Πέντε ηρωίδες σε ιστορίες μεταμόρφωσης στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ ‘Α Γυναικείου. Τρεις μεταβάσεις ψυχικές και ταυτόχρονα τρεις ιστορίες γυναικείας ενδυνάμωσης: μια σεξεργάτρια που της προσφέρεται ξαφνικά η ευκαιρία να αλλάξει ζωή, μια μητέρα πέντε παιδιών που αναγκάζεται υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες να αλλάξει ζωή, μια νέα γυναίκα που παίρνει συνειδητά την απόφαση να στιγματιστεί ως κακιά μάγισσα. Και άλλες δυο μεταβάσεις όχι απλά ψυχικές, αλλά κατεξοχήν και σωματικές: ένας αρχηγός καρτέλ ναρκωτικών που κάνει επέμβαση αλλαγής φύλου και αλλάζει ζωή, μια σταρ που προσπαθώντας να παλέψει τη φθορά της ηλικίας παίρνει μια ουσία, η οποία έχει ως συνέπεια να βγει μέσα απ’ το ίδιο της το σώμα μια νεότερη εκδοχή του εαυτού της. 

 

 

Στο “Anora” η Μάικι Μάντισον (η οποία κέρδισε και το όσκαρ) υποδύεται μια εικοσιτριάχρονη χορεύτρια σε στριπτιτζάδικο. Ξαφνικά η δυνατότητα μιας ζωής μέσα στον πλούτο, όταν ένας ακόμα νεότερος πελάτης της προτείνει γάμο. Τα πράγματα αρχίζουν να μπλέκονται και να ζορίζονται, αλλά η Ανόρα δεν είναι ένα εύθραυστο πλάσμα, η Ανόρα δεν θα γίνει θύμα κανενός. Η δύναμη που βγάζει δεν είναι μόνο σωματική, είναι κατεξοχήν και ψυχική. Τα στερεότυπα καταλύονται όχι μόνο σε σχέση με τη φυσική της δύναμη, αλλά και στον χαρακτήρα της, καθώς δεν μπορεί να χωρέσει μέσα σε έναν χαρακτηρισμό: ούτε κυνική σκέτα είναι, ούτε ρομαντική σκέτα είναι, ούτε μια κυνική που μετατράπηκε η καημενούλα σε ρομαντική είναι, ούτε ασυμβίβαστη σκέτα είναι, ούτε συμβιβασμένη σκέτα είναι, ούτε αγύριστο κεφάλι σκέτα είναι, ούτε κεφάλι που ξέρει να υποκύπτει σκέτα είναι, η Ανόρα πηγαίνει με το ρεύμα των πραγμάτων, προσπαθώντας πραγματιστικά να δει εντός του τι είναι τι, ποιος είναι ποιος, τι μπορεί να κερδίσει η ίδια, να κερδίσει όμως όχι μόνο ωφελιμιστικά, αλλά και ουσιαστικά και συναισθηματικά. 

 

 

Στο «Eίμαι Ακόμη Εδώ» ο χαρακτήρας που υποδύεται η Φερνάντα Τόρες είναι βασισμένος στη ζωή μιας αληθινής γυναίκας, την Γιούνις Πάιβα. Αρχές του 1971 η βραζιλιάνικη χούντα την απαγάγει μαζί με τον άντρα της. Ανακρίνεται επί πολλές ημέρες και όταν την αφήνουν τελικά ελεύθερη, βλέπει ότι στο σπίτι και στα πέντε τους παιδιά έχει επιστρέψει μόνο εκείνη και όχι ο σύζυγός της. Ακόμα χειρότερα οι Αρχές αρνούνται ότι γνωρίζουν πού είναι. Σύντομα η Γιούνις καταλαβαίνει ότι θα πρέπει να αλλάξει εντελώς ρόλο. Ενώ ως τότε ζούσε στο σπίτι μεγαλώνοντας τα παιδιά τους, αποφασίζει να γραφτεί ξανά στο Πανεπιστήμιο, παίρνει πτυχίο νομικής στα 47 της και γίνεται δικηγόρος και ακτιβίστρια για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, ενώ ταυτόχρονα αγωνίζεται για την επίσημη αναγνώριση της κρατικής δολοφονίας του άντρα της, ώστε να πάψει να θεωρείται εξαφανισμένος. 

 

Cynthia Erivo is Elphaba in WICKED, directed by Jon M. Chu

 

Αν στην περίπτωσή της, η ενδυνάμωσή της την οδήγησε τελικά και με τη μετέπειτα πτώση της δικτατορίας, σε μετατροπή της σε σύμβολο, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα στην περίπτωση της ηρωίδας που υποδύεται η Σίνθια Ερίβο στο “Wicked”.  H Έλφαμπα αρχικά είναι περιθωριοποιημένη λόγω του χρώματός της. Έχοντας γεννηθεί με πράσινο χρώμα, αντιμετωπίζεται από την ίδια της την οικογένεια ως αποπαίδι, ενώ κάθε άλλο παρά δημοφιλής είναι και στο Κολέγιο που φοιτά. Καθόλου ευχάριστο δεν της είναι, μέχρι που στην πορεία θα αποφασίσει ότι περισσότερο απ’ το να είναι αρεστή, αποδεκτή και ενσωματωμένη, την ενδιαφέρει να υπερασπιστεί εκείνο που θεωρεί σωστό, όποιο κι αν είναι το τίμημα της απόφασής της. Και το τίμημα θα είναι η στοχοποίησή της. Ο δρόμος της δεν θα είναι μόνο μοναχικός, θα είναι και φουλ συκοφαντημένος. Συκοφαντείται και μετατρέπεται στην αντίληψη όλων στην κακιά μάγισσα. H Έλφαμπα πήρε τις δικές της αποφάσεις και αυτές είναι που τελικά την καθορίζουν την ταυτότητά της – όχι η σκέτη διαφορετικότητα του χρώματός της. Αν είχε κάνει τις αντίθετες, θα ήταν το αγαπημένο παιδί της εξουσίας και κακιά μάγισσα δεν θα την έλεγε κανείς.

 

 

Και κάπως έτσι το “Wicked” δεν κάνει το φάουλ το οποίο κάνει το Emilia Pérez”, όπου είναι σαν η φυλομετάβαση να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της και η ταυτότητα φύλου να είναι το τόσο κυρίαρχο συστατικό της προσωπικότητας, που αφήνει όλα τα υπόλοιπα σε δεύτερη μοίρα. Ένας αρχηγός καρτέλ ναρκωτικών νιώθει γυναίκα. Δεν είναι οι τύψεις που τoν κάνουν να θέλει να αλλάξει ζωή, είναι το ότι δεν αντέχει πια να είναι άντρας και θέλει να γίνει γυναίκα. Δεν έχει ηθικό ζήτημα, έχει έμφυλο. Όχι εξαρχής, όχι συνειδητοποιημένα, αλλά μόνο αφού πρώτα έχει περάσει λίγα χρόνια ως γυναίκα, τον πιάνουν και οι τύψεις, οπότε κι αποφασίζει να προσπαθήσει να επουλώσει ένα μικρό ποσοστό απ’ το κακό που έχει κάνει και ο ίδιος. Ο ίδιος άνθρωπος ως άντρας είναι η ενσάρκωση του κακού και μετά ως γυναίκα προσπαθεί να σώσει τον κόσμο. Αρκούσε λοιπόν να αλλάξει φύλο για να αλλάξει και χαρακτήρα; Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις 13 υποψηφιότητες της ταινίας και τη Χρυσή Σφαίρα στην Κάρλα Σοφία Γκασκόν, η οποία έγινε και η πρώτη τρανς ηθοποιός με υποψηφιότητα για όσκαρ, μεσολάβησε η ανεύρεση προβληματικών τουίτς της. Kι όλα ήρθαν τούμπα κι ενώ θα ήταν από τα κεντρικά πρόσωπα της τελετής τώρα την έκρυψαν όσο μπορούσαν κι ούτε να την ξέρουν δεν ήθελαν και η συμπερίληψη έδωσε τη θέση της στον εξοστρακισμό, με μια ταχύτητα και απολυτότητα στη μεταστροφή του κλίματος, που κάπου τρομάζει.    

 

 

Αν στις τέσσερις προηγούμενες περιπτώσεις είχαμε να κάνουμε με ιστορίες πιο προσωπικές, το Substance στριφογυρνά γύρω από ένα θέμα πανανθρώπινο. Και το θέμα του δεν είναι μόνο η φθορά κι η γήρανση κι η αντίσταση ή η αντίδραση σε αυτές. Είναι μόνο το ένα του σκέλος. Το άλλο είναι το αρκετά ως πολύ ανεξάρτητο από ηλικία και πολύ περισσότερα εξαρτημένα από φύλο διαρκές κοίταγμα στον καθρέφτη, η διαρκής επισκόπηση για το πόσο ωραία είμαι, η φιλαρέσκεια και η δίδυμη αδελφή της, η διαρκής ανασφάλεια και το τσεκ για να είμαι και να κρατιέμαι ωραία. Πρέπει να αρέσω σε μένα, πρέπει να αρέσω στους άλλους, πρέπει να εκπέμπω ομορφιά. Οι άλλοι θα με κρίνουν βάσει της εμφάνισής μου. Αποθεωτικά όσο είμαι νέα, κριτικά όσο θα μεγαλώνω, ρητά ή σιωπηρά αποδοκιμαστικά όσο θα μεγαλώνω ακόμα περισσότερο. Και εννοείται όλα αυτά λειτουργούν πολλαπλασιαστικά όταν είσαι στη σόου μπίζνες, όταν το πρόσωπό σου, το κορμί σου, το πώς είσαι εξωτερικά, αποτελούν μέρος της δουλειάς σου, αποτελούν βασικό τομέα επί του οποίου κρίνεσαι. Η εξωτερική εμφάνιση, η ομορφιά, τα κιλά και η ηλικία είναι παράγοντες βάσει των οποίων θα αξιολογούνται και θα κρίνονται διαρκώς και ανηλεώς πρωτίστως οι γυναίκες. Ένα σκουλαρίκι στο αυτί, ένα ψαλίδι για την μπούκλα, ένα φιλάρεσκο βλέμμα, η Ντέμι Μουρ κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη, μια γυναίκα κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη.