Στα αυτιά μου το “Brushing Love” του Δημήτρη Σκύλλα, από το soundtrack του “Afterpop”, το project με το οποίο καταγράφηκε ως ο πρώτος συνθέτης της γενιάς του για τον οποίο κυκλοφόρησε ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους αφιερωμένο στη ζωή και τη μουσική του σε μια διαδρομή από τον Βόλο στο Λονδίνο, έχοντας ήδη αναλάβει από τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC την πρώτη ανάθεση για ελληνικό έργο για το Barbican Centre. Γράφει για έναν ύμνο στην αγάπη, για αυτό το αίσθημα ελπίδας κάτω απ’ τον ήλιο του καλοκαιριού, πάνω στον βράχο ενός νησιού. Το καλοκαίρι άλλωστε του δίνει έμπνευση, εκεί βρίσκει το ιερό και τη σεξουαλικότητα μαζί:

«Για αυτά που πετυχαίνουν είναι χαζομάρα να μην λέμε “μου πέτυχε!”», θα μου πει ο Δημήτρης Σκύλλας στην κουβέντα μας αναφερόμενος στη μουσική για το θέατρο που, όπως λέει, του πετυχαίνει, γιατί του βγαίνει οργανικά ακριβώς, όπως και η τραγωδία, που φαίνεται σαν να κυλά στις φλέβες του και να ρέει από το χαρτί στις νότες, ενώ την ίδια στιγμή μπροστά στην κωμωδία νιώθει άχρηστος. 

Ελπίζει σε μια μουσική λιγότερο παραμελημένη στην Ελλάδα, σε μια Επίδαυρο πιο «ανοιχτή» και με την αντίστροφη μέτρηση για την πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου να έχει ξεκινήσει, ο Δημήτρης Σκύλλας μιλά για τη μουσική που θα ακούσουμε ζωντανά στις «Βάκχες» του Θάνου Παπακωνσταντίνου, μια μίξη στοιχείων από διαφορετικές κουλτούρες από τη Δύση στην Ανατολή και πάλι πίσω, αλλά και για το πώς είναι να πορεύεσαι με την ταυτότητα ενός ανθρώπου μη θρήσκου που ασχολείται με την έννοια του ιερού ως ερευνητής, αγκαλιά με δύο περσόνες που πάλλονται μεταξύ του έξω και του μέσα, του κοσμικού και του μοναστηριακού:

Μίλησέ μας για αυτή την τρίτη κατά σειρά συνεργασία σου με τον Θάνο Παπακωνσταντίνου και το Εθνικό Θέατρο;

Τρίτη δουλειά και η πιο δύσκολη που έχουμε κάνει. Ξεκινήσαμε το 2018 με την τραγωδία της Ηλέκτρας στο Εθνικό. Μετά πήγαμε σε ένα έργο που κάναμε μέσα στην καραντίνα, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», το οποίο είχε και αυτό πολλά στοιχεία θρήνου. Υπάρχει ένα βάρος στα έργα μας,  τώρα επιστρέφουμε πάλι στην τραγωδία που είναι το φυσικό μας περιβάλλον με τον Θάνο. Μου είναι απίστευτα εύκολο να γράψω μουσική για τραγωδία, γιατί βγαίνει οργανικά, από μόνο του. Ζήσε μια βδομάδα με την οικογένειά μου και θα καταλάβεις (γέλια). Ο ορισμός του σουρεαλισμού και της τραγωδίας. Είναι υπέροχη οικογένεια, έχω μεγαλώσει με γυναίκες να φωνάζουν, να μιλάνε φωναχτά, είναι το στυλ τους έτσι. Αν μου έλεγες γράψε για κωμωδία, θα ήμουν ακόμα στην πρώτη σελίδα.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καθόλου ανάλαφρα στοιχεία;

Υπάρχει πολύ το ανάλαφρο στοιχείο. Έχουμε σκεφτεί από την αρχή ότι μας ενδιαφέρουν πολύ οι αντιθέσεις, να δείξουμε δηλαδή τη λατρεία από πολλές πτυχές. Έχουμε και αιθέρια μουσική στο έργο, υπάρχουν πολλά μέρη που είναι πάρα πολύ μαλακά και όμορφα, γιατί το να λατρεύεις έναν Θεό δεν είναι μόνο άγριο πράγμα, αλλά όμορφο και γλυκό ή έστω αρρωστημένα γλυκό.

Από ποια σημεία της σκηνοθετικής ματιάς πιάστηκες για να συνθέσεις την πρωτότυπη μουσική στις Βάκχες;

Ξεκινήσαμε συζητήσεις πάρα πολύ νωρίς για τη μουσική και επειδή η μουσική μου έχει πάρα πολλές αναφορές σε στοιχεία, όπως ο θρήνος, το ιερό, η έκσταση, η βακχεία δηλαδή, ήρθαν να κουμπώσουν σε μία ανάγκη να φέρουμε πάρα πολλά στοιχεία μαζί. Είναι μια συμπεριληπτική μουσική, ας το πω έτσι, η οποία φιλοξενεί στοιχεία από πολλές κουλτούρες. Συγκεκριμένα από την Τουρκία, γιατί ήρθα από εκεί όπως ο Βάκχος ήρθε από την Ασία, από την Ινδία, από την Ιαπωνία έχω πάρει κάποια στοιχεία κρυμμένα, από τη βυζαντινή μουσική, από το μοιρολόι το δικό μας και από την τραγωδία. Τα έχω φέρει όλα μαζί, αλλά έχω φτιάξει ένα καινούργιο έργο, δεν είναι κολάζ. Θα δεις και από το promotion μας ότι έχουμε πάρα πολλά διαφορετικά χρώματα, έτσι και το κάθε χρώμα είναι διάφορες αναφορές στη μουσική που έχω από αυτές τις χώρες που όλες μαζί φτιάχνουν μια καινούργια συνθήκη. Οι αναφορές από πολλά στοιχεία της Ανατολής πώς παντρεύονται με τα ελληνικά στοιχεία, σύγχρονα και αρχαία φυσικά.

 

©Ελίνα Γιουνανλή

 

Η μουσική είναι ζωντανή και έχει μεγάλη παρουσία στην παράσταση. 12 γυναίκες επί σκηνής, συν 4 όργανα, συν 3 αγγελιαφόροι που ενίοτε γίνονται ένα με τον χορό κάνοντας τον από γυναικείο σε μικτό. Πάρα πολλή δουλειά 3 μήνες σχεδόν και επειδή ο Θάνος είναι λάτρης της όπερας, ο δρόμος πάει αρκετά προς τα εκεί.

Μαζί με τη Μελίνα Παιονίδου που κάναμε τη διδασκαλία των χορικών, δουλεύαμε από την πρώτη εβδομάδα κάθε μέρα με τον Χορό. Είναι μεγάλη πρόκληση γιατί είναι ηθοποιοί, δεν είναι μουσικοί, όποτε έχεις να διδάξεις ένα υλικό ενός επαγγέλματος που δεν είναι το δικό τους. Αλλά μετά δικαιώνεσαι, γιατί οι ηθοποιοί έχουν μια τεράστια επιτυχία στη μίμηση και στο να φέρουν αυτό που θες επί σκηνής. Είμαι πολύ περήφανος για τον Χορό!

 

©Ελίνα Γιουνανλή
©Ελίνα Γιουνανλή
©Ελίνα Γιουνανλή

 

Γενικά η τελετουργία είναι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τα έργα σου. Είναι αυτό που σου δίνει έμπνευση;

Ναι και είναι αυτό που δεν φεύγει ποτέ από την ανθρωπότητα. Δεν είναι μόδα. Ο θρήνος είναι αναπόφευκτος για όλους μας. Επίσης ένα στοιχείο που χρησιμοποιώ πάρα πολύ και το έχω συζητήσει όσες φορές έχω μιλήσει για τη δουλειά μου είναι το στοιχείο του ιερού. Ένας άνθρωπος μη θρήσκος που ασχολείται με την έννοια του ιερού ως ερευνητής. Είναι κάτι που με απασχολεί πάρα πολύ στη δουλειά μου και προσπαθώ να συνδυάζω αυτά τα στοιχεία σε όλα τα έργα που κάνω. Έχεις μια ταυτότητα και τη χτίζεις σιγά σιγά οργανικά, είναι πολύ σημαντικό αυτό. Καθαρή μουσική με πρόθεση, να συνδεθεί ο άνθρωπος με το πολύ εσωτερικό, με το πρωτόγονο συναίσθημα.

Η μουσική δεν είναι θέατρο, δεν είναι σινεμά, δεν είναι λογοτεχνία, δεν είναι ζωγραφική. Δεν προβάλλει έννοιες τόσο απροκάλυπτα. Λέξεις, ήχους, ερεθίσματα, εικόνες. Είναι ήχος και ο ήχος είναι ένα πράγμα το οποίο από μόνο του είναι πολύ μετέωρο, οπότε ψάχνω να βρω την πιο θεμελιώδη ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει την τέχνη παρά να την καταλαβαίνει. Οπότε κάπως αυτό το πράγμα εν μέρει το επιλέγω, εν μέρει βγαίνει από μόνο του, γιατί η μουσική, η οργανική μουσική δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς, αναγκαστικά επενδύεις στα υλικά που μπορείς να χρησιμοποιήσεις. Αλλά γι’ αυτό δεν είμαι άνθρωπος που είναι τόσο στις τάσεις και στις μόδες. Αυτό εμένα κάπως δεν με επηρεάζει πολύ. Μπορεί να με επηρεάζει λίγο στη φτιαξιά, στη σύνθεση, αλλά στην ουσία της μουσικής μου δεν με επηρεάζει. Είμαι αναλλοίωτος, κακό, καλό, άσχημο, ωραίο, δεν με νοιάζει. Μπορεί να είμαι και passé.

Αυτό σε απελευθερώνει από το άγχος να κάνεις κάτι για να μη σου πει κάποιος ότι είσαι passé ας πούμε;

Nέος άνθρωπος είμαι σχετικά, κοινωνικός, μέσα στα πράγματα και ασχολούμαι με τον συμβολισμό του Θεού, κάποιοι θα με πούνε και passé. Βέβαια αν σκεφτούμε, όλη η τέχνη δημιουργήθηκε για τον Θεό από τα τοτέμ στα πολύ παλιά χρόνια και μέχρι όλα αυτά τα έργα που θαυμάζουμε έως τώρα. Όταν λέω θεό δεν εννοώ κανέναν συγκεκριμένο θεό, ο Θεός μπορεί να είναι ο Αλλάχ, μπορεί να είναι απλώς κάτι ανώτερο και αυτό το πράγμα μπορεί να είναι και η ίδια η αντιμετώπιση του ανθρώπου προς τη ζωή και ο Θεός να είναι το κατασκεύασμά του που έχουμε φτιάξει με το όραμα να μπορέσουμε να οδηγηθούμε σε κάτι ανώτερο. Θεωρώ ότι η έννοια του θεού είναι το μεγαλύτερο έργο τέχνης που έχει γίνει ποτέ, όλα τα άλλα που κάνουμε είναι από κάτω.

 

©John Kolikis

 

Σημείο αναφοράς;

Μα ποια κουλτούρα, σε ποια εποχή της ανθρωπότητας δεν είχε ιερό; Το πρόβλημα που έχουμε με τον θεό είναι η κακή χρήση των εκπροσώπων του. Με ενδιαφέρει η εσωτερική πίστη από τον άνθρωπο στο θείο, δεν με ενδιαφέρει το ενδιάμεσο. Μου αρέσουν οι εκκλησίες μόνο ως χώροι γιατί έχουν υπέροχο ήχο. Δηλαδή ουσιαστικά για μένα η έννοια του ιερού στην τέχνη και στη μουσική ιδιαίτερα έχει να κάνει με τη συγκέντρωση της ενέργειας του ατόμου. Αυτό με ενδιαφέρει και στην εποχή που ζούμε, όπου όλα είναι τόσο γρήγορα και χυδαία, προσπαθώ να κάνω μια τέχνη κυρίως αργή. Δηλαδή σκεφτόμαστε τι σημαίνει να είσαι μπροστά από την εποχή σου… κανένας δεν είναι μπροστά από την εποχή του. Ζούμε σε μια κοινωνία γρήγορη και αποσπασματική.

Αυτό που συμβαίνει στην ποπ για να πουλήσει κι εκεί αρχίζει το χυδαίο -που ακούω ποπ- είναι ότι χαϊδεύει τα αυτιά και τα μάτια του κοινού. Οπότε, σε μια αποσπασματική κοινωνία κατακερματισμένη, η ποπ δίνει αυτό ακόμα περισσότερο, βγαίνει ένα τραγούδι, ένα video clip, ένα έργο τέχνης το οποίο είναι χίλια κομμάτια πολύ γρήγορα και λέμε ότι είναι στην εποχή του, δεν είναι στην εποχή του γιατί αυτό δεν ανεβάζει καθόλου τον πήχη. Αν δεις ότι η ανθρωπότητα και η εποχή και πόσο μάλλον οι νεότερες γενιές πηγαίνουν προς αυτόν τον κατακερματισμό, αυτό που οφείλεις να κάνεις δεν είναι να τους χαϊδέψεις τα αυτιά για να πουλήσεις, πρέπει να κάνεις το αντίθετο, για να τους φέρεις σε μια συγκέντρωση, αλλά εκεί θεωρείσαι παλιός. Η τέχνη έρχεται εδώ για να μας οδηγήσει σε κάτι καλύτερο, σε κάτι ανώτερο. Αν δίνουμε ακριβώς αυτό που υπάρχει στην κοινωνία, δεν κάνουμε τέχνη, κάνουμε εμπόριο.

Στην πρώτη επαφή με το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με τη σύνθεση της μουσικής για την Ηλέκτρα σου αποκαλύφθηκε κάτι που δεν περίμενες και που να κρατάς τώρα για τις Βάκχες;

Όχι, ήξερα ακριβώς τι πρέπει να κάνω. Πριν την πρώτη μου δουλειά στην Επίδαυρο ήξερα τι δεν πρέπει να κάνω και αυτό είναι να κάνω μια ελκυστική, φαινομενικά ωραία μουσική, η οποία θα ακουγόταν ωραία και δεν θα έδινε βάση στο κείμενο. Όταν πήγα στην Ηλέκτρα και κάναμε την πρώτη πρόβα χωρίς μικρόφωνα στη σκηνή σκέφτηκα ότι έφτιαξα αυτό που έπρεπε να φτιάξω. Ακούγονταν τα πάντα και αυτό για μένα ήταν μεγάλο στοίχημα. Έχω καλή κατανόηση του τι σημαίνει γράφω μουσική για τραγωδία σε ανοιχτό χώρο με άξονα το κείμενο. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου να ακούγεται ωραία μουσική και να μην ακούει ο κόσμος τι λέμε. Κατά κύριο λόγο μιλάμε για μια χρήση της μουσικής, η οποία έχει ρόλο λειτουργικό.

Και όχι συνοδευτικό όπως πολλές φορές γίνεται;

Δεν είναι καθόλου συνοδευτική. Προφανώς υπάρχει και μουσική συνοδευτική, γιατί έχουμε τέσσερα όργανα επί σκηνής. Είναι όμως τόσο ατόφια μουσική που κάποια στιγμή σκέφτομαι ότι θα πάρω τη μουσική της Ηλέκτρας, των Ελεύθερων Πολιορκημένων και των Βακχών και θα κάνω συναυλία σε κάποιο concert hall. Είναι μουσική – soundtrack. Mε ενδιαφέρει πολύ να πιέσω τα όρια στη θεατρική μουσική της χώρας, στην επιδαύρια μουσική της χώρας σχετικά με το τι ρόλο μπορεί να έχει η μουσική και ο χορός μέσα στην τραγωδία. Eίναι λίγο παραμελημένα και η μουσική και o χορός. Eμείς πάμε με μια πρόταση. Eίτε αρέσει είτε όχι όταν έχεις 50 λεπτά μουσικής μέσα σε μια τραγωδία, σημαίνει ότι θέτεις τον πήχη πιο ψηλά.

Το θέατρο πιστεύω ότι το κάνω καλά, όπως αλλά δεν τα κάνω καθόλου καλά στη μουσική και έχω «σκίσει» κομμάτια όταν δεν θέλω να βγουν ποτέ στο φως. Κάποια πράγματα πετυχαίνω ως δημιουργός και άλλα όχι. Για αυτά που πετυχαίνουν είναι χαζομάρα να μην λέμε μου πέτυχε με μια αίσθηση σοβαροφάνειας και εμένα η μουσική για θέατρο μου πετυχαίνει γιατί μου βγαίνει οργανικά. Δεν θέλω να το κρύψω και ας με λένε αλαζόνα.

Το έργο μου για το ΒΒC ας πούμε ήταν πολύ ωραίο σε κάποια σημεία αλλά δεν θα το έβγαζα τώρα, λέω άστο να φύγει. Δεν πειράζει όμως γιατί μου έδωσε πάρα πολλά στοιχεία με τα οποία έγραψα μετά άλλα έργα. Δεν ξέρω πώς θα είναι στην Επίδαυρο τελικά, αλλά η φτιαξιά της μουσικής όπως την ακούω στις πρόβες με γοητεύει, μου αρέσει πολύ και μου μαθαίνει πολλά πράγματα τα οποία δεν ήξερα, γιατί όταν συνεργάζεσαι με μη μουσικούς, οι οποίοι κάνουν τη μουσική σου, σου δείχνουν 5.000 δρόμους που εσύ δεν ξέρεις γιατί τα θεωρείς όλα δεδομένα.

 

Το στοιχείο της τελετουργίας που λέγαμε πριν ότι σε συνοδεύει καλλιτεχνικά, είναι αναπόσπαστο κομμάτι και της εμπειρίας της Επιδαύρου.

Ναι, έχει μεγάλη τελετουργία αρκεί να είμαστε ανοιχτοί σε αυτό, γιατί νομίζω την έχουμε πολύ «κλειστή» την Επίδαυρο. Θα μπορούσαν να γίνουν και άλλα πράγματα, αλλά φυσικά με το να ανοίξει μπορεί να φτάσει σε σημείο που δεν θέλουμε. Θέλει απλώς μια πιο φρέσκια ματιά.

Τι θα ήθελες να κάνεις στην Επίδαυρο;

Θα ήθελα να κάνω μια θεατρική όπερα στην Επίδαυρο. Μπορώ, αλλά όχι κωμωδία, γιατί δεν καταλαβαίνω τι να γράψω. Δεν το αποκλείω να βρεθώ εκεί κάποια στιγμή, αλλά θα είναι μεγάλη πρόκληση για μένα και θα πρέπει να με βοηθήσει κάποιος σκηνοθέτης. Νιώθω άχρηστος σε αυτό. Γιατί να μην έχουμε συμφωνικές ορχήστρες στην Επίδαυρο; Εφόσον έχουμε στο Ηρώδειο τις συμφωνικές ορχήστρες, μπορούμε να πάμε και στην Επίδαυρο. Γενικά πρέπει να επενδύσουμε λίγο περισσότερο στη μουσική σε αυτή τη χώρα, στην καλή μουσική εννοώ όχι μόνο στην ποπ. Οι συνθέτες ψάχνουν να βρουν πού να δουλέψουν. Δεν έχουμε εκπαιδεύσει το κοινό να έρχεται να ακούει τη μουσική, θεωρούμε ότι η μουσική, η κλασική μουσική – αν και αυτός ο όρος δεν με εκφράζει καθόλου, δεν νιώθω κλασικός καθόλου- είναι πολύ ελίτ, μια κατηγορία η οποία δεν αφορά την κοινωνία. Προσωπικά με ενδιαφέρει περισσότερο να έρθει ο περιπτεράς να ακούσει στο Μέγαρο το έργο μου για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρά οι μουσικολόγοι. Φτιάχνω μουσική για τους ανθρώπους και με ενδιαφέρει ας πούμε να έρθουν δημοσιογράφοι και να γράψουν κριτική ή άποψη από την ανθρώπινη ματιά του λαού, του κοινού και όχι του μουσικολόγου και αυτό δεν συμβαίνει. Θεωρούμε ότι το θέατρο είναι προσβάσιμο, ο χορός λιγότερο και η μουσική όχι, αλλά η μουσική είναι πραγματικά προσβάσιμη. Δεν το λέω με κριτική, το λέω με λαχτάρα.

Δυστυχώς υπάρχει η αίσθηση ότι η κλασική μουσική είναι για λίγους.

Η κλασική ούτε για μένα δεν είναι, όταν στο έργο μου έχω στοιχεία από θέατρο, από τραγωδία, μεσαιωνικά στοιχεία, στοιχεία από πανηγύρια, είναι άλλο πράγμα, δεν είναι κλασική. Το «κλασική» είναι τόσο λάθος όρος, δεν ξέρω τι να κάνω με αυτόν τον όρο, τον βαριέμαι. Θεωρώ ότι είναι προβληματικός.

Έχεις όμως κλασική εκπαίδευση, ποιο ήταν το σημείο που είπες το βαριέμαι αυτό, πάμε αλλού;

Όταν άρχισα να ανακαλύπτω πιο πολύ το ιερό και τα παραδοσιακά στοιχεία, τα οποία έρχονται πριν από την κλασική μουσική και είναι σύγχρονα μέχρι και τώρα. Από τότε που κατάλαβα ότι η μουσική για μένα έχει μια λειτουργία στην κοινωνία. Ακόμα και στο concert hall θέλω να γίνεται μια ιεροτελεστία, μια τελετουργία και θεωρώ ότι η μουσική που έχει έναν ανώτερο σκοπό από το να σου δείξει απλά πόσο καλή μουσική μπορεί να είναι στη φόρμα και την τεχνική της, έχει εξωμουσικά στοιχεία -αν μπορούμε να το πούμε έτσι- τα οποία με γοητεύουν. Από αυτή τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν με ενδιαφέρει το «σαλόνι».

 

 

©John Kolikis

 

Πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε η παράδοση και το ότι μεγάλωσες στον Βόλο;

Πάρα πολύ μεγάλο. Πήγα στο Λονδίνο στα 18 μου. Μένω δεκαεννιά χρόνια εκεί και κάποια στιγμή αφού έφυγα και ενώ σπούδαζα στη Σκωτία άρχισα να σκέφτομαι πολύ την παραδοσιακή μας μουσική, ότι έχουμε πάρα πολλά να δώσουμε και μετά σκέφτηκα ότι έννοιες όπως ο θρήνος, το μοιρολόι, τα παραδοσιακά, έχουν κοινή ρίζα σε όλους τους λαούς. Δηλαδή πας στην Τουρκία και ακούς -είμαστε και πολύ κοντά βέβαια με την Τουρκία- αλλά οι τελετές και οι τελετουργίες και οι ιεροτελεστίες σε όλους τους λαούς και τις κουλτούρες έχουν τον ίδιο σκοπό. Είναι μια κάθαρση, μια ανακούφιση, μια ανάγκη για κάτι παραπάνω. Είναι σαν τον έρωτα, σαν το σεξ. Όλοι θέλουν απλά το εκφράζουν με άλλους τρόπους. Ο πυρήνας είναι ο ίδιος. Όλα τα άλλα είναι φιοριτούρες που περνάνε και φεύγουνε, οι μόδες, οι τάσεις, τα trends.

Αν δεν είχα φύγει στο Λονδίνο δεν ξέρω πώς θα ήμουν. Προφανώς και βλέπω την Ελλάδα με το μισό πόδι έξω, οπότε βλέπω κυρίως τα θετικά στοιχεία και έχω υπάρξει τυχερός γιατί κάνω πολύ επιλεκτικά πράγματα στην Ελλάδα. Οι συναυλίες μου είναι προστατευμένες, οι διαδικασίες είναι τυπικές προβών, συμβολαίων κλπ. Οπότε η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να εκφράσω στο απόλυτο εύρος την αγανάκτηση των συνθετών της χώρας.

Τον προηγούμενο μήνα παρουσίασες μετά από ανάθεση το έργο σου ”The Last Anthem” στο 52ο Φεστιβάλ Μουσικής στην Κωνσταντινούπολη. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία και πώς συνδέεται με τις Βάκχες;

Πριν ένα χρόνο που ήρθε η πρόταση για την Επίδαυρο, ήρθε μαζί και αυτή για την Κωνσταντινούπολη, οπότε ξεκίνησα να τα φτιάχνω μαζί. Ξεκίνησε από μια επαφή με το ίδρυμα IKSV με αφορμή τον ξεριζωμό και για τα 100 χρόνια που φέτος συμπληρώνουμε από τη Συνθήκη της Λωζάνης και την ανταλλαγή πληθυσμών, για τους πρόσφυγες δηλαδή, για μια μεγαλύτερη αναζήτηση στοιχείων μουσικών και λαογραφικών της Ανατολής κι αυτό έπεσε πάνω στη συνθήκη που μου πρότεινε ο Θάνος την παράσταση στην Επίδαυρο, όπου μιλάμε για τον Βάκχο της Ανατολής που έρχεται στην Ελλάδα στο κείμενο. Αυτά τα δύο συνδυάστηκαν και μπορώ να πω ότι από όλα τα στοιχεία της Ανατολής που συνέλεξα στην Κωνσταντινούπολη, έβαλα περισσότερα στοιχεία στις Βάκχες παρά στο έργο που παρουσίασα στην Τουρκία, γιατί ήμουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Αν δεν είχα πάει στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα είχα γράψει αυτές τις Βάκχες, θα ήταν κάτι άλλο. Στις Βάκχες ακούς την κλασική οθωμανική μουσική. Στην Κωνσταντινούπολη ήταν ένας επικήδειος, όλο προς τα μέσα και στις Βάκχες είναι μια βακχεία όλο προς τα έξω και αυτά τα δύο έργα είναι σαν ένας οργανισμός.

Το ”The Last Anthem” παρουσιάστηκε στο Ναυτικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης σε μια αίθουσα 600 ατόμων μπροστά από ένα τεράστιο πλοίο με φόντο τον Βόσπορο. Είχα τεράστιο άγχος αλλά πήγε τόσο καλά που δεν το πίστευα. Ένιωσα αυτή την αδελφότητα, τη συγγένεια και έναν κοινό παρονομαστή στον θρήνο. Τελικά αυτό που μας συνδέει είναι ότι έγινε ένα έργο για τους ανθρώπους που έχασαν την οικογένειά τους και τα σπίτια τους και τη ζωή τους, που είναι πολύ πιο σημαντικό από την πολιτική. Και οι δύο λαοί έχασαν.

Αφού ολοκληρωθεί η περιοδεία με τις Βάκχες, τον Νοέμβριο θα παρουσιάσουμε το ”The Last Anthem”  στην Ελλάδα. Eίναι ενδιαφέρον αλλά και εξοντωτικό να δουλεύεις ταυτόχρονα δύο έργα. Τώρα έχω αναλάβει άλλα δύο, τα οποία είναι για το 2025 για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Αμερική.

 

©Salih Ustundag

 

©Salih Ustundag

 

Δημιουργικότητα στο κόκκινο δηλαδή;

Non stop. Το καλοκαίρι άλλωστε με εμπνέει. Στον καύσωνα βρίσκω ό,τι πιο ερωτικό και σεξουαλικό. Με γοητεύει, μου βγάζει όλο το ιερό και όλη τη σεξουαλικότητα μαζί. Αυτή η απόλυτη ακινησία της ζέστης…  όπως όταν έγραψα το soundtrack του “Αfterpop” που είχα πάει στη Σίφνο μόνος μου. Είναι ιδανικό για μένα να γράφω μουσική στο ελληνικό καλοκαίρι. Την ίδια στιγμή είμαι φουλ τεμπέλης. Όταν συλλάβεις την ιδέα, μπορείς να είσαι στο κλαμπ, να τη σκιαγραφήσεις και μετά πας ήρεμος και γράφεις. Γι’ αυτό και λεγόταν “Afterpop”, μετά το πάρτυ, τον πανικό, την έκσταση, φεύγεις μόνος σου από κάπου, γυρνάς σπίτι, περπατάς πρωινές ώρες έχοντας πάρει όλη την εμπειρία, “after the pop experience” ξαναγυρνάς στην αρχική θέση του ανθρώπου.

 

 

Έχει μοναχικότητα όλο αυτό;

Πάρα πολύ. Είναι πολύ μοναχική δουλειά η μουσική. Είναι ωραίο όμως, ορίζεις τον εαυτό σου. Δεν έχεις τριβή, είσαι κύριος του εαυτού σου. Μου αρέσει αυτή η αντίθεση του έξω με το μέσα. Κόσμος και μετά μοναχικός, κάπως σε αυτή την αντίθεση υπάρχω. Κανείς δεν με πιστεύει ότι στο σπίτι μου είμαι πάρα πολύ ήρεμος. Το μοναστηριακό μου αρέσει πολύ σε σχέση με το κοσμικό. Μου πήρε πολλά χρόνια και ακόμα μου παίρνει πολύ χρόνο να φτιάξω την ταυτότητά μου μέσα από αυτές τις δύο περσόνες που έχω, που είναι η μία του κοινωνικού, του «δημάρχου», του πάρτυ, του «μαϊντανού» και του άλλου, του λόγιου και του «μοναχού».

Αυτή η μοναστηριακή συνθήκη σε φέρνει ουσιαστικά αντιμέτωπο με τον εαυτό σου;

Η μουσική που κάνω είναι γι’ αυτό, δεν είναι για το πάρτυ, είναι για τον άνθρωπο με τον εαυτό του. Ο καθένας μόνος του και με εκφάνσεις συλλογικού, όταν δηλαδή στο συμφωνικό μου έργο έχω έναν χώρο μέσα στον οποίο σκέφτομαι όλη την ανθρωπότητα. Βλέπεις ή μόνος ή όλη η ανθρωπότητα, πάντα όμως έχει να κάνει με το άτομο. Γι’ αυτό λέω ότι με ενδιαφέρει το πιο εσωτερικό, μοναχικό, πρωταρχικό, το σημείο μηδέν στον άνθρωπο.

Τι μπορεί να πυροδοτεί μια φάση χωρίς έμπνευση;

Ισορροπία. Πάρα πολύ ωραίο πράγμα. Θεωρούμε πάντα ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι είτε σε απόλυτη χαρά είτε σε απόλυτη θλίψη για να γράψει. Η ισορροπία χρειάζεται και χρόνο. Τα πιο ωραία έργα βγαίνουν με τη βαρεμάρα από την υπαρξιακή βαρεμάρα. Σημαίνει νιώθω το κενό, σημαίνει νιώθω τον θάνατο να έρχεται. Νιώθεις ότι είσαι άχρηστος και ότι σπαταλάς ενέργεια και η αντίδραση είναι το να γράφεις έργα.

Info

Βάκχες | Καλοκαιρινή περιοδεία σε Ελλάδα και Κύπρο