Στη φυλή των Άσματ πιστεύουν ότι οι κροκόδειλοι αυτοί είναι μετενσαρκώσεις κακών ανθρώπων, κακών ανθρώπων που έχουν βλάψει τη φυλή στο παρελθόν. Είναι όλο ένας κύκλος. Κυκλικό κακό. Οπότε οι άνθρωποι της φυλής κυνηγούν αυτούς τους κροκόδειλους και τους σκοτώνουν για να σταματήσουν το κακό. Fianna Devlin, Ο τρόμος του κροκόδειλου

 «Αν δεν μπορώ να χορέψω, δεν θέλω να είμαι μέρος της επανάστασής σας». Έμμα Γκόλντμαν

«Κάποιος στο βάθος της αίθουσας έβγαλε μια κραυγή, κι αμέσως άρχισε ο πανικός. Όλοι όρμησαν έντρομοι προς την έξοδο. […] Κι όπως κατέφθαναν όλο και περισσότεροι, είδα τους πρώτους να συνθλίβονται από το πλήθος και να μην μπορούν να αναπνεύσουν. Της ξέφυγε ένα χαχανητό, ήταν το γέλιο μιας τρελής: θριαμβικό και σατανισμένο, νικηφόρο και φοβισμένο» Κάρι, Στίβεν Κινγκ [Εκδ. Κλειδάριθμος]

 

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στη Βόρεια Ιρλανδία, η Fianna Devlin ,που έχει προσχωρήσει στον ιρλανδικό επαναστατικό στρατό, θα επιστρέψει στο πατρικό της στο Νότιο Αρμάγκ της Βόρειας Ιρλανδίας. Ύστερα από 11 χρόνια απουσίας θα βρεθεί αντιμέτωπη με την αδερφή της, ακάλεστη και ανεπιθύμητη. Έχοντας περάσει οκτώ χρόνια στη φυλακή, καταδικασμένη για τον εμπρησμό του πατρικού της σπιτιού κατά τον οποίο η μητέρα της απανθρακώθηκε. Θα επιστρέψει νομίζοντας ότι ο πατέρα τους, τον οποίον φρόντιζε στωικά, η αδερφή της Alannah- παρόλο που εκείνος ασελγούσε συστηματικά και στις δύο αδερφές κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας -, έχει πεθάνει.

Οι μνήμες της βάναυσης και ακραίας βίας που έχουν υποστεί ξυπνούν. Οι δύο αδερφές, αν και ο χρόνος και τα γεγονότα τις έχουν αποξενώσει, θα καταφέρουν να μετατρέψουν τη συνάντησή τους σε μια απελπισμένη κραυγή για δικαιοσύνη αποδεικνύοντας ότι έχουν μια σχέση βαθιάς αγάπης και αλληλεγγύης. Η συνάντηση των δύο αδερφών θα καταλήξει σε μια εκστασιακή, βακχική νύχτα εκδίκησης με αλκοόλ, ξέφρενο χορό και τραγούδια της δεκαετίας του ’80. Η Νέμεση θα αποδοθεί. Το λουτρό αίματος θα αφήσει ερείπια. Δύο ανθρώπινα ερείπια. Ο δρόμος θα είναι ανεπίστρεπτος.

 

 

Το έργο

 

Η Μέγκαν Τάιλερ θα γράψει έναν τερατικό αιματοβαμμένο χορό απελευθέρωσης, όπου ο βρυχηθμός του αδικημένου θα ηχήσει εκκωφαντικά. Θα μας προσφέρει  μια σκοτεινή, βιτριολική, εκρηκτική, ξέφρενη, πολλές φορές και ξεκαρδιστική μαύρη κωμωδία αιχμηρή σαν λεπίδα, με ένα παράλογο, σκοτεινό χιούμορ που στην καρδιά της κρύβει ένα βαρύ ψυχολογικό δράμα.

Η ιστορία θα κινηθεί σε δυο επίπεδα: από τη μία διηγείται μια ιστορία ακραίας ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης με βαθύ, ανεξίτηλο αποτύπωμα τραύματος στα θύματα, την οποία, όμως, επεκτείνει σε μια πολιτική αλληγορία. Αναφέρεται στις «ταραχές» (Troubles), τη βίαιη  σύγκρουση από το 1968 έως το 1998 στη Βόρεια Ιρλανδία μεταξύ των προτεσταντών, που επιθυμούσαν η επαρχία να παραμείνει μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ρωμαιοκαθολικών που ήθελαν τη Βόρεια Ιρλανδία να γίνει μέρος της δημοκρατίας της Ιρλανδίας[…]. Χαρακτηρισμένη από οδομαχίες, συγκλονιστικούς βομβαρδισμούς, επιθέσεις ελεύθερων σκοπευτών, οδοφράγματα και εγκλεισμό χωρίς δίκη, η αντιπαράθεση είχε τα χαρακτηριστικά ενός εμφυλίου πολέμου, παρά την κατηγοριοποίησή της ως «σύγκρουση χαμηλής έντασης». Περίπου 3.600 άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 30.000 τραυματίστηκαν.

«Υπήρχαν τρία σημεία καταπίεσης στη Βόρεια Ιρλανδία στα τέλη της δεκαετίας του ’80…Η καταπίεση από την Καθολική Εκκλησία, η καταπίεση από τον Βρετανικό Στρατό και η καταπίεση από τους άνδρες στο σπίτι της οικογένειας», θα πει σε συνέντευξή της στην Eliza Gearty. Σε ερώτηση της δημοσιογράφου γιατί ο σημερινός θεατής να ενδιαφερθεί για ένα έργο που εκτυλίσσεται στη Βόρεια Ιρλανδία του 1980;  Η Μέγκαν Τάιλερ θα απαντήσει αποστομωτικά: «Επειδή είναι μία κραυγή. Μία οργισμένη κραυγή, απέναντι σε έναν κόσμο που απλά είναι τόσο σκατά».

 

 

Οι συντελεστές

 

Το αποτύπωμα της σκηνοθεσίας του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είναι αχνό και υποτάσσεται πλήρως στις δυναμικές του κειμένου. Θα εκκολάψει δυο λαμπρές γυναικείες ερμηνείες, από την άλλη όμως θα υποθάλψει δύο υποτονικές ανδρικές. Τεχνικά θα υπερασπιστεί τις ακραίες εναλλαγές ρυθμού διατηρώντας αμείωτη την ακρίβειά τους, χωρίς να διαρραγεί στο ελάχιστο το παραστασιακό τέμπο.

Θα καθοδηγήσει δε, με αισθητική ποιότητα και μέτρο το ξέφρενο, βακχικό μέρος του έργου διατηρώντας τον βαθύ δραματικό του πυρήνα αλώβητο.

Σημαντική συνεισφορά του ότι διατηρεί την αξιόλογη ρεπερτοριακή παράδοση του Θεάτρου του Ν. Κόσμου να γνωρίζει στο αθηναϊκό κοινό άγνωστα, νέα σημαντικά έργα της σύγχρονης δραματουργίας, παράδοση που ξεκίνησε όταν ο ίδιος σκηνοθέτησε τη Βρωμιά (1993) του Robert Schneider το 1997, με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη.

Η μετάφραση του Αλέξανδρου Σφακιανάκη ευθύβολη, σκληρή, άμεση, ζωντανή, και ρέουσα, με τη δυναμική του καθημερινού λόγου να βοηθά τους ηθοποιούς στην ευθύβολη σκηνική άρθρωσή του συνεισφέροντας στο συνολικό παραστασιακό αποτέλεσμα.

Οι φωτισμοί της  Εβίνας Βασιλακοπούλου συμπορεύονται αρμονικά με τα παραστασιακά ζητούμενα. Η μουσική παίζει σημαίνοντα ρόλο στο συναισθηματικό αποτύπωμα των ηρωίδων. Η δουλειά πάνω στη μουσική σύνθεση του Γιώργου Πούλιου είναι συγκινητική.

Η επιμέλεια κίνησης και οι χορογραφίες της Ξένιας Θέμελη είναι θεμέλιος λίθος του παραστασιακού εγχειρήματος και το συναρπαστικό σκηνικό αποτέλεσμα της οφείλει πολλά. Οι σκηνογραφίες σε όλες τις μέχρι τώρα παραστασιακές εκδοχές του έργου υποτάσσονται στις εξαντλητικά αναλυτικές σκηνικές οδηγίες που επιβάλλει το σημείωμα στην αρχή του έργου. Η σκηνογραφία της Μαγδαληνής Αυγερινού εκκινεί από μια ρεαλιστική βάση κατά τη γνώμη μου ορθά, ώστε να αιφνιδιαστούμε από την αναπάντεχη, τερατώδη και γκροτέσκ σκηνική τροπή της υπόθεσης. Αναπτύσσει δε, με τη σκηνογραφία της μια ενδιαφέρουσα διαλεκτική του χώρου σε σχέση με τις σκηνογραφίες που έκαναν οι συναδελφοί της, Grace Smart (traverse theatre Edinburgh Fringe Festival) και Tony Ferrieri (barebones productions) για το ίδιο έργο. Και  υπ’ αυτό το πρίσμα η σκηνογραφική της κατάθεση είναι διαυγής, λειτουργική και ενισχυτική προς τα ζητούμενα του έργου, παράλληλα όμως καταφέρνει να διατηρήσει το προσωπικό καλλιτεχνικό της ιδίωμα.

 Οι ειδικές κατασκευές του Αλέκου Μπουρελιά είναι ένα από τα αδύναμα σκηνικά συμφραζόμενα,   που συγχέουν το γκροτέσκ με την κακή αισθητική. Με αποκορύφωμα το πελώριο κινούμενο ομοίωμα του κροκόδειλου. Αισθάνομαι ότι απαιτούνταν άλλου τύπου έμπνευση για να αποδώσει την κειμενική επιταγή.

 

 

Οι ερμηνείες

 

Ανήμπορος πλέον, και παράλυτος ο άλλοτε στυγνά κακοποιητικός πατέρας, σκορπά ακόμα ρίγη φόβου στις δυο του κόρες, καθώς οι ήχοι της παρουσίας του από τον δεύτερο όροφο- όπου είναι εγκλωβισμένος -φτάνουν στον πρώτο όροφο που βρίσκονται τα κορίτσια και τις παραλύουν (συνθήκη με την οποία η συγγραφέας κάνει αναγωγές στο έργο «Ο Ορφέας στον Άδη» του Τ.Ουίλλιαμς όπου ο ανάπηρος σύζυγος της Λέηντυ, βρίσκεται εγκλωβισμένος στον δεύτερο όροφο και αποτελώντας μια τρομακτική απειλή που τελικά επιβεβαιώνεται).

Όταν ο πατέρας θα καταδυθεί έρποντας στις σκάλες στον πρώτο όροφο οι κόρες του θα παραλύσουν από τον πανικό και τις μνήμες του τραύματος. Ο ρόλος αντιστικτικά γραμμένος από τη συγγραφέα (αδύναμος τώρα-βασανιστής παλιότερα) προσφέρει εξαιρετικές δυνατότητες δημιουργίας μιας σπάνιας υποκριτικής κατάθεσης τις οποίες ο Δημήτρης Γεωργαλάς δεν αξιοποιεί, παρουσιάζεται υποτονικός και αμήχανος. Περιορίζεται μόνο στο περίγραμμα του ρόλου. Χάνοντας την ευκαιρία να δημιουργήσει κάτι υποκριτικά αξιομνημόνευτο.

Και ο Θοδωρής Λαμπρόπουλος στην ολιγόλεπτη παρουσία του ως Άγγλος Στρατιώτης, παρουσιάζεται άνευρος και ασυντόνιστος.

 

 

 Η Σύρμω Κεκέ, στον ρόλο της Αλάννα και η Άννα Καλαϊτζίδου ως Φιάννα δημιουργούν μια συγκινητική σκηνικά αδερφική σχέση. Διανύουν μια μακρά και απαιτητική υποκριτική διαδρομή: Από την αποξένωση, στον καυγά, στις κοινές μνήμες και τελικά στη συμφιλίωση και στη βαθιά αδερφική αλληλεγγύη. Η υποκριτική τους δεινότητα μας προσφέρει ανάγλυφα τη βιογραφία των ρόλων, την παιδική τους ηλικία, τους προσωπικούς τους κώδικες, τους τρόπους που βρήκαν να αντέχουν το τραύμα και να συμπορεύονται με την αδυσώπητη κακοποίηση στα παιδικά και τα εφηβικά τους χρόνια. Τα παρατσούκλια, τις μουσικές, τα πειράγματα, τη ζωή που εφευρίσκαν για να αντέχουν τον ζόφο. Απλώς έξοχες.

Η Φιάννα της  Άννας Καλαϊτζίδου διατρέχει όλο το έργο με εμπύρετες υποκριτικές ποιότητες σαν φλεγόμενο βέλος. Με ένα αεικίνητα φλεγόμενο υποκριτικό σώμα αλώνει τη σκηνή. Υποδύεται με κάθε πόρο του σώματός της. Αποτελεί έναν συγκινητικά γενναιόδωρο συμπαίχτη δημιουργώντας τον υποκριτικό χώρο στη Σύρμω Κέκε να μεγαλουργήσει.

 Η Σύρμω Κεκέ ως Αλάννα δημιουργεί έναν υποκριτικό άθλο. Πλήρης έλεγχος των υποκριτικών της μέσων. Διαρκώς εναλλασσόμενες υποκριτικές ποιότητες. Παλλόμενοι σωματικά και ψυχικά ρυθμοί. Άμεση ανταπόκριση στα πολύπλοκα και συχνά αντιθετικά υποκριτικά διακυβεύματα. Ο τρόπος που διαχειρίζεται σκηνικά τα ταυτόχρονα και αντικρουόμενα συναισθήματα είναι συγκλονιστικός. Έξοχα σκηνικά αντανακλαστικά. Απόλυτος σκηνικός έλεγχος σε έναν βακχικό ρόλο. Παροξυσμικά αστεία, σπαρακτικά άγρια, καθηλωτικά τραγική, υποδόρια τρυφερή σε κάνει να γελάς άγρια, ξέφρενα, ανελέητα καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου και στο τέλος της παράστασης σου αφήνει μια τρύπα στην καρδιά. Ένα υποκριτικό μεγαθήριο.

 

 

Στιγμές της παράστασης που ξεχώρισαν

 

Η Σύρμω Κεκέ σε όλη τη διάρκεια του έργου. Σε κάθε έκφανσή της. Αριστουργηματική (Ο χορός του αλυσοπρίονου σπαρταριστά κωμικός και αδυσώπητα τραγικός).

Η σκηνή της εισβολής από το παράθυρο.

Ο τρόμος και η απόγνωση της Άννας Καλαϊτζίδου, όταν μαθαίνει ότι ο πατέρας τους είναι ζωντανός και η κρίση πανικού όταν τον βλέπει να έρπεται στα σκαλιά.

Οι διακυμάνσεις της αδερφικής σχέσης έτσι όπως αποτυπώνονται υποκριτικά από τις δύο ηθοποιούς.

Η κίνηση των σωμάτων και οι χορογραφίες.

Η σκηνική αποτύπωση των τραγουδιών από τις δύο ηθοποιούς που μας εξιστορεί όλη την κοινή τους ζωή και τη βαθιά αγάπη τους.

 

Συνοψίζοντας…

 

Ένα οργισμένο έργο που κραυγάζει για δικαιοσύνη. Ένα σπαρακτικό δράμα που φορά το ένδυμα της σκοτεινής κωμωδίας. Μια σημαντική παράσταση. Δύο συνταρακτικές ερμηνείες.

 

 

 

Info παράστασης:

Ο τρόμος του κροκόδειλου | Θέατρο του Νέου Κόσμου