Όσο ο πλανήτης είχε τα μάτια του στο Παρίσι για την Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων ’γω βρέθηκα σε ένα άλλο Παρίσι. Στο Παρίσι που συνέθεσε ο Τζουζέππε Βέρντι για την Τραβιάτα του και ο Κωνσταντίνος Ρήγος οραματίστηκε και παρουσιάζει στο Ηρώδειο. Είναι ευτύχημα να μπορείς να βρεθείς στα παρασκήνια μιας παραγωγής. Νιώθεις την ένταση της στιγμής, τις προετοιμασίες, όλο αυτόν τον καλλιτεχνικό οργασμό πριν κάτι γίνει παραστάσιμο. Μια γενική δοκιμή ουσιαστικά αυτό τον σκοπό έχει, να γίνει ένας τελικός έλεγχος πριν την πρεμιέρα κι όχι υπό μορφή απλού περάσματος. Όλα στη γενική πρόβα πρέπει να είναι όπως και στην παράσταση, ακόμα κι αν στο κοινό είναι λίγοι ή πολλοί. Στην προκειμένη περίπτωση στο κοινό του Ηρωδείου ήτανε και 1.500 θεατές που έλαβαν δωρεάν θέσεις με την κάρτα ανεργίας τους. Μια ορθή πρωτοβουλία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εδώ και 9 χρόνια να προσφέρει τη δυνατότητα σε άνεργους συμπολίτες μας την ευκαιρία να παρακολουθήσουν μια μεγάλη παραγωγή όπερας.

Οι λυρικοί τραγουδιστές στα μάτια μου ανήκουν στην κατηγορία «αθλητές – καλλιτέχνες» οφείλουν να ενσαρκώσουν έναν ρόλο που ‘χει στίχους αντί για πρόζα. Όλο τους το σώμα, η μάσκα τους μα πάνω απ’ όλα οι ανάσες τους οφείλουν να συντονιστούν με μια ορχήστρα, τον μαέστρο της και τις οδηγίες του σκηνοθέτη τους. Έτσι θα καταφέρουν να τραγουδήσουν μια ιστορία με τη συνδρομή χορωδίας και μπαλέτου. Φυσικά αυτά «ντυμένα» πάντα με σκηνικά, κοστούμια και φωτισμούς καλαίσθητους.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Κατέβηκα στα καμαρίνια του Ηρωδείου να συναντήσω τη Βασιλική Καραγιάννη, τη διακεκριμένη υψίφωνο της ΕΛΣ. Χορευτές και χορωδοί γύρω μου προετοιμάζονταν άλλοι με έτοιμο το μακιγιάζ, άλλοι να τους τοποθετούν την περούκα, άλλοι να περιμένουν τη σειρά τους στο κυλικείο. Χτύπησα την πόρτα και η Βασιλική Καραγιάννη με καλωσόρισε, φορούσε ήδη την περούκα της και τα μάτια της έλαμπαν.

Τι κάνει μια Βασιλική Καραγιάννη λίγη ώρα πριν βγει στη σκηνή; Αρκετή ώρα πριν βγει, έρχεται πολύ πιο νωρίς απ’ ότι είναι στο πρόγραμμα για αυτοσυγκέντρωση, για να δει ότι δεν λείπει κάτι από τα απαραίτητα. Και ξεκινάει το μέικαπ, το μαλλί, η περούκα ή ό,τι τέλος πάντων χρειάζεται. «Εγώ κάνω λίγο ζέσταμα της φωνής, δεν κάνω πολύ για να μην την κουράζω», μοιράζεται στην κουβέντα μας.

Δεν υπάρχει ένα δυνατό ζέσταμα φωνής πιο πριν;

Είναι τι χρειάζεται ο καθένας, είναι καθαρά υποκειμενικό. Κάποιοι άνθρωποι θέλουν μισή ώρα ζέσταμα. Εγώ θέλω απλά να δω κάποια σημεία που είναι καίρια για τον ρόλο που έχω να ερμηνεύσω. Θέλω να τσεκάρω ότι είναι εντάξει στον δικό μου τον έλεγχο και κάνω το ελάχιστο δυνατό. Δεν θέλω ούτε να κουραστεί η φωνή, ούτε να χαθεί και η φρεσκάδα που έχουμε όλη μέρα. Έλεγε λοιπόν η δασκάλα μου ότι είναι καλό την ημέρα που έχεις παράσταση να μιλήσεις, να τραγουδήσεις το ελάχιστο δυνατό για να κρατηθεί η φρεσκάδα της φωνής όσο το δυνατόν γίνεται μέχρι το βράδυ που είναι η παράσταση.

Βλέπω εν τω μεταξύ κουστούμια εδώ πίσω σου φοβερά. Πόσα αλλάζεις;

Ένα, δύο, τρία επί της ουσίας.

Κι έχεις την πολυτέλεια του χρόνου ή αλλάζονται μέσα στον πανικό;

Υπάρχει ένα που αλλάζει «λίγο στον πανικό», αλλά πάντοτε είναι υπολογισμένο αυτό μέσα στην παράσταση. Είναι όλα τόσο οργανωμένα, σωστά και όλα σε συνεννόηση. Με περιμένουν οι ενδύτριες, η κομμώτρια, η μέικ απ αρτιστ που θα έρθει να διορθώσει ό,τι άλλο χρειάζεται.

Χορογραφημένα όλα.

Ναι κι επειδή σε αυτό το θέατρο εδώ οι αποστάσεις είναι τεράστιες, όπως είναι και αυτό τεράστιο. Έχουν φτιάξει ένα καμαρίνι κοντά στις εξόδους και γίνεται εκεί όλη αυτή η αλλαγή για να κερδίσουμε χρόνο.

Εσύ στο Ηρώδειο πρώτη φορά έρχεσαι με ρόλο δικό σου.

Ναι, έχω τραγουδήσει πάρα πολλές φορές και με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και με την Ορχήστρα της ΕΡΤ και με τον Ζαν Μισέλ Ζαρ στο παρελθόν, όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα.

Τον Ζαν Μισέλ Ζαρ;

Αμέ. Πρώτη του εμφάνιση του Ζαν Μισέλ Ζαρ είχε στείλει ένα κομμάτι, το οποίο ήταν πάρα πολύ ψηλό σε νότες και ποιος θα το πει; Ποιος θα το πει; Μου λένε από το Φεστιβάλ μία υπάρχει να το πει και μου το είχαν στείλει τότε και είχα τραγουδήσει στη συναυλία του.

Τον γνώρισες;

Φυσικά. Μεγάλη προσωπικότητα, πολύ φιλικός.

Τώρα που καλείσαι να ενσαρκώσεις την παραστρατημένη του Βέρντι Βολιέττα πώς νιώθεις;

Η Τραβιάτα είναι ένας από τους αγαπημένους μου ρόλους. Μου άρεσε από μικρό παιδί και με έχει στιγματίσει, γιατί την είχα ακούσει με την Κάλλας και έχω δυσκολευτεί πάρα πολύ να την ακούσω με άλλες, όπως και κάποιους άλλους ρόλους. Δηλαδή υπάρχουν δυο τρεις ρόλοι που μετά την Κάλλας, πολύ δύσκολα μπορώ να τους ακούσω. Όχι ότι δεν υπάρχουν καταπληκτικές φωνές μα εμένα με συγκλονίζει η ερμηνεία της Κάλλας σε κάθε ρόλο που κάνει, που πολλές φορές τσαλακώνει τη φωνή της για να το κάνει αυτό. Θυσιάζει το χρώμα της φωνής της, την τεχνική της για να δώσει αυτό που θέλει. Και εμένα αυτό με τρελαίνει με την έννοια ότι με μαγεύει. Η Τραβιάτα προσφέρεται, έχει πάρα πολλές διακυμάνσεις συναισθηματικές, έχει την ασθένεια, έχει την απόλυτη ευτυχία, την απόλυτη δυστυχία. Κι άλλες ηρωίδες το ‘χουν σε πολλές όπερες…

Σε αυτή όμως την ηρωίδα το τονίζουμε και πιο πολύ. Δεν κρύβουμε τη φυματίωση, δεν κρύβουμε τη σεξεργασία;

Ναι, δεν τα κρύβουμε αυτά. Ήταν τότε προχωρημένο για την εποχή του, μάλιστα ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ο οποίος έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στη σκηνοθεσία αυτή, έχει δώσει έμφαση σε αυτό το κομμάτι της εταίρας, της πόρνης πολυτελείας, να το πούμε έτσι. Εξάλλου και η πρώτη άρια της Βιολέττα τονίζει αυτό, ότι είναι στον διχασμό, όταν έχει το πρώτο δείγμα ότι την ερωτεύτηκαν πραγματικά. Έχει μπει στον πειρασμό να αποδεχτεί το να ερωτευτεί και αυτή, αλλά το αρνείται κιόλας. Λέει όχι θα ζήσω εγώ πάντα ελεύθερη. Αλλά ακούει μέσα της τη φωνή του Αλφρέντο που της είχε κάνει ερωτική εξομολόγηση και μπαίνει στο δίλημμα να αφεθεί στην αγάπη. Θα πρέπει μετά να θυσιάσει τη ζωή της, την πολυτελή ζωή. Και το κάνει τελικά φυσικά.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Υπάρχει μέσα στον ρόλο κάποιος στίχος που πραγματικά μιλάει στην ψυχή σου;

Αχ, είναι πολλά σημεία έχει κορυφώσεις αυτό το έργο απίστευτες. Είναι σημεία όπως στην άρια αυτή την πρώτη ότι το να αγαπήσεις είναι και σταυρός αλλά και γλυκύτητα. Είναι και πειρασμός μαζί και γλύκα αλλά και σταυρός… είναι δύσκολο. Μια κορυφαία στιγμή είναι εκεί που του λέει: Αγάπα με Αλφρέντο. Εκεί που θα θυσιάσει την αγάπη που έχουν, τον έρωτά τους μετά την παράκληση του πατέρα του, εκεί που τον αποχαιρετά νομίζοντας για πάντα και λέει: Αγάπα με Αλφρέντο, όπως σ’ αγαπώ. Η μουσική είναι τέτοια που για μένα ίσως ο Βέρντι αυτή η έμφαση που έχει δώσει με τη μελωδία αυτή, θέλει να τονίσει στην κορύφωση της αγάπης του έρωτα το σημείο της θυσίας.

Η Τραβιάτα είναι ένα ερωτικό δράμα, κι αυτή η Βιολέττα είναι ρόλος δυνατός που όπως μου είπες αγαπάς. Είναι ρόλος – πρόκληση;

Ναι, τον αγαπώ και για την υπόθεση, τον αγαπάω και για την προσωπικότητα της Βιολέττας, η οποία έχει πλήρη συνείδηση του τι είναι. Ξέρει για την αρρώστιά της. Ξέρει ότι θα πεθάνει. Ξέρει τι ζωή έχει κάνει, ξέρει το παρελθόν της. Όλα τα γνωρίζει. Αλλά την αγαπάω και για λόγους μουσικούς, φωνητικούς. Είναι τεράστια πρόκληση. Καταρχάς είναι μέσα στους τρεις πιο μεγάλης διάρκειας γυναικείους ρόλους στην όπερα. Μαζί με τη Σουζάνα από τους Γάμους του Φίγκαρο, τη Μαντάμα Μπατερφλάι και η Τραβιάτα είναι από τους τρεις πιο μακρύς ρόλους. Δηλαδή η εξόντωση της υψιφώνου.

Τις άλλες δύο τις έχεις αγγίξει;

Tη Σουζάνα ναι, η Μπατερφλάι νομίζω έρχεται με την ωρίμανση της φωνής.

Με το καλό να την αγγίξεις εύχομαι.

Όπως λέει και ο μέντοράς μου την βλέπει στη φωνή μου μελλοντικά. Για τον ρόλο της Βιολέττας στην Τραβιάτα λένε αυτοί που ξέρουν ότι απαιτούνται δύο είδη, τουλάχιστον μπορεί και τρία είδη σοπράνο για να ολοκληρώσουν τον ρόλο από την αρχή μέχρι το τέλος.

Γιατί το λένε αυτό;

Έτσι όπως το έχει γράψει ο Βέρντι είναι η δυσκολία τεράστια. Στην αρχή δείχνει την όμορφη ζωή που κάνει η Βιολέττα, φυσικά με στοιχεία της εύθραυστης υγείας της λόγω παθήσεως του αναπνευστικού συστήματος. Πρέπει λοιπόν κι αυτό να υπάρχει. Είναι λοιπόν λαμπερή, κάνει το μεγάλο της πάρτι, τη μεγάλη της επάνοδο, όταν έχει αποσυρθεί από τη ζωή αυτή που έκανε για δύο μήνες. Θέλει λοιπόν στην πρώτη πράξη ο Βέρντι να δώσει μια λαμπερή νότα της ζωής της Βιολέττας, αυτής της έξαλλης ζωής που κάνει με τα πάρτι τις υπέρβασης και με τους πολλούς εραστές κλπ. Εκεί λοιπόν έχει γράψει αυτή την τέλεια άρια Σέμπρε Λίμπερα: «Εγώ πάντα ελεύθερη θα ζω» και απαιτείται μια σοπράνο που να έχει μια μεγάλη ευελιξία στην υψηλή περιοχή. Αμέσως μετά έρχεται η δεύτερη πράξη που ζει μαζί με τον Αλφρέντο και έρχεται ο πατέρας του και της ζητάει να τον εγκαταλείψει για κοινωνικούς λόγους. Εκεί λοιπόν αρχίζει το πράγμα να γίνεται ένα δράμα. Άρα το χρώμα της φωνής πρέπει αναλόγως να προσαρμοστεί. Εκεί αρχίζει να απαιτείται μια λυρικοδραματική σοπράνο και είναι πολύ δύσκολο μια σοπράνο που είναι πιο ελαφριά να καλύψει πλήρως την πρώτη πράξη, μια που είναι και στη δεύτερη και τρίτη, θα πρέπει να προσαρμόσει τη φωνή της. Αντίστροφα μια πιο δραματική θα πρέπει να προσαρμόσει τη φωνή της στην πρώτη πράξη.

Νιώθεις φωνητικά έτοιμη;

Νιώθω πολύ καλά στην παρούσα φάση της φωνής μου. Νιώθω πιο ώριμη από ποτέ, όπου έχω και τη λαμπερή Βιολέττα της πρώτης πράξης αλλά και μετά νιώθω πιο κοντά στον ρόλο από ποτέ.

Άρα περιμένεις πολλές ανθοδέσμες απόψε ή έχει σταματήσει αυτό πια;

Φέρνουν. Όχι στη σκηνή, κάποτε πετάγανε στη σκηνή αλλά τα κόψαμε αυτά.

Χαίρομαι που στο σήμερα πέρα από το χειροκρότημα, ισχύει ακόμα η ανθοδέσμη ως δείγμα εκτίμησης.

Φυσικά και τις περιμένει μια τραγουδίστρια, μια πριμαντόνα κι είναι ευπρόσδεκτες στο καμαρίνι της.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος
©Ανδρέας Σιμόπουλος
©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Άφησα τη Βασιλική Καραγιάννη που δεν με άφησε με καμία απορία αναπάντητη να συνεχίσει την προετοιμασία της. Βγαίνοντας από το καμαρίνι άκουγα φωνές να κάνουν το μελωδικό ζέσταμά τους και γύρω μου κυκλοφορούσαν άτομα που είχαν φορέσει στοιχεία από το κοστούμι του ρόλου τους. Κυριαρχούσε το μαύρο χρώμα και το βινύλ ύφασμα το γυαλιστερό σαν το πάτωμα της σκηνής που βρέθηκα να πατώ κατευθυνόμενος προς τον Κωνσταντίνο Ρήγο. Πάνω στην πέτρα, νέον φώτα σβηστά. Στις άκρες ένα σπασμένο χέρι κολλοσού που βαστά δάδα και στην άλλη άκρη το μισό του κεφάλι. Στη μέση της σκηνής, ένα μεγάλο μαύρο τραπέζι, δεξιά κι αριστερά του, δυο κρεβατοκάμαρες η μία της Βιολέττας και η άλλη του Αλφρέδο. Στην κρεβατοκάμαρα την αριστερή, όπως βλέπει ο θεατής, ο Κωνσταντίνος Ρήγος συνομιλούσε με τους συνεργάτες του. Ανέβηκα κι εγώ τα σκαλιά και καθίσαμε στον σκηνικό χώρο για να λύσει τις απορίες μου:

Της άλλαξες τα φώτα της Τραβιάτα ή τη «σεβάστηκες»;

Είναι ένα πολύ κανονικό ανέβασμα, κανονικό με την έννοια ότι παίρνει μια θέση πιο ισχυρή υπέρ της Βιολέττας. Έχει πολλά στοιχεία, τα οποία είναι πολλές λεπτομέρειες στις συμπεριφορές και στις δράσεις. Είναι λίγο πιο ακραίες οι δράσεις τους, πιο τραβηγμένες αλλά χωρίς να φεύγουν καθόλου από την αφήγηση.

Άρα έχεις κάνει ένα κέντημα που το έχεις φέρει στο σήμερα;

Ακριβώς, αλλά ούτε στο σήμερα. Ήθελα με έναν τρόπο να καταφέρω, επειδή το στοίχημα για μένα ήταν ο ανοιχτός χώρος, γιατί η Τραβιάτα είναι ένα έργο ιδιοσυγκρασίας και ένα έργο εσωτερικών χώρων. Διαδραματίζεται μόνο σε σαλόνια και υπνοδωμάτια καλή ώρα που βρισκόμαστε τώρα στο δωμάτιό της. Οπότε η πρόκληση για μένα ήταν πώς θα καταφέρουμε στον ανοιχτό χώρο του Ηρωδείου, που είναι ένα ρωμαϊκό μνημείο, να δώσουμε την αίσθηση της εσωτερικότητας της ηρωίδας και των διαπραγματεύσεων που γίνονται μέσα σε κλειστά δωμάτια.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος
©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Βλέπω πολύ ωραία αισθητική, πάλι από σένα, από τι εμπνεύστηκες αυτή τη φορά και δημιούργησες αυτά τα δωμάτια, αυτή την αρχιτεκτονική, αυτά τα κοστούμια;

Η έμπνευσή μου ήρθε από δύο ταινίες. Η μία είναι το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ, γι’ αυτό και βρίσκομαι σε αυτό το δωμάτιο, που παραπέμπει σε εκείνο το δωμάτιο που είναι εκείνος μέσα με το μαρμάρινο πάτωμα που είναι φωτεινό κιόλας. Και η άλλη έμπνευση είναι το 8½ με την περιβόητη σκηνή στη Φοντάνα Ντι Τρέβι. Χρησιμοποιώ το Ηρώδειο ως τον χώρο των εκδηλώσεων, των πάρτι, όπως γίνονται όλα αυτά, όλες οι μεγάλες εκδηλώσεις που γίνονται σε ιστορικά μνημεία μπροστά και γίνονται τα τραπέζια, η μόδα κτλ. Οπότε με έναν τρόπο λειτουργεί ο σκηνικός τοίχος του Ηρωδείου σαν μια αναφορά σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια, βρίσκεται σε παρακμή και γι’ αυτό τον λόγο μπροστά σε αυτό στήνονται όλα τα πάρτι. Ενώ τα δύο δωμάτια είναι οι παράλληλες δράσεις μέσα κι έξω στο δωμάτιο της Βιολέττας και το δωμάτιο του Αλφρέντο στην εξοχή, όπου ουσιαστικά αυτά τα δύο δωμάτια στο τέλος γίνεται ένα μάτριξ και γίνονται ένας κόσμος. Ο κόσμος της Βιολέττας την ώρα που πεθαίνει με όλες τις αναμνήσεις της. Άρα λοιπόν περνάμε από το ρωμαϊκό μνημείο, όπως γίνεται και φτάνουμε στη δεύτερη πράξη, στο Λας Βέγκας, με έναν τρόπο, όπου πάλι το ρωμαϊκό μνημείο στέκει όπως όλα τα μνημεία στο Λας Βέγκας. Γι’ αυτό και η Τραβιάτα αυτή είναι σαν να διαδραματίζεται παντού ουσιαστικά, σε όποιο κόσμο υπάρχει η χλιδή και η παρακμή.

Της δίνει πιστεύεις, βαρύτητα το Ηρώδειο ως χώρος;

Ναι, της δίνει και νομίζω ότι ταιριάζει και απόλυτα -απόλυτα μπορώ να το πω εγώ- πάρα πολύ στον χώρο και νομίζω σέβεται τον χώρο, αλλά ταυτόχρονα δίνει και λύση για το έργο. Γιατί φαντάσου όλο αυτό το τόσο ιδιαίτερο και συναισθηματικό έργο να διαδραματίζεται σε έναν τεράστιο ανοιχτό χώρο.

Ποια είναι η σχέση σου με την Τραβιάτα;

Η αλήθεια είναι ότι το έργο αυτό το ξέρω πάρα πολύ, γιατί από το ’96 το έχω κάνει δύο φορές σε δύο διαφορετικές εκδοχές. Ως Κυρία με τις Καμέλιες, με την Έλενα Τοπαλίδου που είχε πάρει και το βραβείο τότε ερμηνείας για την παράσταση αυτή. Οπότε είναι ένα έργο το οποίο το γνωρίζω πολύ καλά και το μυθιστόρημα: τη διαπραγμάτευση που συντελείται στο έργο και γι’ αυτό βάσει του μυθιστορήματος έκανα και την παράσταση. Δηλαδή, βάσει αυτής της πρότερης γνώσης ήταν πιο εύκολο να προσεγγίσω την ηρωίδα, γιατί την έχω μελετήσει πάρα πολύ και έτσι κράτησα πολλά στοιχεία από το μυθιστόρημα και τα μετέφερα μες στο έργο, το οποίο όμως κρατάει τη μορφή όπως ακριβώς την παρέδωσε ο Βέρντι.

Τους «βασάνισες» πολύ τους λυρικούς σου;

Όχι, η όπερα είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Στην όπερα πρέπει να φτιάξεις τον κόσμο μέσα στον οποίο να διαδραματίζεται η παράσταση. Να δώσεις τα στοιχεία που χρειάζεσαι, όμως οι τραγουδιστές αυτοί έχουν τεράστια εμπειρία σε αυτούς τους ρόλους και σε σκηνοθεσίες τους και αυτό είναι και η παγίδα, δεν μπορούν να αλλάξουν στην πραγματικότητα την περφόρμανς τους. Πρέπει με έναν ιδιαίτερο τρόπο να καταφέρεις να τους δώσεις εκείνα τα τρία κλειδιά που θα κάνουν διαφορετική τη Βιολέττα σε αυτή την παράσταση από τις προηγούμενες.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Άρχισα ν’ ακούω το κούρδισμα των οργάνων της ορχήστρας, παρατήρησα πως όλοι οι συντελεστές άρχισαν να κινούνται σε πιο γρήγορους ρυθμούς, άφησα τον Κωνσταντίνο Ρήγο να δώσει τις τελευταίες οδηγίες του και αποχώρησα από τη σκηνή. Κάθισα σε μια καρέκλα, απέναντί μου μια χορεύτρια έδενε τα κορδόνια της μπότας της, μέλη της χορωδίας έτοιμα συνομιλούσαν κι άλλα τρέχανε για τα τελευταία ρετουσαρίσματα. Η ταχύτητα όλων τους, είχε ανέβει, πλησίαζε η έναρξη και ήδη το κοινό ερχόταν να καθίσει στους πωρόλιθους του Ηρωδείου. Η χορεύτρια έδεσε τα κορδόνια της και έφυγε ενώ ένας χορευτής ντυμένος με ολόσωμη φόρμα σαν ντισκομπάλα πέρασε ξαφνικά. Τον ακολούθησα με το βλέμμα μου μα δεν τον πρόλαβα είχε φύγει. Στο πλάι μου όμως είχε εντωμεταξύ έρθει ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος που υποδύεται τον πατέρα του Αλφρέντο Τζόρτζιο Ζερμόν:

 

Έχεις πολύ μεγάλη εμπειρία δεν είσαι πρωτάρης στο Ηρώδειο.

Ξέρεις πότε πρωτοήρθα εδώ; Εδώ ντεμπουτάρισα ως τραγουδιστής στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1989, ακριβώς 35 χρόνια πίσω. Ήταν «Η πρώτη Βαλπούργεια Νύχτα» του Μέντελσον συναυλία με την Κρατική Θεσσαλονίκης και ήμουν τότε στη χορωδία της ΕΡΤ, αλλά με είχανε σόλο, κι έκανα έναν ιερέα δρυΐδη, ο οποίος έκλεινε το έργο καλώντας το φως να μας φωτίσει, να μας ευλογήσει. Ήταν η πρώτη φορά και τότε είχε γράψει ο Λεωτσάκος μια κριτική για τη συναυλία, όπου έλεγε «Πολύ ωραία η συναυλία, το έργο, αλλά ντροπή να μη γράφονται τα ονόματα των σολίστ», γιατί όπως ήμασταν στη χορωδία δεν γράφανε σολίστ. Οπότε εδώ είμαι από το 1989.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος
©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Βάση αυτής της εμπειρίας που έχεις υπάρχουν δυσκολίες τελικά ή όλοι γκρινιάζουν για το Ηρώδειο από άποψη ακουστικής;

Πώς δεν υπάρχουν δυσκολίες; Κοίτα καταρχάς μόνο και μόνο το ότι ανεβαίνεις πάνω σε αυτή τη σκηνή και έχεις πάνω από το κεφάλι σου την ευλογία αλλά και το βάρος της Ακρόπολης και ότι έχεις μπροστά σου -που τους βλέπεις έτσι να ορθώνονται, όχι να χάνονται όπως σε ένα θέατρο, να ορθώνονται μπροστά σου- 5.000 άνθρωποι στην καλύτερη περίπτωση. Αυτό είναι μια βασική δυσκολία. Τώρα ακουστικά δεν είναι η χειρότερη ακουστική, δεν είναι και η καλύτερη. Αυτό που μαθαίνεις πιο πολύ σε αυτή τη δουλειά, ακριβώς επειδή αλλάζουν στα θέατρα και οι ακουστικές τους, μαθαίνεις κυρίως να πηγαίνεις με την αίσθηση που έχεις και όχι με το τι ακούς. Σε κάποια θέατρα ας πούμε η ακουστική της Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος στην ΕΛΣ είναι εξαιρετική. Μπορείς να ψιθυρίζεις και να νομίζεις ότι έχεις μικρόφωνο εσύ που είσαι πάνω στη σκηνή και το Μέγαρο έχει πολύ καλή ακουστική. Το Ηρώδειο θέλει απλώς να πηγαίνεις προσεκτικά, να μην νομίζεις ότι δεν ακούγεσαι και «δώσεις» παραπάνω, γιατί «θα σου ‘ρθει στο κεφάλι», οπότε κυρίως με την αίσθηση.

Είμαστε λίγο πριν ξεκινήσει η Τραβιάτα κι εσύ υποδύεσαι τον κακό μπαμπά.

Όχι, αυτά είναι υπερβολές. Παίζω έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει μεγαλώσει σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, έχει μεγαλώσει με συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς, ο οποίος κι αυτός πιέζεται από την κοινωνία και αυτά που η κοινωνία επιβάλλει. Δηλαδή για να παντρέψει την κόρη του πρέπει να γίνει το ένα, να γίνει το άλλο και έρχεται να σώσει μια κατάσταση, να ισορροπήσει μια κατάσταση, να διορθώσει μια κατάσταση. Δεν είναι κακός και αυτό φαίνεται, γιατί ο Βέρντι που ήταν μεγαλοφυής συνθέτης, όταν γράφει μουσική για τον Ιάγο, ακούς στη μουσική την κακία, δηλαδή το νιώθεις. Ο Ζερμόν είναι ένας συνηθισμένος, μπανάλ, μπορώ να σου πω, πατέρας επαρχιώτης. Γι αυτό μάλιστα έχει αυτή την άρια που στα ελληνικά θυμάμαι τη μετάφραση έλεγε «του πατέρα η καρδιά, Αχ, δεν ξέρεις πώς πονεί», που μουσικά είναι μια πολύ μπανάλ εντός εισαγωγικών, δεν το λέω βλάσφημα ή αρνητικά. Είναι μια μελωδία εύκολη, η οποία μάλιστα επαναλαμβάνεται 8 φορές μέσα σε μια άρια στροφικά. Είναι δηλαδή η προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος, που αυτό έχει μάθει γιατί δεν ξέρει να κάνει κάτι άλλο. Έρχεται και με ειλικρίνεια προσπαθεί να σώσει την τιμή της κόρης του, δεν είναι κακός απλώς στην ιστορία αγάπης της Βιολέττας και του Αλφρέντο, στο πρόσωπο του Ζερμόν ενσαρκώνεται η κοινωνία. Δεν ξέρει να κάνει διαφορετικά και δεν πάει για να κάνει κακό πάει για να κάνει το καλό που θεωρεί αξιοπρεπές.

Με έπεισες, τελικά δεν είναι κακός από αυτή την οπτική. Την οπτική του Ρήγου και την αντιμετώπιση του πώς τη βρήκες;

Ο Ρήγος, όντας χορογράφος, έχει κυριολεκτικά μια άλλη οπτική, μια ιδιαίτερη οπτική απέναντι στα πράγματα, οπότε έχει στήσει ένα έργο, μια παράσταση με έντονα εικαστικά στοιχεία, με τα σκηνικά, με τα χρώματα. Με το σκηνικό το οποίο σπάει και ξανά σμίγει. Δραματουργικά είχε επίσης την ευελιξία, επειδή οι περισσότεροι από εμάς έχουμε χρόνια εμπειρίας και στην όπερα και στο συγκεκριμένο έργο, Είχε την ευελιξία να το δει μαζί μας μέσω ημών και να μην έχει μια δεδομένη δραματουργική άποψη, το «πήγαμε» μαζί και θα δεις ότι στην παράσταση όταν οι χαρακτήρες είναι μόνοι τους είναι ουσιαστικά ελεύθεροι να κινηθούν στο χώρο όπως το αισθάνονται και όπου υπάρχουν σύνολα είναι απόλυτα συντεταγμένα, είτε χορευτικά σύνολα είτε χορωδιακά. Νομίζω ότι είναι μια πολύ όμορφη και ενδιαφέρουσα εικαστική προσέγγιση.

Είμαστε λίγο πριν βγείτε στη σκηνή, τι νιώθεις πριν βγεις; Το στομάχι σου το ‘χει πιάσει αυτό το γαργάλημα;

Εξαρτάται από το έργο, εξαρτάται από το θέατρο. Επειδή εγώ βγαίνω στη δεύτερη πράξη, ακόμα το στομάχι μου είναι ήσυχο. Είναι βέβαιο ότι λίγο πριν βγω και το στομάχι μου θα πεταρίζει και θα είμαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να τα πάω καλά, γιατί είμαι πολύ κουρασμένος φωνητικά και ευελπιστώ ότι για άλλη μια φορά ο Θεός θα βάλει το χέρι του και δεν θα γίνουμε ρεζίλι.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Δεν θα γίνεις ποτέ ρεζίλι, του είπα φεύγοντας και κατευθύνθηκα προς τη θέση μου γιατί είχε πάει σχεδόν 21:00 η ώρα. Η ανακοίνωση ακούστηκε, οι θεατές καθίσαμε, τα φώτα σβήσανε ο μαέστρος πήρε κι αυτός τη θέση του και η Τραβιάτα άρχισε. Η γενική πρόβα κύλησε ρολόι, φωνές μελωδικές γέμισαν το Ωδείο κι έλαβαν επευφημίες από ένα ένθερμο κοινό που μπορεί να μην εργάζεται στην παρούσα στιγμή μα έβαλε τα καλά του και είχε την παιδεία να εκτιμήσει και να χειροκροτήσει ένθερμα τον κόπο τόσων καλλιτεχνών που έδωσαν τον καλύτερο τους εαυτό.

Προσωπικά θεώρησα καταπληκτικό το κέντημα που έκανε ο Κωνσταντίνος Ρήγος τόσο εικαστικά όσο και σε στιγμές όπως όταν η Βιολέττα ζητά από τον πατέρα του Αλφρέντο να την αγκαλιάσει για παρηγοριά και εκείνος δεν ξέρει άμα πρέπει ή όχι να την αγκαλιάσει και πάνε τα χέρια του άτσαλα να κλείσουν. Εκεί είδα το δίκιο που ‘χε ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, όταν μου έλεγε ότι δεν είναι κακός ο πατέρας. Επίσης παρατήρησα αυτό που μου εξηγούσε η Βασιλική Καραγιάννη για την ποιότητα δυο διαφορετικών φωνών της χαρούμενης και ξέγνοιαστης Βιολέττας με τη Βιολλέτα την εύθραυστη και την ερωτικά απογοητευμένη. Το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και η Χορωδία μαζί με τους μουσικούς της ορχήστρας πραγματικά δώσανε ψυχή κι όλοι φύγαμε χορτάτοι για τα σπίτια μας.

Γω ίσως πιο χορτάτος από τους υπόλοιπους, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία της εμπειρίας του να βρεθώ από τα καμαρίνια στη σκηνή και στα παρασκήνια και να συνομιλήσω με ζεστούς εμπνευσμένους καλλιτέχνες. Έχασα την Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών μα κέρδισα γνώση και μια γαλήνη στην ψυχή. Μην λησμονάμε η τέχνη φάρμακο είναι της ψυχής, μπορεί να μην γιατρεύει τη φυματίωση μα θεραπεύει τόσα άλλα ακόμα και τον έρωτα.

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος

 

©Ανδρέας Σιμόπουλος
©Ανδρέας Σιμόπουλος

Info: