» έχουμε έναν από τους επιτυχέστερους συνδυασμούς. Δεν ξέρω αν οφείλεται στο ότι ο Σάλες δίνει μεγαλύτερη του συνήθους έμφαση στο προσωπικό. Και δίνει πάντως και πετυχαίνει. Θεωρώ ότι το μυστικό της επιτυχίας του πολύ περισσότερο από τη δοσολογία έχει να κάνει με την ποιότητα του προσωπικού, με τον κόσμο που δημιουργεί. Για να έρθουμε λίγο στα δικά μας, σκέφτομαι ότι έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που θα ταίριαζε στο σινεμά του Παντελή Βούλγαρη, τολμώντας εδώ την υπόθεση ότι θα ήταν πολύ περήφανος να είχε κάνει ο Παντελής Βούλγαρης. 

 

 

Εξαιρετική ανασύσταση εποχής, η φωτογραφία, τα κουστούμια, τα σκηνικά, το υπέροχο σάουντρακ, το σενάριο, η σκηνοθεσία, όλα συνδυάζονται και κουμπώνουν για να συντεθεί ένα αποτέλεσμα τόσο επιδραστικό, αποτέλεσμα που υπηρετείται από μια σειρά από πολύ δυνατές ερμηνείες, με επικεφαλής φυσικά τη Φερνάντα Τόρες, που πήρε τη Χρυσή Σφαίρα, διεκδικώντας τώρα με αξιώσεις και το Όσκαρ Ά Γυναικείου Ρόλου. Η ίδια η ταινία είναι επίσης διπλά υποψήφια, όχι μόνο για όσκαρ διεθνούς ταινίας, αλλά και με παρουσία στη δεκάδα των όσκαρ καλύτερης ταινίας, όντας η πρώτη βραζιλιάνικη που φτάνει ποτέ ως εκεί. 

Έχει εννοείται μεγάλη σημασία μια τόσο ευρεία αναγνώριση. Ακόμα μεγαλύτερη όμως έχει πως είναι μια ταινία που καταφέρνει να διαπεράσει κάθε άμυνα και αντίστασή σου, όταν στον επίλογό της βλέπεις ηθοποιούς που έχεις δει ελάχιστα, πρόσωπα που έχεις δει ελάχιστα, κι όμως κατορθώνουν να σε συγκινήσουν: αυτό που εκπέμπει το πρόσωπό τους, αυτό που αποτυπώνει η κάμερα του Σάλες, μια ατμόσφαιρα κατακτημένη, μια ιστορία που ειπώθηκε, προσωπική και μαζί πολιτική, βαθιά ανθρώπινη και δυστυχώς αληθινή.