Πάρτυ στην πόλη: Δυο εκθέσεις που σώζουν τη διάθεση στο φθινοπωρινό Λονδίνο

H πρώτη φθινοπωρινή εικαστική βόλτα στο Λονδίνο από την Γκέλυ Γρυντάκη στην έκθεση-πάρτυ "Electronic: From Kraftwerk to Chemical Brothers" στο Design Museum και στην έκθεση-αίνιγμα "Danh Vo – Chicxulub" στη White Cube

Κείμενο: Γκέλυ Γρυντάκη

 

Άνοιξαν λοιπόν τα μουσεία και οι γκαλερί στο Λονδίνο με τα όλα τους, ραντεβού, στενότερα time slots πολλά pits stop για sanitizer, προτεινόμενες αποστάσεις και υποχρεωτικές μάσκες (και μερικά μάλιστα προσφέροντας μάσκες στην είσοδο). Και ο κόσμος ανταποκρίθηκε, ο κόσμος του Λονδίνου, μετά από τον εγκλεισμό σχεδόν τεσσάρων μηνών που ζήσαμε την Άνοιξη δε βγήκε μόνο για φαγητό, δε γέμισε μόνο τα καφέ, τα πεζοδρόμια της Oxford street και του Southbank αλλά και τα μουσεία. Στα μεγάλα πολιτιστικά ιδρύματα της πόλης, και όχι μόνο αυτά με τις πιο εντυπωσιακές εκθέσεις, ξαφνικά τα time slots εξαφανίστηκαν και για κάποιες εκθέσεις δεν έχει πια να κλείσεις μέχρι το τέλος της -παρατεταμένης ούτως ή άλλως- διάρκειάς τους. Αν είσαι από τους τυχερούς που πρόλαβαν το μέτρο έχει και τα θετικά του. Ο αριθμός των επισκεπτών είναι πια τέτοιος ώστε να μπορεί κανείς ακόμα και στις πιο δημοφιλείς εκθέσεις να απολαύσει την περιήγησή του χωρίς τον συνήθη συνωστισμό.

Πάντα έβρισκα την τέχνη και τις περιηγήσεις στα μουσεία ως διέξοδο στις ανησυχίες της καθημερινότητας και τα μουσεία και οι γκαλερί εδώ λειτουργούν γενικότερα κάπως έτσι. Όχι μόνο σαν τακτικοί σαββατιάτικοι εκπαιδευτικοί προορισμοί αλλά και σαν τόποι συνάντησης και τυχαίας βόλτας, γεμίζουν τις καθημερινές με γονείς με μάρσιπους και καρότσια, εργαζόμενους στο lunch break και φοιτητές – ως τόποι σύντομης αναστολής της πραγματικότητας. Πόσο μάλλον λοιπόν μετά από μια τόσο αγχωτική περίοδο και ίσως λίγο πριν νέα περιοριστικά μέτρα η ανάγκη για τέτοιου είδους φυγές μοιάζει ακόμα πιο έντονη.

Photo by Peter Boettcher
Sensory spectacle by Smith & Lyall. Photo by Felix Speller

Η έκθεση Electronic: From Kraftwerk to Chemical Brothers στο Design Museum είναι ίσως από τις πιο ιδανικές διεξόδους των ημερών, ειδικά για τους λάτρεις της ηλεκτρονικής μουσικής αλλά και για όσους ακολουθούν τη σύγχρονη μουσική σε κάθε της έκφανση και έχουν περιέργεια για τις μεταμορφώσεις, τις επιρροές και τις αλληλεπιδράσεις της με την ευρύτερη κοινωνική συνθήκη. Και είναι ιδανική γιατί από την αρχή μέχρι το τέλος μπορεί να βιωθεί ως ένα μεγάλο πάρτι.

Ένα πάρτι-διαδρομή, από τις απαρχές των μουσικών πειραματισμών με την τεχνολογία και τις τολμηρές επιχειρήσεις των μουσικών ευφυιών των 60s, στο απόγειο της electronica των 90s μέχρι σήμερα. Εξοπλισμένοι με τα ακουστικά μας και τόσοι όσοι ακριβώς θα έπρεπε να είμαστε ώστε να μπορούμε να χορεύουμε άνετα κρατώντας απόσταση ασφαλείας μεταξύ μας, μπροστά στις οθόνες και τα ηχεία στις μουσικές του Jean Michel Jarre, των Underground Resistance από τα γεννοφάσκια της τέκνο στο Dertoit και να συνεχίσουμε απτόητοι στους δυναμικούς disco ρυθμούς του Νεοϋορκέζου Sound Factory, πριν περάσουμε από το δεύτερο καλοκαίρι της αγάπης της House των τελών των 80s, για να καταλήξουμε στους αιθέριους ήχους των Yuri Suzuki και Jeff Mills και στα ντελίρια των Aphex Twin και των Chemical Brothers.

Virtual reconstruction of Jean-Michel Jarre’s studio

Φυσικά και δεν είναι όλα μουσική. Υπάρχουν εκείνα τα πολύχρωμα εντυπωσιακά μηχανήματα με τα πολλά κουμπάκια, οι κονσόλες, οι ενισχυτές και τα συνθεσάιζερ, το Croix Sonor, το Oramics της Daphne Oram και το Gmebaphone, μηχανήματα που μοιάζουν με φουτουριστικά έπιπλα, από το διαστημικό studio του Jarre μέχρι το Roland TR-808.

Υπάρχουν φλάιερς, υπέροχες αφίσες και εμβληματικά εξώφυλλα όπως αυτά του φοβερού και τρομερού Peter Saville. Μόδα βγαλμένη από τα dance floor, εγκαταστάσεις νέον και εκστατικές φωτογραφίες –του Andrea Gurmsky μεταξύ άλλων—όπως και πολλά βινύλια, κάποια υπέροχα πειραγμένα από τον εξαιρετικό Christian Marclay.

Η έκθεση ενίοτε μπορεί να είναι λίγο σκοτεινή και σχεδόν κρυπτική -κλείνοντας το μάτι στους φανς- αλλά αποπνέει μια γλυκιά και βαριά αύρα νοσταλγίας όχι μόνο για όλους έζησαν από πρώτο χέρι τις συγκλονιστικές σκηνές του Detroit και του Chicago αλλά και για εμάς που ένας dj ενδέχεται να «μας έσωσε τη ζωή» ένα βράδυ στην Αθήνα των 90s και ίσως για αυτό την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όποια και όποιον ψάχνει μια δίωρη -ίσως και τρίωρη- vintage βαλβίδα αποσυμπίεσης αυτό τον καιρό στην ήδη κρύα και αγχωμένη βρετανική πρωτεύουσα.

Η White Cube στο Bermondsey πάντως λειτουργεί και ως καταφύγιο από το κρύο και για έναν ακόμα λόγο. Ο Δανέζος καλλιτέχνης Danh Vo, που έχει ρίζες από το Βιετνάμ, έχει γεμίσει τον χώρο με ξυλόσομπες προκειμένου να δημιουργήσει την αποπνιχτική θαλπωρή του καθολικισμού και της νέο-αποικιοκρατίας σε μια έκθεση-αίνιγμα -για δυνατούς λύτες- με τον δυσπρόφερτο τίτλο Chicxulub (Τσικσουλούμπ), που στην ουσία πρόκειται για έναν κρατήρα στο Γιουκατάν δημιουργημένο από την πτώση ενός κομήτη.

Τα θέματα του Vo παραμένουν τα ίδια, είναι άλλωστε πάντα επίκαιρα. Η θρησκεία μέσα από τις μυστηριώδεις γλυπτικές του συνθέσεις αναδύεται ως εμπόρευμα, ως πολυεθνική φίρμα έτοιμη για ανθρωποθυσίες με σκοπό το κέρδος, ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός αλλά αποτελείται από στρώματα που αλληλεπικαλύπτονται και τα διαπερνά μόνο η φωτιά που -σαν τη θρησκεία- καίει παντού δημιουργώντας ένα αμφίθυμο αίσθημα ασφυξίας και ζεστασιάς. Οι διαφορετικές ιστορικές περίοδοι που αναπτύσσονται σε ένα ενιαίο επίπεδο, διασταυρώνονται με την προσωπική ιστορία του καλλιτέχνη μέσα από την αριστοτεχνική καλλιγραφία του πατέρα του και φωτογραφίες από την παιδική του ηλικία, ενώ ετερόκλητα αντικείμενα συνυπάρχουν ζυγίζοντας τις διαφορετικές αξίες -και υπεραξίες- τους ως ύλη και αύρα. Και όλα αυτά περιστοιχισμένα από σκόρπια φυσικά ζωντανά στοιχεία, φυτά και δέντρα, που επιβάλλουν την άλλου είδους μαλακή κυριαρχία τους. Η κομψή ειρωνεία της διατήρησης του φυσικού σε εσωτερικό χώρο με τεχνητά μέσα αντιπαραβάλλεται με μια γιγαντιαία αμερικάνικη σημαία φτιαγμένη από κορμούς δέντρων που μοιάζει σταδιακά να μειώνονται (καθώς αναπόφευκτα σκέφτεσαι ότι καίγονται στις σόμπες), ενώ η ίδια η καύση δημιουργεί συνειρμούς τελετουργικών καύσεων και θυσιών.

Η έκθεση του Dan Vo θυμίζει τόσο τη φιλοσοφική καλλιτεχνική πρακτική του Robert Smithson στην προσέγγιση της φύσης που δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς βλέποντας ότι ο τίτλος της έκθεσης παραπέμπει στο Γιουκατάν -έναν τόπο που ο Smithson είχε διατρέξει με τις μετατοπίσεις των καθρεφτών του- μήπως πρόκειται για έναν υπόγειο φόρο τιμής στον μεγάλο καλλιτέχνη.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αυτή η υπέροχη ιδιότητα του Vo τα έργα του να λειτουργούν σαν χειροβομβίδες συνειρμών για άλλη μια φορά κάνει την έκθεσή του έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς στην πόλη αυτό τον καιρό.

Info εκθέσεων:

Electronic: From Kraftwerk to Chemical Brothers | Έως τις 14 Φεβρουαρίου 2021 | Design Museum

Danh Vo – Chicxulub | Έως τις 2 Νοεμβρίου 2020 | White Cube Gallery, Bermondsey

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας