«Ψάχνω νέους τρόπους να αφηγηθώ παλιές ιστορίες.» Simon Stone
Ο Simon Stone ανήκει στην Generation Y, μια γενιά διαρκούς περιδίνησης που ο ίδιος φέρει τα δομικά χαρακτηριστικά της. Έχει επικρατήσει ως γενιά των millennials, αφού η ενηλικίωση των εκπροσώπων της συμπίπτει με το τέλος της χιλιετίας Χαρακτηρίζεται από την αρχή της παντοδυναμίας του ψηφιακού κόσμου και την έναρξη της ασίγαστης ροής της σύντομης πληροφορίας, ενώ φέρει το τραυματικό αποτύπωμα της 11ης Σεπτεμβρίου, και τη μετωπική σύγκρουση με τη διεθνή οικονομική κρίση.
Γεννήθηκε το 1984 στη Βασιλεία της Ελβετίας, όπου είχαν μεταβεί οι γονείς του για να συμμετάσχουν σε ένα ερευνητικό πανεπιστημιακό πρόγραμμα. Εκεί ξεκίνησε η ζωή του, μια ζωή διαρκούς μετακίνησης και ακραίων ταχυτήτων. Τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια θα τα περάσει στο περιβάλλον του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και στη Μελβούρνη.
Στα 12 του χρόνια, κι ενώ κολυμπά με τον πατέρα του στην τοπική πισίνα της Μελβούρνης, εκείνος θα υποστεί καρδιακή προσβολή και θα αποβιώσει. Αυτό που αγνοούσε ο μικρός Simon είναι ότι ο πατέρας του έπασχε από μια συγγενή πάθηση που εκτόξευε τη χοληστερόλη στο αίμα, την οποία ενώ γνώριζε, δεν γνωστοποίησε ποτέ στα παιδιά του. Το τραυματικό αυτό γεγονός θα τον κάνει να αντιληφθεί τη ζωή υπό την έννοια του κατεπείγοντος ξεκινώντας μια ακατάπαυστη, φρενήρη καλλιτεχνική πορεία που θα τον αναδείξει γρήγορα σαν ένα enfant terrible της τέχνης. «Δεν ξέρω αν θρήνησα σωστά», θα πει σε ανύποπτο χρόνο για το καθοριστικό συμβάν. Ωστόσο, όπως θα εκμυστηρευτεί ο ίδιος, για τρία ή τέσσερα χρόνια ονειρευόταν, ότι κάθε βράδυ κουβεντιάζει με τον πατέρα του.
Μόλις στα 15 του χρόνια θα κερδίσει μια υποτροφία για σπουδές υποκριτικής στο St Martins Theatre. Παράλληλα αναζητούσε ατζέντη και πρόσβαση σε ακροάσεις. Πραγματικά, όταν εγγράφηκε στο μάθημα δραματουργίας του Βικτωριανού Κολλεγίου Τεχνών, είχε ήδη κάνει τηλεόραση, παραβιάζοντας τους κανόνες της σχολής που το απαγόρευαν. Το 2007, σε ηλικία 23 ετών θα ιδρύσει την ανεξάρτητη θεατρική εταιρία The Hayloft Project, με εναρκτήριο έργο «Το ξύπνημα της Άνοιξης» του Βέντεκιντ. Η Sydney Morning Herald θα περιγράψει την παράσταση ως «μια λιτή, περιεκτική, τελικά εξαγριωμένη, απελευθερωτική παραγωγή που είναι καλά συντονισμένη με τους ποιητικούς ρυθμούς, την εξυπνάδα και τις εφηβικές ανακαλύψεις του Βέντεκιντ».
Ο ίδιος θα δηλώσει: «Είμαι Αυστραλός, αλλά έχω ευρωπαϊκό υπόβαθρο. Είναι μέρος της παιδικής μου ηλικίας, μέρος της νοσταλγίας που οδηγεί το έργο μου, που οδηγεί το έργο κάθε καλλιτέχνη, και φυσικά αυτή η ευρωπαϊκή παράδοση με γοητεύει». Οι επόμενες σκηνοθεσίες του (2008) περιλαμβάνουν μια επανεγγραφή του πρώιμου θεατρικού έργου του Τσέχωφ «Πλατόνοφ» ,που θα παρασταθεί σε μια αποθήκη στο δυτικό προάστιο Seddon της Μελβούρνης, όπου το σκηνικό είναι μια τεράστια, ατάραχα φωτισμένη πισίνα με ρηχά νερά που περιβάλλεται με γκρεμισμένους τοίχους. Την επόμενη χρονιά δημιούργησε μια αμφιλεγόμενη σπουδή πάνω στις τσεχωφικές «Τρεις αδερφές». Θα ακολουθήσει μια καινούρια εκδοχή του Μικρού Έγιολφ του Ερρίκου Ίψεν που θα του αποφέρει το Βραβείο Θεάτρου του Σίδνεϊ για την Καλύτερη Ανεξάρτητη Παραγωγή. (2009 Sydney Theatre Awards).
Αγαπά να συνομιλεί με τα κλασσικά έργα έντονα, αιρετικά, παρεμβατικά αποσκοπώντας σε δυναμικές επανεγγραφές που αφορούν το τώρα. Θα δηλώσει σχετικά: «Δεν θέλω να κάνω προσαρμογές που απλώς κάνουν το κείμενο πιο ευκολονόητο. Όταν δημιουργώ ένα νέο έργο, παίρνω το ίδιο θέμα και το σκέφτομαι για τον νέο κόσμο. Ψάχνω νέους τρόπους να αφηγηθώ παλιές ιστορίες». (The Sydney Morning Herald A theatre man in a hurry Director Simon Stone is on the fast track to theatrical success.By Elissa Blake February 15, 2011).

Μετά από μια συνταρακτική παραστασιακή αναδιατύπωση του «Θυέστη» του Σενέκα, θα γίνει καλλιτεχνικός διευθυντής στο Belvoir το 2011. Στα 28 του χρόνια, είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς σκηνοθέτες θεάτρου προσελκύοντας θαυμασμό του κοινού αλλά και την επιδοκιμασία της κριτικής. Εναρκτήριο έργο θα είναι η «Αγριόπαπια» του Ίψεν , «μια εύθραυστη παράσταση που προκάλεσε δάκρυα στο κοινό». Για την «Αγριόπαπια» ο ίδιος θα πει ότι αισθάνεται ότι ο Ίψεν χρησιμοποιεί την αυτοκτονία του μικρού κοριτσιού ως τελεία σε μια ιδεολογική διαμάχη. Για τον ίδιο όμως στην αυτοκτονία αυτή βρίσκεται η δονούμενη καρδιά του έργου: «Η αυτοκτονία ενός κοριτσιού είναι το πιο σημαντικό θέμα».
Το 2013 θα σκηνοθετήσει μια παραστασιακή εκδοχή του πάνω στον Βυσσινόκηπο για το Melbourne Theatre Company και θα παραδεχτεί ότι είναι η πιο πιστή εκδοχή που έχει κάνει: «Δεν μπορείς, δεν θέλεις να το ξαναγράψεις. Ο Τσέχωφ είναι τόσο δραματουργικά ιδιοφυής που δεν μπορείς να αλλάξεις τον ρυθμό, γιατί αυτό είναι που σου ραγίζει την καρδιά». Μιλάει για τη σκηνοθεσία του έργου σαν να πρόκειται για ενορχήστρωση μουσικού κομματιού, παρόλα αυτά θα πει ότι έχει επέμβει στην πλοκή και σε κάποιους χαρακτήρες, αλλά αφήνοντας τη δομή ανέγγιχτη. Η διεθνής περιοδεία και η επιτυχία της «Αγριόπαπιας» θα ανοίξει τις πύλες της Ευρώπης για τον Αυστραλό δημιουργό.

Το θρυμματισμένο (;) προσωπείο της «Μήδειας»
Φύσει αιρετικός, λόγω παιδείας ευρωποκεντρικός, λόγω γενιάς πολυπρισματικός, ο Αυστραλός σκηνοθέτης θα κληθεί στο Internationaal Theatre Amsterdam από τον καλλιτεχνικό του διευθυντή και διεθνή καλλιτέχνη Ivo van Hove για να δημιουργήσει μια σκηνική επαναδιατύπωση της «Μήδειας». Ο Simon Stone θα πάρει στα χέρια του το θρυμματισμένο προσωπείο της Μήδειας και θα αποπειραθεί να φτιάξει ένα καινούριο εκμαγείο. Θα τιτλοφορήσει την παράστασή του «Μήδεια» όμως θα ονομάσει την ηρωίδα του Άννα. Θα βασίσει τη δική του εκδοχή στην αγάπη του για τη βιογραφικότητα -ένας από τους τρόπους που δουλεύει με τους ηθοποιούς του- αντλώντας από ένα πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στο Κάνσας των Η.Π.Α το 1995.
Κεντρικός άξονας του σκεπτικού του για αυτήν την επανεγγραφή της Μήδειας είναι η θέση του για τη θεατρική πράξη. Έχει δηλώσει άλλωστε ότι: «Χρειαζόμαστε ένα θέατρο που να αντανακλά την πολυφωνία των επιρροών που είναι στην πραγματικότητα αυτό που είμαστε. Είμαι υπέρ αυτής της κεντρικής ερώτησης: ποιοι είμαστε;».

Εμείς θα δούμε την παράσταση στο πλαίσιο μιας νέας διεθνούς περιοδείας που οργάνωσε το Internationaal Theater Amsterdam για το 2024-2025 και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2024 με συνοδοιπόρο τη ΔΕΗ, που στηρίζει ως Μεγάλος Χορηγός ενεργά τον μεγάλο πολιτιστικό θεσμό της χώρας μας.
Η μέχρι τώρα πορεία της παράστασης Μήδεια του Simon Stone ήταν εξαιρετική. Η πρωταγωνίστριά του, Marieke Heebink, βραβεύτηκε για την ερμηνεία της το 2015 με το βραβείο Theo d’Or. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές ενδεικτικά αναφέροντας:
«Το σκηνικό είναι βάναυσο, δεν αφήνει τους ερμηνευτές να κρυφτούν πουθενά. Δεν το χρειάζονται: αυτό το άψογο σύνολο έχει δημιουργήσει ένα ακατέργαστο αριστούργημα». – The Guardian
«Δεν μπαίνεις σε μια παραγωγή της Μήδειας με καμία νύξη για το πώς θα τελειώσει το έργο, αλλά ο Στόουν και το καστ του είναι έξοχοι στο να σε κάνουν να μαντεύεις πώς ακριβώς θα σε πάνε εκεί. – What’s on Stage
«Μια παραγωγή που είναι σύντομη, αιχμηρή και συγκλονιστική – και ουσιαστική θέαση» – London Theatre
«Μην το χάσετε. Είναι μια απόλυτη δύναμη που εφιστά την προσοχή στην τεράστια δραματική ικανοποίηση που κοιμάται στον κόσμο της ελληνικής τραγωδίας. Πάντα διασκεδαστική, τρομακτική και θεαματική, η Μήδεια είναι ένα σημαντικό ορόσημο του σύγχρονου θεάτρου». – The Up Coming
«Το να αφήνει τους ηθοποιούς του να αυτοσχεδιάζουν είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο Στόουν δημιούργησε μια παράσταση που είναι πολύ σύγχρονη, αλλά ευτυχώς δεν αφήνει την παγκόσμια δύναμη της Μήδειας του Ευριπίδη. Δεν είναι μόνο η μοιχεία του συζύγου της, αλλά ο τρόπος με τον οποίο είναι παραμερισμένη, που οδηγεί την Άννα στις πράξεις της». – Trouw
«Η Heebink κατασκευάζει όμορφα τον ρόλο της, από την προσποίηση της αφελούς και ελπιδοφόρου, μέσα από την απόγνωση σε μια σκοτεινή φρενίτιδα. Το αποτέλεσμα: ένα μνημειώδες, αδίστακτο πορτρέτο μιας μπερδεμένης γυναίκας». – De Volkskrant
«Καθαρός χώρος, αριστοτεχνικοί ηθοποιοί (…) η ηθοποιός Marieke Heebink είναι λαμπρή». – Libération
«Είναι φρικτά καθημερινό και τρομερά μυθικό» – Le Figaro
«Αλλά αυτό που κυριαρχεί σε όλα είναι αυτή: η Μήδεια – Άννα, όπως την υποδύεται η Marieke Heebink -αδύνατον να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.- Τα πρόσωπα μοιάζουν να περνούν από την έκρηξη της ελπίδας στην οριστική απόγνωση. Μια περίπτωση του σώματος, λοιπόν, που προβάλλεται και διαψεύδεται όπως η ανάμνηση της επιθυμίας και του τοκετού. […]Στο τέλος, ενώνεται αυτό το σώμα και αυτά τα μάτια στην ασχήμια της οργής και στην ομορφιά της ζωής, όποιο κι αν είναι το κόστος. Επειδή ενσαρκώνει αυτή την απόλυτη παρόρμηση μιας γυναίκας στο χείλος της αβύσσου χωρίς φασαρία ή φιλαρέσκεια […], η Marieke Heebink είναι μια υπέροχη ηθοποιός και η Μήδεια». – Le Monde

Ο Simon Stone μιλάει για τη «Μήδεια» του
«Η ιστορία της Μήδειας είναι διαχρονική. Όταν ένα ζευγάρι χωρίζει, η επιθυμία του ενός συντρόφου να πληγώσει τον άλλον μπορεί να φτάσει τόσο μακριά που καταστρέφει αυτό που αγαπά περισσότερο: τα παιδιά του. Στη Μήδεια, μια γυναίκα αφαιρεί τη ζωή των δικών της γιων. Τι θα οδηγούσε κάποιον σε μια τέτοια πράξη; Είναι η συνειδητοποίηση ότι όλα όσα σήμαινε κάποτε για τον σύζυγό της δεν είναι πια: ότι «την έχει ανταλλάξει με ένα νεότερο μοντέλο»;
Η Μήδεια ήταν κάποτε η μούσα του Ιάσονα, η γυναίκα που τον σαγήνευσε και τον μάγεψε. Τώρα που είναι μεγάλη και δεν είναι πλέον γόνιμη, την εγκαταλείπει. Δεν έχει κανένα μέρος στα σχέδια και τις φιλοδοξίες του. Την αποφεύγει και της αφαιρεί τον σκοπό της ζωής. Έχει φτάσει στο τέλος της πρόσδεσής της. Αρνείται να εγκαταλείψει τα παιδιά της και είναι έτοιμη να κάνει την πιο δραστική ενέργεια. Θέλει να του κάνει κακό; Επιδιώκει εκδίκηση για την προδοσία του ή οι πράξεις της είναι εκδήλωση της αφοσίωσής της; Ίσως είναι απλά τρελή. Η Μήδεια έχει να κάνει με τη δύναμη μιας γυναίκας που βιώνει για άλλη μια φορά τον αποκλεισμό που ένιωθε κάποτε σε ένα αμυδρό και μακρινό παρελθόν».

Εν αναμονή της Μήδειας του Simon Stone
Μέσα στους αιώνες που ακολούθησαν από την πρώτη διδασκαλία της Ευριπίδειας «Μήδειας», το 431π.Χ., κάθε δημιουργός που κρατάει στα χέρια του το θρυμματισμένο(;) προσωπείο της «Μήδειας» και ετοιμάζεται να δημιουργήσει ένα ακόμα εκμαγείο της, οφείλει να αναψηλαφήσει το ανεπίλυτο της Αδιανόητης πράξης. Να μιλήσει δηλαδή για «την τερατωδία της μητρικής μορφής» (Δήμητρα Αναστασιάδου) που διαρρηγνύοντας το συμπαντικό ενιαίο σώμα μητέρας-τέκνων αποπειράται μια εξοικείωση με το τραυματικό, έστω και με την προσωρινή επαναφορά του χάους.
Ο δημιουργός δεν δικαιούται να μιμηθεί, να αναβιώσει, να μουσειοποιήσει. Οφείλει να επανανοηματοδοτήσει, να απελευθερώσει τον αρχαίο μύθο από την χρονο-ιστορικότητά του και την στερεοτυπική αντιμετώπισή του.
Μαθαίνουμε ότι ο Simon Stone «φαντάστηκε εκ νέου τη Μήδεια ως βιοχημικό με δύο παιδιά και έναν απατημένο σύζυγο που όχι μόνο την εγκατέλειψε για μια νεότερη γυναίκα, αλλά έχει πάρει τα εύσημα για όλη την έρευνά της».
Η παράσταση που χαρακτηρίστηκε από την Natalie Mayers ως αριστουργηματική, αστεία και βάναυση, για εμάς έχει πολλαπλό ενδιαφέρον: όχι μόνο για το τι προτείνει ο Stone αλλά και για το πώς θα το αντιμετωπίσει το ελληνικό κοινό που συχνά έχει τη νοοτροπία μιας ιδιοκτησιακής αντίληψης της πολιτισμικής του κληρονομιάς.

(Τα αποσπάσματα των κριτικών που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο αφορούν την κριτικογραφία της πρόσληψης του πρώτου κύκλου των παραστάσεων)
(Δεν υπάρχει αναφορά στη σκηνοθεσία του The Dig (2021) Netflix, ούτε και στη συνεργασία του με την Kate Blanchet καθώς αυτά είναι τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει κάποιος για αυτόν)
Info παράστασης:
Μήδεια | Θέατρο Παλλάς


