Ο Μανίτας Nτελ Μόντε είναι ίσως ο πιο ισχυρός αρχηγός καρτέλ στο Μεξικό. Έχει πρόσφατα εξολοθρεύσει τον ανταγωνισμό στην περιοχή του, οι πολιτικοί του προστάτες κέρδισαν τις εκλογές, είναι πανίσχυρος. Η Ρίτα Μόρα Κάστρο είναι δικηγόρος. Υπερασπίζεται πλούσιους γυναικοκτόνους και μάλιστα στη σκιά του μεγαλοδικηγόρου που παίρνει τη δόξα και το χρήμα για τη δουλειά που στην ουσία κάνει εκείνη. Όταν ο Μανίτας ημιαπαγάγει τη Ρίτα, θα της προσφέρει την ευκαιρία να γίνει πλούσια, αν του εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για να πραγματοποιήσει το όνειρό της ζωής του. Ποιο είναι αυτό; Ο Μανίτας θέλει να κάνει επέμβαση αλλαγής φύλου, θέλει να κάνει την μετάβαση σε ένα άλλο κορμί και σε μια νέα ταυτότητα, θέλει να πάψει να είναι παγιδευμένος σε ένα κορμί και μια ταυτότητα φύλου που δεν τον εκφράζουν, που δεν τα νιώθει δικά του. Φυσικά, συνεπεία όλων αυτών, ο Μανίτας θα εξαφανιστεί από προσώπου γης και στη θέση του μια γυναίκα, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, η Εμίλια Πέρεζ, θα ξεκινήσει μια καινούργια ζωή. 

Ερώτημα πρώτο, αστερίσκος πρώτος, σύγκρουση πρώτη: πώς αντιμετωπίζει τόσο ο δημιουργός της ταινίας Ζακ Οντιάρ, όσο και εμείς ως θεατές της ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Τι μπαίνει από την μία και από την άλλη πλευρά της ζυγαριάς; Από την μια πλευρά της έχουμε μια συστηματική εγκληματική δράση δεκαετιών με τεράστιο κοινωνικό αντίκτυπο, έναν άνθρωπο υπεύθυνο για ένα σωρό φόνους και βαρβαρότητες. Σύμφωνοι και απολύτως καμία αντίρρηση, δεν εφηύρε αυτός το παιχνίδι, ούτε τους ειδικότερους όρους με τους οποίους παίζεται, κι αν δεν ήταν εκείνος στη θέση του θα ήταν κάποιος άλλος, με περίπου το ίδιο τελικά κοινωνικό κόστος. Σύμφωνοι και απολύτως καμία αντίρρηση, αφού λειτουργούν τα πράγματα με το συγκεκριμένο τρόπο, το ποιος θα παίξει τον ρόλο του επικεφαλής του ενός ή του άλλου καρτέλ ως ένα μόνο βαθμό έχει σημασία, το κύριο πρόβλημα είναι η ανεξάρτητη των επιμέρους προσώπων μεγάλη εικόνα και τα γενεσιουργά της αίτια. Ακόμη κι έτσι όμως, είναι άλλο η κοινωνιολογική κι η οικονομικοπολιτική διάσταση του προβλήματος και άλλο η προσωπική ευθύνη του καθενός. Η μεγάλη εικόνα δεν αναιρεί την ύπαρξη των μικρών. 

 

 

Επίσης, σίγουρα είναι άλλο να έχεις μεγαλώσει εκεί, σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και το να μπεις σε καρτέλ να είναι μια από τις εναλλακτικές σου (ή ενίοτε ούτε καν ακριβώς εναλλακτική, όπως δείχνει κι η πρόσφατη νουβέλα «Παραντάις» της Φερνάντα Μελτσόρ) και άλλο θα ήταν να σου άρεσε πάρα πολύ το σπορ του μεγαλεμπόρου ναρκωτικών και να ερχόσουν απ’ το Μιλάνο ή το Μόναχο να το ασκήσεις, γιατί βρήκες την ευκαιρία να γίνεις ζάμπλουτος ή να ζήσεις με φουλ τις αδρεναλίνες. Ακόμα κι έτσι όμως, μέσα σε όλο αυτό το περιβάλλον εσύ ως άνθρωπος έκανες τις επιλογές σου. Ούτε όλοι γίνονται επικεφαλής καρτέλ, ούτε όλοι προσπαθούν να γίνουν. Και στο παιχνίδι αυτό του μεγάλου κι οργανωμένου μακελειού δεν ήσουν πιόνι, δεν ήσουν ένας ακόμα στρατιώτης, ένα ακόμα τμήμα της τροφικής αλυσίδας. Έγινες βασιλιάς του, όντας όχι μόνο ο πιο ικανός αλλά και ο πιο αδίστακτος. Δεν επιβίωσες απλώς, εξουσίασες και πλούτισες, πατώντας επί πτωμάτων, αρτιμελών και διαμελισμένων, ευρεθέντων και εξαφανισμένων. Είσαι λοιπόν αυτός ο συγκεκριμένος χαρακτήρας. Που στις αντιλήψεις μας βρίσκεσαι πάρα πολύ κοντά στο πιο μεγάλο κακό που μπορούμε να φανταστούμε. Δεν βρίσκεσαι μόνος σου, μπορεί να είναι και άλλοι δίπλα σου, που δεν είναι καν τυπικά εγκληματίες, αλλά πάντως εκεί είσαι. Και με αυτό το βάρος μπαίνεις στο ζύγι. 

Και πάμε στην άλλη άκρη της ζυγαριάς. Όπου νιώθεις παγιδευμένος στο ανδρικό σώμα και την ανδρική ταυτότητα και θες να γίνεις και σωματικά γυναίκα. Το οποίο δεν ξέρω πόσο μπορεί ακόμα και σήμερα να μην ξετρελαίνει ως ιδέα μερίδα του γενικού πληθυσμού, πάντως στο κοινό στο οποίο απευθύνεσαι ως πολιτιστικό, εμπορικό και πνευματικό προϊόν, ως “Emilia Pérez”, απ’ το Φεστιβάλ των Καννών (όπου και έφυγε με το Μεγάλο Βραβείο, αλλά και το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας μοιρασμένο στις τέσσερις ηρωίδες) ως το κοινό που θα πάει μέχρι στις αίθουσες για να σε παρακολουθήσει, είναι κάτι φωτισμένο με το ευνοϊκότερο φως. Αν ο Μανίτας είναι αντιήρωας, η Εμίλια είναι ηρωίδα. Επικεφαλής καρτέλ πάρα πολύ κακό πράγμα, μετάβαση φύλου από άντρας σε γυναίκα πάρα πολύ καλό. 

 

 

Το ερώτημα είναι, σε αυτή τη στάθμιση και την αξιολόγηση ενός ανθρώπου ως μέλους μιας κοινωνίας στην οποία έχει δράσει με έναν εκτεταμένα εγκληματικό τρόπο και του ίδιου ανθρώπου ως φορέα δικαιωμάτων που έχουν να κάνουν με την έμφυλη ταυτότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό κλπ, πού στεκόμαστε; Ένας αρχηγός καρτέλ που κάνει επέμβαση και είναι πια γυναίκα, παύει να χαρακτηρίζεται από όλα όσα έκανε στο παρελθόν του και χαρακτηρίζεται πλέον κυρίαρχα απ’ το γεγονός ότι άλλαξε φύλο και βρήκε τον εαυτό του; Πόσο μπορεί να μας συγκινήσει το έμφυλο και ταυτοτικό διακύβευμα ανεξάρτητα από την προηγούμενη δράση του συγκεκριμένου ανθρώπου; Την οποία οκ, έχει σταματήσει μεν, αλλά δεν παύει να ζει με τους καρπούς που αποκόμισε από αυτήν. Τι προέχει τελικά, ποιο είναι το κριτήριο που μας αφορά περισσότερο; Μπορούμε να κοιτάμε με συμπάθεια την Εμίλια ξεχνώντας ότι ήταν ο Μανίτας; Το τι τρέχει με την ατομική του ταυτότητα, το πώς νιώθει και τι είναι, ως φύλο και ταυτότητα, πόσο μπορεί να βαρύνει στην αξιολόγησή μας; Πού εστιάζουμε το βλέμμα μας στην εποχή μας, τι αξιολογούμε ως σημαντικότερο;

Για να φτάσουμε στην εν μέρει αναίρεση του προηγούμενου διλήμματος με την εξέλιξή της Εμίλια, αναίρεση που γεννά όμως ένα δεύτερο ερώτημα, έναν δεύτερο αστερίσκο. Δεν είναι οι τύψεις που κάνουν τον Μανίτας να θέλει να αλλάξει ζωή, είναι το ότι δεν αντέχει πια να είναι άντρας και θέλει να γίνει γυναίκα. Δεν έχει ηθικό ζήτημα, έχει έμφυλο. Όχι εξαρχής, όχι συνειδητοποιημένα, αλλά μόνο αφού πρώτα έχει περάσει λίγα χρόνια ως γυναίκα,  τον πιάνουν και οι τύψεις, οπότε κι αποφασίζει να προσπαθήσει να επουλώσει ένα μικρό ποσοστό απ’ το κακό που έχει κάνει και ο ίδιος και το γενικότερο σύστημα.

Άρα πού φτάνουμε: στο ότι ο ίδιος άνθρωπος ως άντρας είναι η ενσάρκωση του κακού και μετά ως γυναίκα προσπαθεί να σώσει τον κόσμο; Για να μην βάλω καν στην εξίσωση ότι τη μοναδική φορά που η Εμίλια παύει να αγιογραφείται ως γυναίκα και δείχνει όντως πάλι πολύ κακό πρόσωπο, το κάνει με τη φωνή που είχε πριν ως άντρας και υπενθυμίζοντας την πρώην ιδιότητα του άντρα. Μα μήπως είναι αυθαίρετες και στο μυαλό μου μόνο αυτές οι αναγωγές; Δεν ξέρω. Αν υπάρχει κάποιος καλοδουλεμένος χαρακτήρας με πλούσιο εσωτερικό κόσμο και αποχρώσεις και γινόμαστε κοινωνοί της δικής του προσωπικής μετάβασης όχι μόνο από μια έμφυλη ταυτότητα σε μια άλλη, αλλά και από μία ηθική ταυτότητα σε μια άλλη, αν υπάρχουν όλα αυτά και όχι τελικά απλά ένα σύμβολο, μπορεί να κατάλαβα λάθος. Αυτές πάντως είναι οι αναγωγές που έκανα και ας κριθώ κι εγώ για αυτές ως αλτ ράιτ, μισογύνης, μπούμερ εφευρέτης woke φαντασμάτων ή οτιδήποτε άλλο. Τις ταινίες που έχω απέναντί μου πάντως προσπαθώ να κρίνω πάντα, με βάση όσα εκείνες μου δείχνουν και, ναι, προφανώς σε ένα βαθμό και με βάση του πώς είναι χρωματισμένο με τις προκαταλήψεις του το βλέμμα μου. 

 

 

Και δεν θα μπω καν σε θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού και τραγουδιών για το πού μπόρεσε να βρει επιτέλους η Εμίλια την ευτυχία, γιατί όσο κι αν προσωπικά μου γεννούν απορίες και με βραχυκυκλώνουν, μπορώ -ειλικρινά μπορώ- να δεχτώ ότι πρόκειται για ζητήματα που με ξεπερνούν και δεν καταλαβαίνω. Και σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ζητήματα που ακόμα κι αν μου φαίνονται αρκετά μπερδεμένα, είναι αυστηρά και μόνο προσωπικά και δεν έχουν οποιοδήποτε πρόσημο ηθικής αξιολόγησης. Είναι λοιπόν ένα πράγμα οι επιλογές οι προσωπικές και ένα άλλο το αν αυτές σου δίνουν άφεση αμαρτιών και σε εξιλεώνουν για όσα έχεις κάνει στην κοινωνία και στους άλλους ανθρώπους.

Έχοντας πει όλα αυτά δεν μπορώ όμως να παραβλέψω ότι, ναι, στον βαθμό που η ιστορία της ανθρωπότητας είναι σε μεγάλο βαθμό και μια ιστορία βίας, το φαινόμενο της βίας της σωματικής, των όπλων, των εγκλημάτων, των πολέμων, είναι ένα φαινόμενο που πηγάζει και ασκείται σε συντριπτικό ποσοστό από άντρες. Ναι, βία και ανδρικό φύλο έχουν πάει στην ιστορία χέρι χέρι. Αλλά φοβάμαι ότι ο Οντιάρ δεν έσκαψε στην Εμίλια και στον Μανίτας, δεν προσπάθησε να βρει ούτε πιο διακριτικούς και γόνιμους τρόπους να τα αναδείξει αυτά ως ερωτήματα, ούτε όμως και πιο θαρραλέα φωναχτούς. Τα είπε μην λέγοντάς τα, αφήνοντας τύπους σαν κι εμένα να βγουν να καρφωθούν και να πουν τι μας λέει τελικά αυτός: ότι η θηλυκή πλευρά της ζωής και των ανθρώπων είναι το φάρμακο και η αρσενική η αρρώστια;

 

 

Γενικότερα φοβάμαι ότι υπάρχει μια σεναριακή και θεματολογική τρικυμία εν κρανίω στο “Εmilia Pérez”. Βέβαια μετά από όσα διάβασες μπορείς να πεις ότι η τρικυμία είναι στο δικό μου κρανίο και στον τρόπο που προσεγγίζω την ταινία. Το ακούω και αυτό. Από εκεί και πέρα υπάρχει ταυτόχρονα και μια εξαιρετικά ευπρόσδεκτη και φρέσκια και λειτουργική και ανυψωτική αισθητική προσέγγιση, με τα εμβόλιμα μιούζικαλ στοιχεία, τα οποία προωθούν και την πλοκή. Μουσική, στίχοι, χορογραφία, σκηνοθεσία, σκηνικά, μοντάζ, φωτογραφία, όλα κουμπώνουν συνθέτοντας μια σειρά από εξαιρετικές σκηνές

Ας πιστώσουμε λοιπόν στον Ζακ Οντιάρ ότι δεν ακολούθησε καμία πεπατημένη, πήρε ρίσκα και τόλμησε να φτιάξει μια ταινία που αν αποτύγχανε έπαιζε να την έπαιρναν με τις ντομάτες. Την παίρνουν με τα βραβεία όμως και ακόμη και αν εμένα μου φαίνονται υπερβολικά, σίγουρα δεν είναι ταινία για ντομάτες, η δομή της, η όψη της και η αισθητική της πρόταση είναι πολύ ελκυστικές. Ας του πιστώσουμε επίσης ότι τον έχει απασχολήσει ξανά στη φιλμογραφία του η έννοια της ταυτότητας, των ρόλων και της αλλαγής. Δεν τα πρωτοανακάλυψε τώρα με το “Emilia Pérez”, δεν βρήκε σημαία ευκαιρίας. Και ενώ κάθε άλλο παρά θεωρώ ότι δεν τον αγγίζει το ζήτημα των εξαφανισμένων στο Μεξικό, φοβάμαι ότι όσο βαθιά κι αν όντως τον άγγιξε, το προσεγγίζει αισθητικοποιώντας το επιδερμικά. Δεν θεωρώ ότι πάει εκ του πονηρού να κάνει τέχνη και να πουλήσει ευαισθησία πάνω σε μια μεγάλη τραγωδία, θεωρώ όμως ότι το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει σε επίπεδο ουσίας. 

Κι όσο για την τελική σκηνή, θα μπορούσε να σε κάνει να ανατριχιάσεις. Μόνο όμως αν όλη η υπόλοιπη ταινία στο δικαιολογούσε. Παραμένει όμως σκηνάρα. Και κάπως αυτό συνοψίζει κατ’ εμέ και όλο το “Εmilia Pérez”: μουσικάρες και σκηνάρες ναι – ταινιάρα όχι.