Ο Νοέμβριος μπήκε με τα φώτα στραμμένα στη -γεμάτη κόσμο- Θεσσαλονίκη και με τα γράμματα του 65ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης να έχουν βρει τη θέση τους ένα προς ένα στο Λιμάνι. Και εμείς βρεθήκαμε #μετοΦεστιβάλ για ακόμα μία χρονιά να ακολουθούμε τους ρυθμούς του, να χανόμαστε στις ιστορίες του, άλλοτε ολοκαίνουργιες που μόλις βγήκαν στην οθόνη και άλλοτε παλιές, κλασικές, που κουβαλούν μαζί τους τις αναμνήσεις μας.

«Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, το σινεμά μάς υπενθυμίζει ότι παρόλο που η τέχνη δεν μπορεί να μετακινήσει βουνά, το Φεστιβάλ έχει τη δύναμη να ενώσει τους ανθρώπους – κι αυτό είναι από μόνο του ένα μικρό θαύμα», επισημαίνει η γενική διευθύντρια του Φεστιβάλ, Ελίζ Ζαλαντό.

 

 

Όλα τα φώτα είναι εδώ λοιπόν για 11 μέρες, μιας και η ΔΕΗ στηρίζει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως στρατηγικός συνεργάτης, με το γυάλινο περίπτερο στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, την πλατεία Αριστοτέλους και τα φωτεινά box της έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες του φεστιβάλ, τα λεωφορεία και τις στάσεις τους ντυμένα στα κίτρινα και ροζ χρώματα της φετινής οπτικής ταυτότητας, να γεμίζουν ενέργεια την πόλη που εδώ και 65 χρόνια φωτίζει το σινεμά.

 

 

Με χιούμορ σε κάθε έναρξη και με ισότιμη πρόσβαση σε όλ@

 

Στην έναρξη του ΦΚΘ στο κατάμεστο Ολύμπιον, μια τελετή γεμάτη χιούμορ χάρη στους φετινούς παρουσιαστές, τους Cool Crips, Γρηγόρη Χρυσικό και Σπύρο Νταντανίδη, το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης φρόντισε να κάνει το μήνυμα της προσβασιμότητας φωτεινό και ηχηρό για την 65η χρονιά – ορόσημο της νέας εποχής μετά την ανακαίνιση του εμβληματικού κτιρίου του με νέα καθίσματα και την ανάδειξή του σε έναν καθολικά προσβάσιμο χώρο σε άτομα με μειωμένη κινητικότητα.

 

 

Ο κινηματογράφος οφείλει να είναι για όλ@, μια τέχνη μακριά από αποκλεισμούς καθώς «η προσβασιμότητα δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας, αλλά είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και ο σχεδιασμός, o οποίος δεν αποκλείει και γίνεται από κοινού, είναι το ζήτημα και το ζητούμενο», σημειώνει ο Σπύρος Νταντανίδης.

Ο δρόμος είναι μακρύς αλλά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι προς αυτή τη σωστή κατεύθυνση, αυτό διαπιστώνουν και εκείνοι, καθώς εκτός από το Ολύμπιον και την αίθουσα Πάνος Ζάννας, οι αίθουσες Τώνια Μαρκετάκη, Φρίντα Λιάππα, Τζον Κασσαβέτης, Σταύρος Τορνές και Τάκης Κανελλόπουλος είναι πλέον προσβάσιμες σε ανάπηρα και εμποδιζόμενα άτομα.

Παράλληλα οι παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν σε δομημένο περιβάλλον, σε συνδυασμό με τη διοργάνωση δύο καθολικά προσβάσιμων προβολών με ακουστική περιγραφή και υπότιτλους SDH, καθώς και την προβολή 23 ταινιών με προσαρτημένους ενδογλωσσικούς υπότιτλους.

 

 

Ο Γρηγόρης Χρυσικός και ο Σπύρος Νταντανίδης μοιράζονται μαζί μας ότι το σινεμά τους έχει σημαδέψει, τον καθένα με διαφορετικό τρόπο:

«Είναι κάπως κλισέ, κινηματογραφικά κλισέ. Βλέπετε, το σινεμά υπήρξε η πρώτη μου αγάπη», αναφέρει ο Σπύρος. «Γνωριστήκαμε ένα αυγουστιάτικο δειλινό στη Θάσο, σε ένα θερινό. Ο ήλιος έδυε, τα μαλλιά χρύσιζαν, το βλέμμα ήταν πιο ζεστό και δεν θυμάμαι σε ποια ταινία ήμουν, αλλά θυμάμαι αυτό το μούδιασμα στα δάχτυλα και τον κόμπο στο στομάχι. Αυτή η αγάπη δεν πήγε όπως οι υπόλοιπες, δηλαδή ευδοκίμησε, πήγε καλά, πήγε τόσο καλά που στα 17 γνώρισα την αγάπη στους γονείς μου και έτσι επισημοποιήθηκε η σχέση, πείθοντας τον Σάκη και την Ειρήνη, που είναι κάπου εκεί στο κοινό, να σπουδάσω κινηματογράφο και έτσι κατάφερα να βλέπω για μία εβδομάδα ακατάπαυστα ταινίες και αυτό να το θεωρώ μελέτη. Εντάξει μαμά, πέρασα τη Νομική για να φαίνεται ότι κάνω και κάτι σοβαρό στην οικογένεια, αλλά κοίτα σήμερα».

Ο Γρηγόρης παραδέχεται γελώντας ότι στον κινηματογράφο οφείλει τα πρώτα του δύο ψυχικά τραύματα: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι το χιούμορ είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε τα ψυχικά τραύματα, μπορούμε να πούμε ότι τόσο οι cool crips όσο και η καριέρα μου ως κωμικός παρουσιαστής οφείλουν την ύπαρξή τους στον κινηματογράφο. Η πρώτη μου ανάμνηση από κανονική ταινία είναι να κλαίω από φόβο πίσω από τον καναπέ του σπιτιού μου, όσο στην τηλεόραση έπαιζε η ταινία “Το Θωρηκτό Ποτέμκιν” και συγκεκριμένα αυτή τη σκηνή που τρέχουν πανικόβλητοι και πέφτουν από τις σκάλες. Από την άλλη, η πρώτη μου ανάμνηση από ταινία κινουμένων σχεδίων είναι πάλι να κλαίω από λύπη αυτή τη φορά, όταν ο Μουφάσα έπεφτε στη χαράδρα, στον “Βασιλιά των Λιονταριών”». 

Και από τις σινεματικές αναδρομές των Cool Crips, ζουμάρουμε στο πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ που κατακλύζεται από τέρατα και οικογένειες χάρη στα δύο αφιερώματα «ΕΜΕΙΣ, ΤΟ ΤΕΡΑΣ» και “Un-Family-ar” γιατί αφενώς «τέρατα δεν υπάρχουν μόνο στο σινεμά» και αφετέρου «Στον κόσμο του σινεμά, δεν μεγαλώνουμε ποτέ».

 

 

Καθώς οι Cool Crips μάς δίνουν ραντεβού στις γεμάτες και προσβάσιμες αίθουσες, τα φώτα σβήνουν και στην οθόνη του Ολύμπιον παίρνει θέση το “Maria” του Χιλιανού Πάμπλο Λαραΐν. H Αντζελίνα Τζολί αναμετριέται με τη Μαρία Κάλλας στις τελευταίες μέρες της ζωής της, όταν πια αποσύρεται στο Παρίσι με μοναδική συντροφιά την οικονόμο και καλή της φίλη Bruna Lupoli και τον μπάτλερ της, Ferruccio Mezzadri.

Με κάποια από τα γυρίσματα να έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα, η ιστορία της αρχίζει να ξετυλίγεται προς τα πίσω από το σημείο-μηδέν της 16ης Σεπτεμβρίου του 1977, όταν η μεγάλη ντίβα βρέθηκε στο πάτωμα του διαμερίσματος του σπιτιού της έχοντας αφήσει την τελευταία της πνοή μετά από καρδιακή προσβολή. Η σορός της αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στο Αιγαίο Πέλαγος.

 

©Pablo Larrain

 

Με το “Maria” ο σκηνοθέτης ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία μετά τη βιογραφία της Τζάκι Κένεντι-Ωνάση στην ταινία “Jackie” και της πριγκίπισσας Νταϊάνα στο “Spencer”. Παρακολουθούμε τα πίσω μπρος στη ζωή της, μια ζωή γεμάτη λάμψη αλλά και πόνο, την ψυχή πίσω από τον μύθο και η φωνή της στις μαγευτικές όπερες που ερμήνευσε μας οδηγούν σε αυτό το κινηματογραφικό ταξίδι με εκείνη να αναπολεί τις στιγμές της πάνω στη σκηνή εκεί ακριβώς που βιώνει «μια μέθη, μια ανάταση, σαν να φλέγεται η σκηνή», όπως την ακούμε να λέει.

Διανύει την πτώση της προσπαθώντας να διαχειριστεί τα προβλήματα που έχει πια με τη φωνή της και φαίνεται να της κοστίζουν πολύ, τον φόβο του θανάτου αλλά και τα τραύματα μιας ζωής από τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη θυελλώδη σχέση με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Τη βλέπουμε να τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο λίγο πριν τον θάνατό του στις 15 Μαρτίου του 1975, να φεύγει από την πίσω πόρτα και να δίνουν ραντεβού στην Αθήνα καθώς «ακόμα και στον θάνατό του ήταν το μυστικό του». Δύο χρόνια αργότερα μπορεί η φωνή της Divina να έσβησε αλλά είναι σαν να μην έφυγε ποτέ από τα αυτιά και τη μνήμη μας.

 

©Pablo Larrain
©Pablo Larrain

 

Με τον Ρέιφ Φάινς και τη Ζιλιέτ Μπινός και την πηγαία συγκίνηση δύο καλλιτεχνών που συνδέονται μέσα στα χρόνια

 

Ομολογουμένως η παρουσία του διδύμου Ζιλιέτ ΜπινόςΡέιφ Φάινς είναι αυτή που κατέκλυσε τις πρώτες μέρες του 65ου ΦΚΘ. Ξεκινώντας από τη βράβευσή τους με τον τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο σε μια τελετή στο Ολύμπιον γεμάτη από χειροκροτήματα, φλας και βαθιά συγκίνηση και από τους δύο, που δείχνει την εξίσου βαθιά και ουσιαστική σύνδεσή τους ως άνθρωποι και καλλιτέχνες.

«Η Ζιλιέτ Μπινός κι ο Ρέιφ Φάινς δεν είναι απλώς σπουδαίοι ηθοποιοί: είναι θαρραλέοι εξερευνητές των ανθρωπίνων αισθημάτων, πρωτοπόροι της τέχνης τους, αληθινοί αφηγητές μοναδικών ιστοριών. Έτσι, απόψε, σας τιμούμε και τους δύο, Ζιλιέτ και Ρέιφ, για την απαράμιλλη τέχνη σας, για το θάρρος και την αφοσίωσή σας, για την πλούσια πινακοθήκη χαρακτήρων που μας έχετε χαρίσει μέσα από το σινεμά. Σας ευχαριστούμε για τη μαγεία, το βάθος και την ανθρωπιά που φέρνετε στην τέχνη σας», σημείωσε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης.

 

 

Η πρώτη τους συνάντηση κινηματογραφικά ήταν το 1992 στα «Ανεμοδαρμένα ύψη» και τώρα βρίσκονται και πάλι ως Οδυσσέας και Πηνελόπη στην «Επιστροφή» του Ουμπέρτο Παζολίνι. Δύο καλλιτέχνες που βρίσκονται και χάνονται μέσα στην ξεχωριστή, φωτεινή πορεία του ο καθένας, αλλά που συνεχίζουν το “Dancing cheek to cheek” στην τέχνη τους.

Από τα πρώτα λόγια του Φάινς μέχρι το κλείσιμο του λόγου της Μπινός, κανένας από τους δύο δεν έκρυψε τα δάκρυά του, την πηγαία συγκίνησή του.

 

 

«Αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη και τιμή που βρίσκομαι εδώ, δίπλα σε αυτή τη σπουδαία γυναίκα. Είμαι πολύ χαρούμενος που μου δίνεται η δυνατότητα να μιλήσω για τη Ζιλιέτ και σας ευχαριστώ γι’ αυτό», αναφέρει ο Ρέιφ Φάινς. «Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να την ευχαριστήσω. Κάθε συνεργασία μαζί της μοιάζει με όνειρο. Είναι μια εξαιρετική καλλιτέχνιδα, που χαίρεσαι να περνάς χρόνο μαζί της. Είναι μια υπέροχη γυναίκα. Διοχετεύει μια πρωτόγνωρη και μοναδική ενέργεια. Είναι έμπνευση το να δουλεύεις μαζί της. Δίνει και μοιράζεται με έναν τρόπο που δεν τον έχω βιώσει με κανέναν άλλον ηθοποιό. Όπως βλέπετε, είμαι συγκινημένος γιατί την αγαπώ πάρα πολύ».

Και η Ζιλιέτ Μπινός συνεχίζει: «Σήμερα είναι μια πολύ ιδιαίτερη μέρα, καθώς μοιράζομαι αυτό το “γαμήλιο” βραβείο μαζί σου, Ρέιφ. Είμαστε δύο πολύ τυχεροί άνθρωποι. Μοιραζόμαστε έναν κοινό τόπο, την υποκριτική. Έναν τόπο όπου έχουμε τη δυνατότητα να μεταμορφωνόμαστε, να δείξουμε πώς μια πληγή μπορεί να μετατραπεί σε χαρά, πώς η απογοήτευση μπορεί να γίνει τόλμη, πώς ο φόβος μπορεί να μεταμορφωθεί σε ασφαλές καταφύγιο. Φίλε μου Ρέιφ, σου εύχομαι να βιώσεις μια αληθινή “επιστροφή” στην πιο χαρούμενη και οικεία προσωπική σου αλήθεια. Γνωρίζεις τι εννοώ με αυτό. Το να εργάζομαι μαζί σου είναι από μόνο του μια ανταμοιβή που γεμίζει την καρδιά και το μυαλό μου. Νιώθω σαν να σε γνωρίζω σε βάθος, κι όμως θέλω ακόμη να σε ανακαλύψω. Είσαι ένα μυστήριο γεμάτο αντιφάσεις, κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που σε αγαπώ. Όταν παίζουμε μαζί, δεν μπορούμε να κρυφτούμε πουθενά. Έτσι, το να φανερώνουμε τους εαυτούς μας είναι πάντα η καλύτερη επιλογή».

Και τα φώτα σβήνουν για την προβολή της δεύτερης στιγμής τους ως κινηματογραφικό δίδυμο, το 1996, τον εμβληματικό «Άγγλο Ασθενή» του Άντονι Μινγκέλα, που χάρισε Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου στη Ζιλιέτ Μπινός, και υποψηφιότητα για Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου στον Ρέιφ Φάινς και έχει μείνει στην ιστορία με τις κλασικές ιστορίες του σινεμά που καθόρισαν γενιές, συγκινώντας μέχρι και σήμερα.

 

 

Όταν η οθόνη του Ολύμπιον ανάψει ξανά θα μεταφερθούμε στην τελευταία τους συνάντηση στην «Επιστροφή» σε σκηνοθεσία του Ουμπέρτο Παζολίνι, που ξεδιπλώνει μια δική του μεταφορά της τελευταίας Ραψωδίας από την Οδύσσεια του Ομήρου, με την ταινία να αναμένεται να κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες στις 28 Νοεμβρίου.

Η Ζιλιέτ Μπινός ως Πηνελόπη, βασίλισσα μιας ρημαγμένης, πένθιμης γης και αιχμάλωτη στο ίδιο της το σπίτι υπό την πίεση των επίδοξων μνηστήρων να επιλέξει ένα νέο σύζυγο – βασιλιά. Είναι η προσωποποίηση της δύναμης – ψυχής, υφαίνει και ξηλώνει ιστορίες για να κρατήσει τον άντρα της ζωντανό, να προστατεύσει τον γιο της Τηλέμαχο και να υπερασπίζεται τη θέση της μέχρι τέλους.

Ο Ρέιφ Φάινς ως Οδυσσέας γυρίζει μετά από 20 χρόνια στην Ιθάκη αγνώριστος από τα σημάδια του πολέμου ακόμα και για τους αγαπημένους τους. Τον ακολουθούμε σε όλο το ταξίδι του και τις ψυχολογικές μεταπτώσεις, την εσωτερική πάλη από τη στιγμή που αντικρίζει το κατεστραμμένο βασίλειό του και τους δικούς του ανθρώπους κρύβοντας την ταυτότητά του και βιώνοντας τη θλίψη και τις ενοχές μετά την απουσία τόσων χρόνων, μέχρι να βρει το κουράγιο να πάρει την κατάσταση στα χέρια του προκειμένου να προστατεύσει την οικογένειά του και να συμφωνήσουν με την Πηνελόπη ότι «το παρελθόν σου θα γίνει παρελθόν μου και θα θυμηθούμε μαζί, θα ξεχάσουμε μαζί ξανά και μετά θα γεράσουμε μαζί».

 

 

«Την ταινία αυτή τη σκέφτομαι για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Δηλαδή, δέκα χρόνια περισσότερα από όσα χρειάστηκε ο Οδυσσέας για να πολεμήσει στην Τροία, να αποχωρήσει, να συνάψει ερωτικές περιπέτειες με τις πιο όμορφες γυναίκες της Μεσογείου, να σκοτώσει, σύμφωνα πάντα με τον Όμηρο, 108 μνηστήρες, και τελικά να καταλήξει στην αγκαλιά της Πηνελόπης. Να σημειώσω πως στην ταινία μας χρειάστηκε να σκοτώσουμε σαφώς λιγότερους», αναφέρει αστειευόμενος ο Ουμπέρτο Παζολίνι στη συνέντευξη Τύπου.

Και συνεχίζει: «Το σενάριο ζυμωνόταν και άλλαζε, μέχρι που ο Ρέιφ και η Ζιλιέτ αποφάσισαν να με συντροφεύσουν σε αυτό το ταξίδι. Ήταν πάντοτε μια ιστορία επανένωσης μιας οικογένειας. Ήταν πρωτίστως μια οδύσσεια του μυαλού και του πνεύματος και όχι μια γεωγραφική οδύσσεια. Αυτή είναι και η πραγματική εσωτερική πάλη του Οδυσσέα, και στην εξέλιξη του σεναρίου δόθηκε όλο και περισσότερη έμφαση στις εσωτερικές συγκρούσεις και στα προβλήματα της οικογένειας. Επικεντρωθήκαμε περισσότερο στους ανθρώπους, παρά στους μύθους».

 

 

Ο Ρέιφ Φάινς από την άλλη συμπληρώνει για τον Παζολίνι ότι: «Το όραμά του ήταν καθαρό και, μέσω ζυμώσεων και συζητήσεων, έφτασε σε ένα σημείο απόλυτης διαύγειας πριν περίπου τρία χρόνια. Όταν μας έγινε η πρόταση, η Ζιλιέτ κι εγώ ήμασταν στην Τζόρτζια των ΗΠΑ, ο ένας στη Σαβάνα και ο άλλος στην Ατλάντα. Συναντηθήκαμε, το συζητήσαμε και πήγαμε σε ένα βιβλιοπωλείο. Εκεί, αγοράσαμε την Οδύσσεια στην πιο πρόσφατη μετάφραση της Έμιλι Γουίλσον. Βγάλαμε λοιπόν μια σέλφι με το βιβλίο και τη στείλαμε στον Ουμπέρτο με λεζάντα “έτοιμοι!”», ενώ η Ζιλιέτ Μπινός προσέθεσε:

«Όταν προσκλήθηκα στον “χορό” του Οδυσσέα, ήμουν πολύ πρόθυμη να χορέψω. Ήταν όλα πολύ όμορφα: το γράψιμο, οι διάλογοι και, φυσικά, η ιδέα τού να δουλέψω πάλι με τον Ρέιφ… Ήταν γραφτό να κάνουμε αυτή την ταινία μαζί».

 

 

Στην «Επιστροφή» η επική ατμόσφαιρα δημιουργείται χωρίς εκπτώσεις, με τις καθηλωτικές ερμηνείες του ζευγαριού να σε παρασέρνουν στο σύμπαν της Οδύσσειάς τους. Υπήρχαν δυσκολίες, σημειώνουν και οι δύο πρωταγωνιστές.

«Η δυσκολία ήταν να κατανοήσω την εκδοχή του Ουμπέρτο», τονίζει ο Φάινς. «Μια εσωτερική οδύσσεια. Ένας άντρας που φτάνει σπίτι μετά κόπων και βασάνων, χωρίς να είναι σίγουρος αν μπορεί να μείνει εκεί. Ένας άντρας πνευματικά διαλυμένος από όλες τις δυσκολίες του ταξιδιού, ένα εσωτερικό ταξίδι που περνά μέσα από την Πηνελόπη, με την οποία βρίσκεται σε ένα τραγικό αδιέξοδο, καθώς είναι ανήμποροι να επανασυνδεθούν ψυχικά έπειτα από όλα όσα έχουν περάσει. Ο Ουμπέρτο κατόρθωσε να προσδώσει ψυχολογικό βάθος στους ήρωές του, προσφέροντάς μας μια όμορφη πρόκληση».

Για τη Ζιλιέτ Μπινός, η μεγαλύτερη δυσκολία της Πηνελόπης είναι να διατηρήσει την ψυχική της υγεία: «Η Πηνελόπη αντιμετωπίζει έναν καθημερινό εφιάλτη, προσποιούμενη πως όλα είναι εντάξει. Είναι πολύ πιο περίπλοκη από μια γυναίκα που απλώς περιμένει τον άντρα της να επιστρέψει. Πρέπει να χρησιμοποιήσει έναν πονηρό τρόπο να αντιμετωπίσει τη σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας. Δεν αντιμετωπίζεις τον διάβολο ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά πλαγίως. Κι έτσι, καταφέρνει να διαχειριστεί μια κατάσταση που διαφορετικά θα τη διέλυε».

Ο Οδυσσέας γνωρίζει πως πρέπει να καταφύγει στη βία και ζει με το ψυχολογικό κόστος αυτού, όπως λέει ο Φάινς: «Είναι μια φοβερή παραβίαση της ανθρωπιάς του, που κρύβει μέσα της ένα αμείλικτο ερώτημα: πότε είναι επιτρεπτό να ασκήσεις βία για να πάρεις αυτό που θέλεις; Προς το τέλος, θέλουμε όλοι να πάρει πίσω το σπίτι του από τους μνηστήρες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μοχθηρές δυνάμεις που έχουν αρπάξει κάτι που δεν τους ανήκει. Συχνά επιστρέφω στο κείμενο του Μπαγκαβάτ Γκίτα, όπου ο Κρίσνα μιλάει στον πολεμιστή πρίγκιπα Αρτζούνα για το ιερό του καθήκον να πολεμήσει. Το πεπρωμένο μας και ο προορισμός μας είναι πάντα μεγαλύτερα από τις μικρές μάχες που μας φοβίζουν. Πιστεύω πως ο Οδυσσέας πρέπει κι αυτός να περάσει σε αυτή τη ζώνη της βίας για να ολοκληρώσει το ιερό του καθήκον».

Από την άλλη για την Μπινός: «Η Πηνελόπη, ακόμη και ως αρχέτυπο, είναι μια πολύ μοντέρνα γυναίκα. Κάνει το δικό της ταξίδι και έρχεται αντιμέτωπη με το τι σημαίνει να έχεις πίστη. Η υπομονή που απαιτείται από αυτή τη γυναίκα είναι απέραντη. Αν προσπαθήσουμε να παραλληλίσουμε την ιστορία με τα σημερινά δεδομένα, θα λέγαμε πως πρόκειται για μια προσπάθεια συντονισμού και επανένωσης της θηλυκής και της αρσενικής μας πλευράς, αλλά και μια απόπειρα επιστροφής στην ουσία, στην καρδιά του εαυτού μας, στο σπίτι. Ως εκ τούτου, αν και κλασικό έργο, παραμένει πιο μοντέρνο από ποτέ», καθώς όπως λέει και ο Φάινς:

«Όλοι μας με έναν τρόπο αναζητούμε την προσωπική μας Ιθάκη, τον εαυτό μας. Η Οδύσσεια μιλάει σε όλους μας, για τον αγώνα της επιστροφής. Όλοι βρισκόμαστε σε κάποιο ταξίδι κι η επιστροφή είναι το ερώτημα που κουβαλάμε μέσα μας».

 

 

Τι κρατούν όμως σαν φυλαχτό από αυτή τη συνάντησή τους, από αυτή την «Επιστροφή»;

Ο Ουμπέρτο Παζολίνι απαντά ότι: «Κάποιες φορές, απλώς λες “πάμε” και βλέπεις το αποτέλεσμα να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια σου. Ηθοποιοί σαν τον Ρέιφ και τη Ζιλιέτ σού δίνουν περισσότερη περιπλοκότητα απ’ όση θα μπορούσες να ζητήσεις ποτέ. Ζω για τις συνδέσεις που συνάπτουν οι μεγάλοι ηθοποιοί μεταξύ τους αλλά και με το κείμενο».

Η Ζιλιέτ Μπινός μιλά για την τελευταία τους ίσως συνάντηση στην οθόνη: «Πλησιάζουμε σε μια ηλικία που αρχίζουμε να πιστεύουμε πως ίσως είναι η τελευταία μας ταινία μαζί. Δεν μπορώ να διαλέξω μία και μόνο στιγμή. Άλλωστε, κάθε στιγμή είναι σημαντική για μένα στο σινεμά. Δεν γυρίζω ταινίες για μένα, τις κάνω για εσάς, για την ανθρωπότητα και τη δυνατότητα να συμμετάσχουμε όλοι σε κάτι».

Με τον Ρέιφ Φάινς να κλείνει: «Κάποιες φορές έχεις απλώς να παίξεις έναν ρόλο. Το νόημα το βρίσκεις στην πορεία και δεν μπορείς να το εκφράσεις ακριβώς. Όταν η Ζιλιέτ αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί μας στην Επιστροφή, ένιωσα ότι θα βιώσουμε μια βαθιά εμπειρία. Κάποιοι ρόλοι είναι πράγματι αδύνατον να περιγραφούν».

 

 

Με τις ιστορίες που συγκινούν, που κινητοποιούν, που αφουγκράζονται το τώρα και το χθες του σινεμά

 

Οι ιστορίες που παρακολουθήσαμε στις οθόνες του φετινού φεστιβάλ μας συγκίνησαν, μας έκαναν να γελάσουμε, να απογοητευτούμε, να κινητοποιηθούμε, να αφουγκραστούμε το τώρα και το χθες του σινεμά και των ανθρώπων του.

Φέτος τα τέρατα είχαν την τιμητική τους, ένα από αφιερώματα του φετινού προγράμματος, και η παλαιότερη ταινία τους έρχεται από το 1932 και το σκηνοθετικό βλέμμα του Τοντ Μπράουνινγκ στο “Freaks”. Θεωρείται master των ταινιών τρόμου με τη ματιά του να πέφτει στην ιδιαιτερότητα του ανθρώπου και τις σκοτεινές πλευρές της πραγματικότητας και τις περισσότερες ταινίες του να έχουν χαθεί καθώς ανήκαν στον βωβό κινηματογράφο.

 

 

Το “Freaks” θεωρήθηκε από τις πιο μοντέρνες ταινίες της εποχής χρησιμοποιώντας τεχνικές που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 και του ’60, τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και στην Αμερική και στην Ευρώπη, για να δημιουργήσουν το στοιχείο του τρόμου.

Ο Τοντ Μπράουνινγκ ξετυλίγει μια ιστορία σε ένα τσίρκο, τα περισσότερα μέλη του οποίου έχουν γεννηθεί με κάποια σωματική παραμόρφωση, εμπνευσμένος από τη ζωή του καθώς στα 16 του δραπέτευσε από μια οικογενειακή ζωή – βασανιστήριο και ακολούθησε ένα τσίρκο που ταξίδευε σε ολόκληρη τη χώρα. Για 13 χρόνια εργαζόταν ως κλόουν και καλλιτέχνης του βοντβίλ, ενώ αργότερα στράφηκε στο σινεμά.

Στο μυαλό μας το τέρας έχει συνδεθεί με ένα πλάσμα απόκοσμο, ασυνήθιστο, διαφορετικό, τρομακτικό. Εκείνος εστιάζει στην κοινότητα των τεράτων – ανθρώπων με ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο να υποβόσκει περί «φυσιολογικότητας ή μη».

 

 

Παρακολουθώντας τον κόσμο των freaks, η πραγματικά φρικιαστική όψη της πραγματικότητας και το τέρας του πολέμου δεν αργεί να έρθει μπροστά στα μάτια μας για ακόμα μια φορά μέσα από 22 μικρούς μήκους ταινίες από σκηνοθέτες της Λωρίδας της Γάζας. Το πρότζεκτ έχει τίτλο «Απ’ το σημείο μηδέν» και ξεκίνησε από μια πρωτοβουλία του Παλαιστίνιου σκηνοθέτη Ρασίντ Μασαράουι, με στόχο να προσφέρει μια πλατφόρμα στους νέους καλλιτέχνες για να εκφραστούν μέσα από την τέχνη τους.

3 με 6 λεπτά αρκούν για να νιώσεις το συναίσθημα να σε τρυπάει, τη συνειδητοποίηση να σε ξεπερνάει μπροστά σε ένα ψηφιδωτό ιστοριών, από τις δυσκολίες και τραγωδίες στις στιγμές ελπίδας, χαράς και αντοχής που συνθέτουν το τώρα στη Γάζα, άλλα ιδωμένα μέσα από τη μυθοπλασία, το ντοκιμαντέρ και το docu-fiction και άλλα από το είδος του animation και του πειραματικού σινεμά.

 

 

Όπως και η ζωή, οι ιστορίες προχωρούν, εναλλάσσονται και σειρά έχει το «Την έλεγαν Μαρία» της Ζεσικά Παλούντ που δίνει φως σε μία από τις στιγμές του κινηματογράφου, όπου τα όρια ξεπεράστηκαν. Η Μαρία είναι η Μαρία Σνάιντερ, την οποία ενσαρκώνει η Anamaria Vartolomei και την ακολουθούμε από τα πρώτα της βήματα μέχρι τον πρωταγωνιστικό ρόλο πλάι στον Μάρλον Μπράντο, που ενσαρκώνει ο Ματ Ντίλον, στο «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι» (1972) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, τη σκηνή που «ένιωθε σαν να την βίαζαν ταυτόχρονα και οι δύο μαζί», στην πάλη με τον εθισμό και τα τραύματά της. Σε μια εποχή που το cancel culture δεν υπήρχε, ο Μπερτολούτσι ήθελε να βλέπει μόνο τους χαρακτήρες του, αδιαφορώντας για τον ψυχισμό των ανθρώπων πίσω τους.

 

 

Το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στρέφει τον προβολέα και σε ταινίες με πρωταγωνιστές που δεν είναι επαγγελματίες, που δεν είναι ηθοποιοί και με τις ερμηνείες τους να μας παρασέρνουν. Από τη μία η ελληνική, το «Κυνήγι» του Χρήστου Πυθαρά με κεντρικό ήρωα τον Γιάννη, έναν μοναχικό σιδερά, που βρίσκει ευχαρίστηση στο κυνήγι και στην κατασκευή χειροποίητων κοσμημάτων, βιώνει το πένθος μετά τον θάνατο της μητέρας του και συγκρούεται με τον γείτονά του καθώς καταλαβαίνει ότι κακομεταχειρίζεται τον σκύλο του.

 

 

«Ο Γιάννης Μπελής δεν είναι ηθοποιός, αλλά ένας άνθρωπος που μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά με τον ήρωα που υποδύεται. Είναι σιδεράς, κυνηγός, φτιάχνει χειροποίητα κοσμήματα από ασήμι και έχει καταγωγή από χωριό της υπαίθρου. Το σενάριο γράφτηκε όλο πάνω του, εκείνος δέχτηκε με τον πιο φυσικό τρόπο να συμμετέχει σε κάτι τελείως άγνωστο για αυτόν και η ιστορία της ταινίας έπειτα παίρνει μια μυθοπλαστική κατεύθυνση. Ο λόγος που με αφορά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η αναγνώριση της προσπάθειάς του είναι γιατί νομίζω ότι η ερμηνεία του Γιάννη, ενός ανθρώπου που έρχεται από τελείως διαφορετικό περιβάλλον και κόσμο, θεωρώ ότι είναι μία από τις σπάνιες ανδρικές ελληνικές ερμηνευτικές στιγμές – που φέρει την ωμή ενέργεια ενός μη ηθοποιού και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει τις φορές που συναντάμε κάτι αντίστοιχο στο σινεμά», σημειώνει ο σκηνοθέτης και όσα λέει τα βλέπουμε να αντικατοπτρίζονται στην οθόνη.

Μέσα από πλάνα που τρέμουν, εικόνες από την καθημερινότητά του, την απλότητα της επαρχίας, το πένθος του και όσα κουβαλάει, η αυθεντικότητα και η αλήθεια του Γιάννη ακτινοβολούν.

 

 

Από την άλλη το “Come closer”, το ντεμπούτο της Ισραηλινής Tom Nesher, μια πολύ προσωπική ιστορία με πρωταγωνίστριες τις Lia Elalouf και Darya Rosenn στην πρώτη τους ταινία.

Όταν ο αγαπημένος αδερφός της Εντέν πεθαίνει σε ένα φρικτό δυστύχημα, ανακαλύπτει την ύπαρξη ενός κοριτσιού με το οποίο έβγαιναν κρυφά και επιδιώκει να έρθει κοντά της. Η αγάπη ή το πένθος είναι αυτό που πλέκει την επαφή των δύο κοριτσιών με τις τόσο διαφορετικές προσωπικότητες;

«Η μία είναι μια τίγρης και η άλλη ένα κουνελάκι, και έχει πολύ ενδιαφέρον να τα βάζεις στο ίδιο δωμάτιο, να δεις τη δυναμική και τη διάδραση ανάμεσά τους», σημειώνει η σκηνοθέτιδα.

«Ένιωσα ότι αυτές οι δύο ηρωίδες έπρεπε να γνωρίσουν καλά η μία την άλλη, έτσι ώστε να μπορέσουν να φτάσουν σε μια αποδοχή και σε μια συγχώρεση της μίας προς την άλλη. Επίσης με το “come closer” προσκαλώ τον θεατή να έρθει πιο κοντά και να πλησιάσει αυτές τις δύο ηρωίδες και ειδικά την αδελφή, καθώς είναι ένα φοβερά μοναχικό άτομο».

 

 

Ο τρόπος που εξελίσσεται η σύνδεση των δύο κοριτσιών, από το μακριά στο κοντά και πάλι πίσω, οι διαφορετικές ποιότητές τους, η νεανική ψυχή τους και ο τρόπος που δρα στην απώλεια, στην πάλη για την αποδοχή δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που σε μαγνητίζει και δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους.

 

 

«Είχα πάντα από μικρή ένα όνειρο να γίνω σκηνοθέτιδια και μάλιστα να κάνω ταινίες για έφηβους, για νέους, όσο ακόμα είμαι η ίδια νέα. Έτσι ξεκίνησα να γράφω αυτό το σενάριο, όμως, όταν ο αδερφός μου έφυγε από τη ζωή έξι χρόνια πριν, με τον οποίο ήμασταν πάρα πολύ κοντά, είχαμε μια πολύ στενή σχέση και δουλεύαμε μαζί, δεν μπορούσα παρά να γράψω για αυτή την απώλεια και όλον τον πόνο, το τραύμα και την οδύνη μέσα στην ταινία την οποία ετοίμαζα. Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε και ολοκληρώθηκε, μόλις ένα χρόνο μετά τον χαμό του αδελφού μου», περιγράφει η σκηνοθέτιδα.

«Όταν θέλεις να αφηγηθείς μια τόσο προσωπική ιστορία, δεν σκέφτεσαι καθόλου τι θα πει ο ένας και ο άλλος, τι θα πει το κοινό, τι θα πουν στις ειδήσεις… Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να πεις την προσωπική ιστορία με τρόπο που θα είναι ωφέλιμος όχι μόνο για σένα, αλλά και για τον θεατή, δηλαδή κινηματογραφικά ωφέλιμος. Αν έκανα αυτή την ταινία αμέσως με το που είχε πεθάνει ο αδερφός μου, θα ήταν ωφέλιμη μόνο για μένα με όρους ψυχοθεραπευτικούς… Στην αρχή δεν ήξερα με ποιο τρόπο να δώσω λύση στην ηρωίδα, που θα καταλήξει. Όμως ήμουν σε ένα πολύ σκοτεινό δωμάτιο και έπρεπε να δώσω κάποιο φως να βρω μια φωτεινή διέξοδο για την ηρωίδα μου. Και έτσι έφτασα στο φινάλε».

Και όσο το φινάλε της 65ης χρονιάς του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πλησιάζει, θα επιστρέφουμε σε αυτές τις πρώτες μέρες #μετοΦεστιβάλ για τις σπουδαίες ιστορίες που δεν χρειάζονται μεγάλα ονόματα στην υπογραφή τους και για τους μεγάλους καλλιτέχνες, όπως η Ζιλιέτ Μπινός και ο Ρέιφ Φάινς, που είδαμε να εκφράζουν συγκινημένοι επί σκηνής την αγάπη και τον θαυμασμό ο ένας στον άλλον.

 

 

Η ΔΕΗ στηρίζει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως στρατηγικός συνεργάτης – Για να είμαστε όλ@ ένα #μετονπολιτισμό