Την έχω δει σε παλιά βίντεο να διαδηλώνει, να μιλά σε συγκεντρώσεις, να φωνάζει μαζί με άλλες γυναίκες, με τα μακριά μαλλιά και εκείνη την εικόνα που έμελλε να γίνει εμβληματική. Χρόνια αργότερα την απόλαυσα στο The Glorias, την ταινία της Julie Taymor για τη ζωή της, να αποκτά ξανά σώμα και φωνή μέσα από διαφορετικές γυναίκες και διαφορετικές ηλικίες, κυρίως μέσα από την Alicia Vikander στα νεότερα χρόνια και την Julianne Moore στην ώριμη ηλικία. Ίσως γι’ αυτό, πριν ακόμη γνωρίσω σε βάθος τη διαδρομή της, η Gloria Steinem υπήρχε στο μυαλό μου πρώτα ως εικόνα.
Με τα χαρακτηριστικά aviator γυαλιά της, η Gloria Steinem έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του φεμινιστικού κινήματος. Η δημοσιογράφος, συγγραφέας και ακτιβίστρια που έμαθε σε γενιές γυναικών να αμφισβητούν όσα θεωρούσαν δεδομένα, πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 92 ετών.
Για περισσότερο από μισό αιώνα, εμφανίστηκε σε διαδηλώσεις, τηλεοπτικά στούντιο, πανεπιστήμια, πολιτικές συγκεντρώσεις και εξώφυλλα περιοδικών. Μια παρουσία σχεδόν συνώνυμη με τον αμερικανικό φεμινισμό της δεκαετίας του 1970. Μόνο που η ίδια δεν την έβλεπε έτσι.
Τον Ιανουάριο του 2026, μιλώντας για τη νεκρολογία που κάποτε θα γραφόταν για εκείνη, η Steinem παραδέχτηκε ότι τα μεγάλα γυαλιά και τα μαλλιά που πλαισίωναν το πρόσωπό της ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, ένας τρόπος να κρύβεται. Η γυναίκα που για εκατομμύρια άλλες γυναίκες είχε γίνει σύμβολο αυτοπεποίθησης δεν αισθανόταν πάντα άνετα με την εμφάνισή της. Στο βιβλίο της Revolution From Within το 1992, ένα βιβλίο αφιερωμένο στην αυτοεκτίμηση, είχε περιγράψει την εικόνα που κουβαλούσε μέσα της: ένα στρουμπουλό, μελαχρινό κορίτσι από το Τολέδο, υπερβολικά ψηλό και με ένα πρόσωπο πολύ πιο στρογγυλό απ’ όσο θα ήθελε.
Μια εξομολόγηση μάλλον παράδοξη για μια γυναίκα που έμελλε να γίνει τόσο αναγνωρίσιμη, αλλά ίσως και απολύτως συνεπής με όσα υπερασπίστηκε σε όλη της τη ζωή. Γιατί η Gloria Steinem πέρασε μεγάλο μέρος αυτής της ζωής προσπαθώντας να αποκαλύψει όσα κρύβονταν πίσω από τις εικόνες και τους ρόλους που η κοινωνία κατασκεύαζε για τις γυναίκες.

Η πρώτη εικόνα μιας γυναίκας
Πολύ πριν αποκτήσει τις λέξεις για να μιλήσει για την ανισότητα, η Gloria Steinem είχε δει τι μπορούσε να σημαίνει να είσαι γυναίκα μέσα από τη ζωή της ίδιας της μητέρας της. Γεννημένη το 1934 στο Τολέδο του Οχάιο, μεγάλωσε σε μια οικογένεια που απείχε από το πρότυπο της αμερικανικής οικογενειακής ζωής της εποχής. Ο πατέρας της ήταν πλανόδιος έμπορος και η οικογένεια ταξίδευε μεγάλο μέρος του χρόνου. Όταν οι γονείς της χώρισαν, η Steinem έμεινε με τη μητέρα της, Ruth, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, και έτσι από πολύ μικρή ανέλαβε μεγάλο μέρος της φροντίδας της.
Χρόνια αργότερα θα κοιτούσε τη ζωή της μητέρας της διαφορετικά. Η Ruth είχε υπάρξει δημοσιογράφος πριν από τον γάμο της, όμως εγκατέλειψε τη δουλειά της και σταδιακά έχασε την ανεξαρτησία που κάποτε διέθετε. Αργότερα, μέσα από τη δική της διαδρομή, η Steinem θα αναγνώριζε στην ιστορία της μητέρας της κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια προσωπική ιστορία: τις περιορισμένες επιλογές που είχε μια γυναίκα της γενιάς της.
Σπούδασε στο Smith College και μετά την αποφοίτησή της, το 1956, έζησε για δύο χρόνια στην Ινδία. Η εμπειρία αυτή, και ιδιαίτερα η επαφή της με γυναίκες και με μορφές συλλογικής πολιτικής δράσης, θα επηρέαζε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν αργότερα τον ακτιβισμό. Όταν επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήθελε να γίνει δημοσιογράφος. Αλλά η δημοσιογραφία των αρχών της δεκαετίας του 1960 είχε πολύ περιορισμένα όρια για το τι μπορούσε να γράψει μια νέα γυναίκα: μόδα, σχέσεις, lifestyle. Η Steinem ήθελε κάτι άλλο και σίγουρα κάτι περισσότερο.
Το 1963 θα ερχόταν μια εμπειρία που θα σημάδευε την πρώιμη δημοσιογραφική της διαδρομή. Για λογαριασμό του περιοδικού Show, μπήκε undercover στο Playboy Club της Νέας Υόρκης. Φόρεσε τη στενή στολή, τα ψηλά τακούνια, τα αυτιά και την ουρά του Playboy Bunny και εργάστηκε εκεί για να καταγράψει από μέσα τις συνθήκες εργασίας των γυναικών. Το αποτέλεσμα ήταν το περίφημο “A Bunny’s Tale“. Το ρεπορτάζ αποκάλυπτε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από τη λαμπερή φαντασίωση που πουλούσε το Playboy: χαμηλές αμοιβές, εξαντλητικές απαιτήσεις, σεξουαλικοποίηση και αυστηρό έλεγχο των σωμάτων των εργαζομένων. Το ρεπορτάζ την έκανε γνωστή. Παραδόξως, όμως, για ένα διάστημα δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο την προσπάθειά της να αντιμετωπιστεί ως σοβαρή δημοσιογράφος. Η γυναίκα που είχε μεταμφιεστεί σε «κουνελάκι» για να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι γυναίκες κινδύνευε τώρα να αντιμετωπίζεται η ίδια ως «κουνελάκι». Ήταν μια εμπειρία που προμήνυε κάτι που θα συνέβαινε ξανά και ξανά στη δημόσια ζωή της: η εμφάνισή της συχνά προηγούνταν των λέξεών της.

Από τη δημοσιογράφο στη φεμινίστρια
Η Steinem άρχισε να παρακολουθεί και να γράφει για το αναδυόμενο γυναικείο κίνημα. Το 1969 κάλυψε μια δημόσια συζήτηση για την άμβλωση στη Νέα Υόρκη και άκουσε γυναίκες να μιλούν ανοιχτά για εμπειρίες που μέχρι τότε θεωρούνταν αυστηρά προσωπικές. Η ίδια είχε κάνει άμβλωση στα 22 της, όταν βρισκόταν στο Λονδίνο. Χρόνια αργότερα θα αφιέρωνε τα απομνημονεύματά της My Life on the Road στον γιατρό που την είχε βοηθήσει τότε, θυμούμενη δύο πράγματα που της είχε ζητήσει: να μην αποκαλύψει το όνομά του και να κάνει στη ζωή της αυτό που πραγματικά ήθελε. Για εκείνη οι εμπειρίες που εκατομμύρια γυναίκες θεωρούσαν προσωπικές αποτυχίες ήταν συχνά αποτέλεσμα κοινωνικών δομών. Η εργασία. Τα χρήματα. Η μητρότητα. Η σεξουαλικότητα. Η άμβλωση. Η βία. Η ομορφιά. Ο γάμος. Το προσωπικό δεν ήταν απομονωμένο από το πολιτικό. Και για να αλλάξει το πρώτο, έπρεπε να αλλάξει και το δεύτερο. «Το πρώτο πρόβλημα για όλους μας, άνδρες και γυναίκες, δεν είναι να μάθουμε αλλά να ξεμάθουμε», έλεγε.
Το 1971, μαζί με άλλες φεμινίστριες, δημιούργησε το Ms., ένα περιοδικό που έμελλε να αλλάξει όχι μόνο τα γυναικεία έντυπα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική δημοσιογραφία μιλούσε για τις γυναίκες. Ακόμη και το όνομα ήταν πολιτική δήλωση. Το Ms. επέτρεπε σε μια γυναίκα να προσδιορίζεται χωρίς να δηλώνει εάν ήταν παντρεμένη ή ανύπαντρη – χωρίς, δηλαδή, η ταυτότητά της να εξαρτάται από τη σχέση της με έναν άνδρα. Στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν θέματα που μέχρι τότε σπάνια εμφανίζονταν στον Τύπο: η ενδοοικογενειακή βία, οι αμβλώσεις, οι μισθολογικές ανισότητες, η σεξουαλική παρενόχληση, η πολιτική εκπροσώπηση, ο ρατσισμός. «Όταν ξεκινήσαμε, δεν υπήρχε καν όρος για τη σεξουαλική παρενόχληση», συνήθιζε να λέει η Steinem. «Τη λέγαμε απλώς ζωή».
Στη δεκαετία του 1970 η Steinem βρέθηκε στο επίκεντρο του δεύτερου κύματος του αμερικανικού φεμινισμού μαζί με προσωπικότητες όπως η Betty Friedan, η Bella Abzug, η Shirley Chisholm και η Dorothy Pitman Hughes. Έδινε ομιλίες, ταξίδευε ασταμάτητα, συμμετείχε σε πολιτικές καμπάνιες, εμφανιζόταν στην τηλεόραση. Και φωτογραφιζόταν. Πολύ. Η φωτογενής νεαρή φεμινίστρια με τα μεγάλα γυαλιά ήταν ιδανική για τα μέσα ενημέρωσης. Αυτό της έδινε μια τεράστια δημόσια πλατφόρμα, αλλά έκρυβε και μια παγίδα. Η Steinem αγωνιζόταν εναντίον μιας κοινωνίας που αξιολογούσε τις γυναίκες με βάση την εμφάνισή τους, την ίδια στιγμή που η δική της εμφάνιση αποτελούσε διαρκές αντικείμενο σχολιασμού. Η ίδια γνώριζε καλά αυτή την αντίφαση. «Κάθε γυναίκα που επιλέγει να συμπεριφέρεται σαν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος», είχε πει, «πρέπει να ξέρει ότι οι στρατιές του status quo θα την αντιμετωπίσουν σαν ένα κακόγουστο αστείο». Και πρόσθετε: «Θα χρειαστεί την αδελφότητά της».
Η Gloria Steinem δεν σταμάτησε ποτέ να βλέπει τον φεμινισμό αποκλειστικά ως γυναικεία υπόθεση. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της σκέψης της ήταν ότι η απελευθέρωση των γυναικών απαιτούσε ταυτόχρονα μια διαφορετική αντίληψη για τους άνδρες. «Τώρα ξέρουμε ότι οι γυναίκες μπορούν να κάνουν ό,τι κάνουν οι άνδρες», έλεγε. «Αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι θα το δέχονταν. Δεν ξέρουμε όμως ακόμη ότι οι άνδρες μπορούν να κάνουν ό,τι κάνουν οι γυναίκες.» Η φροντίδα, η ανατροφή των παιδιών, η συναισθηματική εργασία, όλα όσα επί αιώνες χαρακτηρίζονταν «γυναικεία» έπρεπε, για εκείνη, να απελευθερωθούν επίσης από το φύλο. Ήταν ακόμη μία μορφή «ξεμαθήματος».

“In fact, everything we do counts.“
Για περισσότερο από έξι δεκαετίες, η Gloria Steinem έγραφε, μιλούσε, ταξίδευε, οργάνωνε, άκουγε. Συνέχισε να γράφει και να δίνει διαλέξεις ακόμη και μετά τα 90 της, ενώ τα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούσαν να αναζητούν τη γνώμη της. Υποστήριξε γυναίκες υποψηφίους, δικαιώματα αναπαραγωγής, LGBTQ+ δικαιώματα, φυλετική ισότητα και κοινωνικά κινήματα, επιμένοντας σε κάτι που επαναλάμβανε σε διαφορετικές μορφές σε όλη της τη ζωή: η πολιτική δεν βρίσκεται κάπου μακριά από την καθημερινότητά μας.
Στη διάρκεια της ζωής της έγραψε σχεδόν δώδεκα σημαντικά βιβλία non-fiction. Το τελευταίο της, An Unexpected Life, αναμένεται να κυκλοφορήσει στα τέλη Σεπτεμβρίου, λίγες μόλις εβδομάδες μετά τον θάνατό της. Στο σπίτι της στο Μανχάταν, όπου έζησε για περισσότερο από μισό αιώνα, διοργάνωνε ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ζωής της κύκλους συζητήσεων. Άνθρωποι κάθονταν μαζί για να μιλήσουν αλλά κυρίως, για να ακούσουν. Έπειτα από μια ζωή που την έκανε σύμβολο ενός ολόκληρου κινήματος, έμεινε πιστή σε μια απλή αλλά σπουδαία ιδέα: ότι τα κινήματα δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τους ανθρώπους που τα δημιουργούν. “The future depends entirely on what each of us does every day; a movement is only people moving”. Το μέλλον εξαρτάται από όσα κάνει καθημερινά ο καθένας μας. Ένα κίνημα δεν είναι παρά άνθρωποι που κινούνται.

