Με τη δημοφιλέστατη Τόσκα του Τζάκομο Πουτσίνι άνοιξε η Εθνική Λυρική Σκηνή το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού την 1η Ιουνίου 2024, σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού, σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια Ούγκο ντε Άνα και αναβίωση σκηνοθεσίας Κατερίνας Πετσατώδη.

Μετά την εξάντληση των εισιτηρίων για τις τέσσερις παραστάσεις, η Εθνική Λυρική Σκηνή ανακοίνωσε και μία επιπλέον 5η παράσταση, την Τρίτη 4 Ιουνίου 2024 στις 21.00.

Εμείς ρωτήσαμε τη βραβευμένη υψίφωνο Γεβγκένια Μουραβιέβα που ερμηνεύει τη Φλόρια Τόσκα  (01/06 και 06/06):

Τι είναι αυτό που κάνει την «Τόσκα» τόσο δημοφιλή και δεν έχει σταματήσει να παίζεται στα μεγάλα θέατρα του κόσμου;

«Για μένα, ο λόγος είναι ότι το αριστούργημα του Πουτσίνι είναι μία από τις πιο ταλαντούχες όπερες στον κόσμο. Υπάρχει ένας ιδανικός συνδυασμός της πλοκής και της μουσικής. Η μουσική είναι γεμάτη ενέργεια, συναισθήματα και μία «βεντάλια» από χρώματα.

Από την άλλη πλευρά, η πλοκή είναι σαφώς κατανοητή και πολύ δυνατή, αφήνει το κοινό εντυπωσιασμένο και ενθουσιασμένο. Το έργο «Τόσκα» του Γάλλου συγγραφέα Σαρντού, ήταν επίσης πολύ δημοφιλές στην εποχή του. Είναι επίσης πολύ γνωστό πώς η Sara Bernard έπαιξε σε αυτό το δραματικό έργο περίπου 2000 παραστάσεις μέχρι που έσπασε το πόδι της…». 

 

φωτό: Βαλέρια Ισάεβα
φωτό: Βαλέρια Ισάεβα
φωτό: Βαλέρια Ισάεβα
φωτό: Βαλέρια Ισάεβα
φωτό: Βαλέρια Ισάεβα
φωτό: Βαλέρια Ισάεβα
φωτό: Βαλέρια Ισάεβα
φωτό: Βαλέρια Ισάεβα

 

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη Ούγκο Ντε Άνα για την «Τόσκα»

 

«Χωρίς αμφιβολία και όχι συμπτωματικά, η Τόσκα συγκαταλέγεται στις δημοφιλέστερες όπερες του Πουτσίνι. Ο Πουτσίνι επιθυμούσε να συνθέσει μια μελωδική όπερα: ήθελε να δημιουργήσει μια μουσική που έρχεται από την καρδιά και μιλάει στην καρδιά. Ως προς αυτό, ο μουσικός εμφανίζεται αδιαχώριστος από τον «άνθρωπο του θεάτρου», όπως ο «μελωδιστής» δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον «συμφωνιστή».

Στη μουσική του διακρίνεται με σαφήνεια ο χαρακτήρας των σκηνικών προσώπων, τα χρώματα και οι χειρονομίες των ερμηνευτών. Ο ίδιος έλεγε: «Κάνω θέατρο, οπτικοποιώ τη σκηνική δράση». Γι’ αυτόν τον λόγο, περισσότερο από άλλα έργα του, η Τόσκα σηματοδοτεί το πέρασμα στο πεδίο του βερισμού (επιμονή σε ρεαλιστικές λεπτομέρειες, αναζήτηση των σκηνικών εφέ με έντονες αποχρώσεις, οξυμμένα συναισθήματα, όπως ο έρωτας, το μίσος, το πνεύμα θυσίας, η αγάπη για την πατρίδα…), περιλαμβάνοντας ακόμα και σκληρές, νοσηρές όψεις, καθώς επίσης αποσπασματικούς, φορτισμένους διαλόγους έντονης δραματικότητας.

Η πολύ γνωστή υπόθεση, μια ιστορία παθιασμένου έρωτα ανάμεσα στη Φλόρια Τόσκα και τον Μάριο Καβαραντόσσι, έχει ως φόντο μια πολιτική κατάσταση στην οποία επικρατεί έξαρση των ιδανικών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης σε αντιδιαστολή προς τη δεσποτική και σκληρή εξουσία του Σκάρπια, ο οποίος με διαβολικό τρόπο καθορίζει μια ροή εξελίξεων που επιφέρει τον δικό του χαμό, την καταδίκη του εραστή της Τόσκας και τη θεαματική αυτοκτονία της ίδιας: Ω, Σκάρπια, ενώπιον του Θεού!».

 

φωτό: Γ.Καλκανίδης
φωτό: Γ.Καλκανίδης
φωτό: Γ.Καλκανίδης

Η Τόσκα με μια ματιά

 

Ο συνθέτης / Ο Τζάκομο Πουτσίνι γεννήθηκε στη Λούκκα της βόρειας Ιταλίας στις 22 Δεκεμβρίου 1858. Έως σήμερα παραμένει ένας από τους δημοφιλέστερους Ιταλούς συνθέτες όπερας, καθώς τα περισσότερα από τα έργα του περιλαμβάνονται σταθερά στο ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων του κόσμου. Η προσωπική γλώσσα του διαμορφώθηκε με μεγάλη σαφήνεια ήδη από την τρίτη όπερά του, Μανόν Λεσκώ (1893), ενώ με τα επόμενα τρία έργα, Μποέμ (1896), Τόσκα (1900) και Μαντάμα Μπαττερφλάι (1904), αναγνωρίστηκε ως ο σημαντικότερος διάδοχος του Βέρντι. Η πρόδηλα μελωδική μουσική και η έντονη θεατρικότητα που χαρακτηρίζουν τις όπερές του ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στις απαιτήσεις της εποχής. Λόγω του αιφνίδιου θανάτου του, στις Βρυξέλλες το 1924, έμεινε ανολοκλήρωτο το τελευταίο έργο του, η όπερα Τουραντότ.

Το έργο / Η τρίπρακτη όπερα Τόσκα βασίζεται σε ποιητικό κείμενο των Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα, εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο Η Τόσκα (1887) του Γάλλου Βικτοριέν Σαρντού.

Πρεμιέρες / Η Τόσκα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Κοστάντσι της Ρώμης στις 14 Ιανουαρίου 1900. Τον κεντρικό ρόλο ερμήνευσε η ελληνικής καταγωγής Ρουμάνα υψίφωνος Χαρίκλεια Νταρκλέ –το γένος Χαρικλή–, επιλογή του ίδιου του Πουτσίνι, τον Καβαραντόσσι ο Εμίλιο ντε Μάρκι και τον Σκάρπια ο Εουτζένιο Τζιραλντόνι. Διηύθυνε ο Λεοπόλντο Μουνιόνε. Η Τόσκα παρουσιάστηκε από το Γ΄ Ελληνικό Μελόδραμα κατά την καλλιτεχνική περίοδο 1916/17. Η Εθνική Λυρική Σκηνή τη συμπεριέλαβε στο ρεπερτόριό της στις 27 Αυγούστου 1942, με τη δεκαεννιάχρονη Μαρία Καλογεροπούλου (Κάλλας) στον κεντρικό ρόλο. Διηύθυνε ο Σώτος Βασιλειάδης.

 

φωτό: Γ.Καλκανίδης

 

Info παράστασης: 

Εθνική Λυρική Σκηνή – Τόσκα του Τζάκομο Πουτσίνι| 1, 2, 4, 6, 11 Ιουνίου 2024 | Ωδείο Ηρώδου Αττικού