“Τhere’s everything in life but hope”: η Κάθριν Χέπμπορν κοιτάζεται στον καθρέφτη της, βλέπει στο πρόσωπό της τα σημάδια του γήρατος και αποφαίνεται ότι στη ζωή δεν μπορείς να ελπίζεις. Βρισκόμαστε στο «Λιοντάρι του Χειμώνα» (ίσως την ταινία με τους πιο σπινθηροβόλους διαλόγους στην ιστορία του κινηματογράφου), γυρισμένο το 1968, όταν η Χέπμπορν ήταν εξήντα ενός ετών. Όσο δηλαδή ήταν κι η Ντέμι Μουρ στα γυρίσματα του «Τhe Substance: To Ελιξίριο της Νιότης». Kαμία σχέση βέβαια στο πώς ήταν τότε στα εξήντα ένα της μια σταρ του Χόλιγουντ και στο πώς είναι τώρα.
Oι γυναίκες κρατιούνται περισσότερο νέες πια, οι γυναίκες γερνάνε αργότερα πια, ελιξίρια της νιότης έχουν βρεθεί, βρίσκονται όμως σε πρώιμα στάδια, κρατάνε τόσο όσο, σε ένα βαθμό σπρώχνουν κάπως πιο μακριά τη φθορά, σε έναν άλλο -και ειδικά αν κάτι δεν πάει καλά- σε παραμορφώνουν δημιουργώντας εκτρωματικά αποτελέσματα, μπορεί να ελπίζει κανείς πως όσο προχωρά η τεχνογνωσία και όσο υπάρχουν χρήματα για να την αγοράζει, η απώθηση της φθοράς θα κερδίζει κι η παραμόρφωση θα υποχωρεί. Αλλά και πάλι. Πόσο θα κρατά, πόσο θα ξεγελάς το σώμα σου, πόσο πιο πίσω θα πας τη φυσική ροή των πραγμάτων; Κι ακόμη κι έτσι, θα μπορεί ποτέ η αντιμετώπιση της φθοράς να συγκριθεί με την έλλειψή της; Το τεχνητό να είναι πιο ελκυστικό απ’ το φυσικό; Θα μπορεί μια πενηνταροοεξηντάρα να τα βάλει με μια εικοσαροτριαντάρα στο πεδίο της ίδιας της νεότητας;
Αλλά το θέμα του “Substance” δεν είναι μόνο η φθορά κι η γήρανση κι η αντίσταση ή η αντίδραση σε αυτές. Είναι μόνο το ένα του σκέλος. Το άλλο είναι το αρκετά ως πολύ ανεξάρτητο από ηλικία και πολύ περισσότερα εξαρτημένα από φύλο διαρκές κοίταγμα στον καθρέφτη, η διαρκής επισκόπηση για το πόσο ωραία είμαι, η φιλαρέσκεια και η δίδυμη αδελφή της, η διαρκής ανασφάλεια και το τσεκ για να είμαι και να κρατιέμαι ωραία. Πρέπει να αρέσω σε μένα, πρέπει να αρέσω στους άλλους, πρέπει να εκπέμπω ομορφιά. Οι άλλοι θα με κρίνουν βάσει της εμφάνισής μου. Αποθεωτικά όσο είμαι νέα, κριτικά όσο θα μεγαλώνω, ρητά ή σιωπηρά αποδοκιμαστικά όσο θα μεγαλώνω ακόμα περισσότερο. Και εννοείται όλα αυτά λειτουργούν πολλαπλασιαστικά όταν είσαι στη σόου μπίζνες, για την οποία μιλά το “Substance”, όταν το πρόσωπό σου, το κορμί σου, το πώς είσαι εξωτερικά, αποτελούν μέρος της δουλειάς σου, αποτελούν βασικό τομέα επί του οποίου κρίνεσαι.
Η Ντέμι Μουρ υποδύεται την Ελίζαμπεθ, με όσκαρ στο μακρινό παρελθόν της, με εδώ και χρόνια τηλεοπτική εκπομπή αεροβικής γυμναστικής με μεγάλη απήχηση. Αλλά ο καιρός έχει περάσει και ο καιρός να αλλάξει και να αντικατασταθεί από ένα νέο πρόσωπο κι ένα νέο κορμί έχει φτάσει. Ο επικεφαλής του καναλιού έχει πάρει την απόφασή του. Ο Ντένις Κουέιντ που τον υποδύεται έκλεισε τα εβδομήντα του. Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ότι ενώ στην ταινία ενεργεί εντελώς καρικατουρίστικα και η Κοραλί Φαρζά τον κανιβαλίζει με την κάμερά της, δεν γίνεται η παραμικρή υπόνοια για τη δική του ηλικία. Ο επικεφαλής του καναλιού συμπεριφέρεται σαν ο ίδιος να μην έχει ηλικία, σαν ο ίδιος να βρίσκεται εκτός της επικράτειάς της.
Όλα αυτά τα χουνέρια τα κάνει στην Ελίζαμπεθ ένας άντρας όχι μικρότερός της, ούτε καν συνομήλικός της, αλλά αρκετά μεγαλύτερός της. Ναι, δεν εμφανίζεται εκείνος στο γυαλί. Αλλά και πάλι είναι σαν στην περίπτωσή του -στην περίπτωση την αντρική- η ηλικία να μην υφίσταται. Και ο Ντένις Κουέιντ έχει τραβηχτεί, ή φουσκώσει, ή κάνει τις ενέσεις του, όλα τα διάφορα εν πάση περιπτώσει που κάνουν οι πλούσιοι για να μην γερνούν. Και πλέον οι άντρες οι πλούσιοι, οι διάσημοι, οι επιτυχημένοι έχουν αρχίσει να μπαίνουν με τη σειρά τους στο τριπάκι των ελιξιρίων. Αλλά και πάλι, όσο κι αν έχουν αγχωθεί κι αυτοί, η διαφορά παραμένει η μέρα με τη νύχτα: η εξωτερική εμφάνιση, η ομορφιά, τα κιλά και η ηλικία είναι παράγοντες βάσει των οποίων θα αξιολογούνται και θα κρίνονται διαρκώς και ανηλεώς πρωτίστως οι γυναίκες.
Η Ελίζαμπεθ θα εκδιωχθεί απ’ την εκπομπή και τότε σαν από μηχανής Θεός θα βρεθεί μια μυστηριώδης ουσία, η οποία θα απελευθερώσει από μέσα της μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού της. Απ’ την Ελίζαμπεθ θα βγει η Σου, που είναι η Ελίζαμπεθ μερικές δεκαετίες μικρότερη, στα ντουζένια του προσώπου της και του κορμιού της. Είναι θεωρητικά ο ίδιος άνθρωπος, άλλο που οι ίδιες δεν μοιάζουν να το πολυαντιλαμβάνονται, αντιμετωπίζοντας εχθρικά η μία την άλλη.
Υπάρχουν δυο μεγάλες κατηγορίες αναστολής της δυσπιστίας. Στην πρώτη φυσικά και θα την αναστείλεις, φυσικά και δεν θα τσινίσεις λέγοντας ότι αυτό που γίνεται στην ταινία δεν θα μπορούσε να γίνει στην πραγματικότητα. Ειδάλλως μην πας σινεμά, κάτσε σπίτι σου και βλέπε την αληθινή ζωή. Αφού όμως παρακολουθείς ταινία με έντονα στοιχεία φανταστικού, δεν θα έχεις ένσταση για το πώς γίνεται να βγαίνει από μέσα σου μια νεότερη εκδοχή του εαυτού σου απλά με τη λήψη μιας ουσίας που αλλοιώνει το DNA σου. Γίνεται. Προχωράμε. Εξίσου δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να αναρωτηθείς γιατί πρέπει να αλλάζει ο εαυτός κάθε μία εβδομάδα, μια εβδομάδα να είναι ενεργή η Ελίζαμπεθ και μια εβδομάδα η Σου. Αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και μπορούν να τεθούν σεναριακά όσο αυθαίρετα θέλουν. Έτσι το σκέφτηκε η σεναριογράφος, πάνω στο συγκεκριμένο πλατό θέλει να στήσει την ιστορία της, τις αλληγορίες της, την πλοκή της, δεν θα σου ζητήσει την άδεια. Ως εδώ όλα καλά λοιπόν.
Υπάρχει όμως και η δεύτερη κατηγορία αναστολής της δυσπιστίας, και εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Αν λοιπόν με ενοχλεί κάτι στο “Substance”, είναι πως μέσα σε αυτό το αρχικό εύρημα, το οποίο δικαιούται να είναι όσο εξωπραγματικό και όσο αυθαίρετο θέλει, ούτε η υπόλοιπη πραγματικότητα σε πείθει πως είναι πραγματική, ούτε οι υπόλοιπες συνθήκες ζωής μοιάζουν να είναι αληθινές συνθήκες αληθινών ανθρώπων. Η Σου και η Ελίζαμπεθ εμφανίζονται και εξαφανίζονται απ’ τη ζωή και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στην αλληλεπίδρασή τους με τον έξω κόσμο, κανείς δεν τις ψάχνει, καμιά εκκρεμότητα δεν αφήνουν μπαινοβγαίνοντας.
Επίσης προσφέρεται μια υπηρεσία που αλλάζει το DNA σου και κανείς δεν θα ζητήσει ποτέ χρήματα ή οποιαδήποτε άλλη αντιπαροχή. Μα δεν θα μπορούσαν όσοι τη χρησιμοποιούν να λειτουργούν ας πούμε ως πειραματόζωα μιας υπηρεσίας που βρίσκεται ακόμη σε δοκιμαστικό στάδιο, πριν τη μελλοντική εμπορική της χρήση, οπότε έτσι κάπως να εξηγείται; Ακόμα και να μπορούσε και πάλι δεν ασχολείται κανείς, δεν ασχολείται καν η ηρωίδα να ρωτήσει ρε παιδιά σοβαρά τώρα δεν σας χρωστάω τίποτα; Μια κρύπτη χτίζεται και είναι περισσότερο σαν άσκηση κινηματογραφικού ύφους και ευκαιρία για ένα αστείο με τον γείτονα, παρά κάτι που θα γινόταν τόσο εύκολα στα αλήθεια. Γενικά στη ζωή της Ελίζαμπεθ και της Σου άλλη δυσκολία προερχόμενη απ’ τον εξωτερικό κόσμο δεν μοιάζει να μπαίνει στη μέση, μόνο τα μεταξύ τους είναι που προκαλούν κάποιες επιπτώσεις στον εξωτερικό κόσμο.
Είναι σαν η Κοραλί Φαρζά να θεώρησε πως το να ασχοληθεί με το να στήσει μια πιο αληθοφανή συνθήκη θα ήταν περιττή περίσπαση. Δικαίωμά της βέβαια, δικαίωμα μας κι εμάς να λέμε ότι εδώ περισσότερο έκλεψε κι έκοψε δρόμο, παρά επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο να υπηρετήσει το όραμά της αδιαφορώντας για τα γύρω γύρω. Νομίζω δηλαδή ότι, αντίθετα, με λιγότερο κόψιμο δρόμου και περισσότερη αληθοφάνεια των γύρω γύρω είναι το ίδιο το όραμα που θα υπηρετούνταν αποτελεσματικότερα. Γιατί, παρόλους τους προαναφερθέντες αστερίσκους, το όραμα και υφίσταται και εικαστική δύναμη έχει και έναν πυρήνα αυθεντικού υπαρξιακού άγχους μεταδίδει ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Μπαίνουν σε ένα μπαρ ο Κρόνενμπεργκ, ο Ντέιβιντ Λιντς, ο Κιούμπρικ, ο Βερχόφεν, ο Ντε Πάλμα, κι ένα σωρό άλλοι, κι η Κοραλί Φαρζά βρίσκει μια ουσία, αναμιγνύει το DNA τους και μέσα από τα σώματά τους γεννάει την ταινία της.
Και η ταινία της δεν αποτελεί τερατογένεση, καθώς όλες αυτές οι επιρροές καταλήγουν σε ένα ομοιογενές σώμα, με κομμάτια από τη μια στα οποία είναι αδύνατον να αντισταθείς και ελλείψεις από την άλλη που το εμποδίζουν να φτάσει να είναι ένα ολοκληρωμένο από κάθε άποψη έργο. Ας πούμε θεωρώ ότι ούτε η Σου ούτε όμως και η Ελίζαμπεθ αποκτούν ποτέ στα αλήθεια χαρακτήρα, παραμένοντας ίσως σκέτα σύμβολα, κάτι που έχει επίδραση και στη δυναμική της μεταξύ τους σχέσης.
Ακόμα κι έτσι υπάρχει μια σκηνή στην οποία η Φαρζά δίνει τη δυνατότητα στην Ελίζαμπεθ να θυμίσει περισσότερο αληθινό άνθρωπο, με την αλληλεπίδρασή της να έχει να κάνει με το ραντεβού με έναν άλλο άνθρωπο, με έναν άλλο εκπρόσωπο του έξω κόσμου. Η Ελίζαμπεθ ετοιμάζεται για το ραντεβού της μπροστά στον καθρέφτη της κι εκεί το “Substance” σε αγγίζει πολύ και συναισθηματικά, εκεί η αναμφισβήτητη δύναμή του συγχρονίζεται με κάτι προσωπικό. Μια σκηνή που κατά πάσα πιθανότητα μόνο αν είσαι γυναίκα μπορείς να τη νιώσεις εντελώς στο πετσί σου, αλλά και που ως άντρας μια χαρά σε κλονίζει, έστω κι αν δεν μιλάει για κάτι τόσο δικό σου. Σε πειράζει κι εσένα η φθορά, σε πειράζει κι εσένα το πώς έγινες με το πέρασμα των χρόνων, σε πειράζει το πέρασμα της μπογιάς σου, αλλά ίσως σε πειράζει σε άλλο επίπεδο, κι ο βαθμός με τον οποίο θα ασχοληθείς είναι πολύ μικρότερος. Δεν σου ζήτησε ποτέ η κοινωνία να αστράφτεις από ομορφιά. Τα κατάφερες και χωρίς να είσαι όμορφος.
Για να φτάσουμε στο τελευταίο κεφάλαιο της ταινίας. Εκεί που η Φαρζά πετυχαίνει ταυτόχρονα δύο πράγματα, εξίσου σημαντικά: πρώτον, να μας προσφέρει ένα ντελίριο εικόνων χωρίς αυτοσυγκράτηση. Θα ήταν ούτως ή άλλως προς έπαινο αυτή η έλλειψη αυτοσυγκράτησης, αυτό το γενναίο όλα για όλα, ακόμα κι αν οι εικόνες χαώνονταν. Αλλά δεν χαώνονται. Λειτουργούν.
Δεύτερον και όχι λιγότερο σημαντικό: δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ντελίριο κενό περιεχομένου, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα θέαμα που απλά αυτοϊκανοποιείται με το εφέ του. Όχι, μπορούμε να συναντηθούμε κι εδώ, για μια δεύτερη φορά, με τη συγκίνηση. Και παραδόξως το “Substance” κινδυνεύει να πέσει θύμα του ίδιου του του εαυτού: είναι τόσο πολύ προσανατολισμένο στο να εντυπωσιάσει τον θεατή, πατώντας μάλιστα όπως είπαμε όχι και στα πιο στέρεα πόδια, που μπορείς κάλλιστα να το παρεξηγήσεις. Θα είναι κρίμα όμως. Γιατί κάτι έχει συμβεί, κάτι πάρα πολύ δυνατό κινηματογραφικά. Ένα σκουλαρίκι στο αυτί, ένα ψαλίδι για την μπούκλα, ένα φιλάρεσκο βλέμμα.
Στο «Λιοντάρι του Χειμώνα» η Κάθριν Χέπμπορν, πάλι μπροστά στον καθρέφτη, κοιτά τα χρυσαφικά της και τους λέει: «Θα σας κρεμούσα απ’ τις ρώγες, αλλά θα σοκάρατε τα παιδιά». Η Κοραλί Φαρζά δεν φοβάται να σοκάρει τους θεατές, αντιθέτως το επιδιώκει, αλλά το σοκ της εικονοποιεί έναν σάρκινο εφιάλτη, γυναικείο αλλά και πανανθρώπινο, διαχρονικής αποσύνθεσης και επικαιροποιημένης παραμόρφωσης, τον εφιάλτη της τερατογένεσης που είναι τα γηρατειά, εκεί που το πρόσωπό σου, το σώμα σου, τα βυζιά σου έχουν καταληφθεί από δυνάμεις στις οποίες όσο και να προσπαθείς να αντισταθείς είναι πια πάρα πολύ αργά.










