«Γλυκύτατο για τους ανθρώπους το φως να βλέπουν.
Ο Κάτω Κόσμος ένα τίποτε. Κι όποιος τον θάνατο ποθεί, είναι τρελός.
Κι άθλια να ζεις, είναι καλύτερα απ΄ τον ωραίο θάνατο.» (απόσπασμα από την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», μτφ Παντελής Μπουκάλας)
Τα φετινά Επιδαύρια ανοίγουν με μια παγκόσμια πρεμιέρα σχεδιασμένη αποκλειστικά για το Αργολικό Θέατρο, αυτή της «Ιφιγένειας εν Αυλίδι». Ο διεθνώς καταξιωμένος Ρώσος σκηνοθέτης Τιμοφέι Κουλιάμπιν επανέρχεται στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 6 χρόνια μετά τις «Τρεις αδερφές» του Τσέχοφ για να αναμετρηθεί με την τραγωδία του Ευριπίδη, αυτή τη φορά σε συνεργασία με Έλληνες ηθοποιούς.
Στη Συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε για την παράσταση παρουσία των συντελεστών, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου Κατερίνα Ευαγγελάτου μάς καλωσόριζε λέγοντας: «Είναι μεγάλη χαρά να υποδεχόμαστε στην Ελλάδα, στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και στην Επίδαυρο αυτή την παγκόσμια πρεμιέρα. Μια παράσταση που θα παιχτεί αποκλειστικά στην Επίδαυρο. Δεν είναι μια παράσταση για να περιοδεύσει, με την έννοια ότι το Φεστιβάλ δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Ένας άλλος λόγος είναι ότι κατά τη γνώμη μας και έχουμε μιλήσει αρκετές φορές γι’ αυτό, ενισχύεται η μοναδικότητα της Επιδαύρου, οι παραστάσεις που προσφέρουμε εκεί έχουν κάτι το εντελώς ξεχωριστό, που έχουν έτσι κι αλλιώς. Γιατί μια παράσταση όπως τη βλέπεις στην Επίδαυρο, δεν μπορείς να τη βιώσεις σε κανέναν από τους άλλους πολύ ωραίους αρχαίους και σύγχρονους χώρους που συχνά βλέπουμε παραστάσεις».


Έχοντας μεταφέρει αρχαία κείμενα επί σκηνής και στο παρελθόν, όπως αυτό της Ηλέκτρας, επέλεξε την Ιφιγένεια καθώς είναι από τα αγαπημένα του κείμενα, χωρίς όμως να στέκεται στο γιατί. Για εκείνον όλο το εγχείρημα αποτελεί «από τη μία τεράστια πρόσκληση και από την άλλη τεράστια ευκαιρία, χαρά και τιμή».
Η ματιά του θέτει στο επίκεντρο τον πόλεμο, έναν πόλεμο που έρχεται και προκειμένου να αρχίσει χρειάζεται μια θυσία.
«Δεν θέλω να κάνω spoil ή να πω το πώς βλέπω όλη την ιστορία, αλλά, για μένα, η ιστορία δεν έχει να κάνει με το μυστικό ή το φιλοσοφικό νόημα της θυσίας ή του θύματος. Για μένα, έχει να κάνει περισσότερο με την τεχνολογία του πολέμου. Και δυστυχώς πρέπει να πω ότι αυτό το θέμα σήμερα είναι πολύ, πολύ επίκαιρο. Ο πόλεμος ούτως ή άλλως είναι μια τεχνολογία, κομμάτι ενός πολιτικού μηχανισμού. Γι’ αυτό μιλάω λοιπόν, όταν λέω για την τεχνολογία του πολέμου, δεν έχει να κάνει με το πώς κατασκευάζεται το όπλο, είναι σαν μια επιχείρηση», σημειώνει ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν.

Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη ο αέρας μυρίζει πόλεμο χωρίς να βλέπουμε στρατεύματα ή πολεμιστές και την ίδια στιγμή είναι δεδομένος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα ξεκινήσει, είναι κάτι που πρέπει να συμβεί, κάτι που χρειάζεται.
Κοιτώντας το σήμερα για τον ίδιο τον Ρώσο σκηνοθέτη: «Ο πόλεμος δεν είναι αποδεκτός για μένα ως άνθρωπος που ζω στον 21ο αιώνα, το 2024. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει με κανέναν τρόπο, για κανέναν λόγο. Είναι κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αλλά συμβαίνει. Γι’ αυτό πρέπει να πάμε πίσω στο κείμενο που γράφτηκε πριν από 1000 χρόνια, το οποίο αφορούσε τον πόλεμο, την ηθική επιλογή. Αλλά αυτό σημαίνει ότι ίσως ακόμα δεν πήραμε τα μαθήματά μας, πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός μας προχώρησε μπροστά σε μια καλύτερη ζωή αλλά ο πόλεμος είναι πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε».

Ο Παντελής Μπουκάλας επιμελήθηκε τη μετάφραση και αναφερόμενος στον απόντα συντελεστή, τον Ευριπίδη, μοιράζεται μαζί μας την προσέγγισή του: «Με δέος τον προσεγγίζω, αλλά όχι με τον τρόμο που προσεγγίζω τον Αισχύλο, παρότι με τον Αισχύλο ξεκίνησα την εμπλοκή μου στα μεταφραστικά της αρχαιοελληνικής τραγωδίας».
Και συνεχίζει: «Να ξεκαθαρίσω ότι όταν μεταφράζω αρχαίο κείμενο δεν χορηγώ στον εαυτό μου το άλλοθι της ιδιότητάς μου να γράφω στίχους. Δηλαδή το ότι είμαι ποιητής δε σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα στην οκνηρία, να μεταφράζω χωρίς να πολεμάω με το κείμενο, χωρίς να ηττηθώ από το κείμενο. Αν δεν ηττηθείς από τον αρχαίο λόγο, δεν υπάρχει περίπτωση να τον προσεγγίσεις. Άρα λοιπόν, για μένα δεν είναι άλλοθι ούτε αυτόματη, που υποθέτουν ορισμένοι, η γνώση της αρχαιοελληνικής, επειδή είμαστε Νεοέλληνες. Αν ήταν έτσι δεν θα υπήρχαν φροντιστήρια αρχαίων ελληνικών, ούτε σχολές. Αυτό είναι ένα πρόβλημα για εμάς τους νεοέλληνες, η καπηλεία του αρχαιοελληνικού κόσμου της αρχαιοελληνικής γραμματείας, η οποία είναι διεθνής. Θέλουμε δεν θέλουμε η παρουσία του Τιμοφέι και των συνεργατών του εδώ είναι απλώς μια από τις πολλές πιστοποιήσεις ότι πρόκειται για μια διεθνή κληρονομιά. Έχουμε έναν λόγο παραπάνω ως προς τον σεβασμό, ένα χρέος ως προς τον σεβασμό και ως προς την ανάγκη να διαβάζουμε λίγο βαθύτερα».

«Αν δεν ασχοληθώ με την ψυχολογία των ανθρώπων, τότε χάνω τη δύναμή μου ως σκηνοθέτης»
Το στοίχημα του Κουλιάμπιν έχει άμεση σύνδεση με τον χώρο του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου και την πρόκληση που θέτει για τον ίδιο το κοινό των 12.000 θεατών αλλά και οι περιορισμοί που συνοδεύουν έναν αρχαιολογικό χώρο. Στοχεύει σε μια παράσταση που θα έχει οπτικό ενδιαφέρον, σε μια ειδική οπτική γλώσσα που σου αποκαλύπτει όχι μόνο το κείμενο αλλά και την αίσθηση, τον ρυθμό, τη μουσική, την ατμόσφαιρα, «να βλέπεις την εικόνα και να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει».
Στην αναμέτρησή του με αυτό το μυθικό -όπως το χαρακτηρίζει- θέατρο, συνοδοιπόροι του «ένας από τους καλύτερους, αν όχι ο καλύτερος θίασος που έχει δουλέψει», υπογραμμίζει καθώς μας δίνει μια μικρή γεύση από το όραμά του για την παράσταση που θα προσγειωθεί στις 5 και 6 Ιουλίου στην Επίδαυρο.
Για εκείνον ψυχολογία και σκηνοθεσία είναι αλληλένδετα σε όποια συνθήκη και αν τον τοποθετεί το έργο: «Αν δεν ασχοληθώ με την ψυχολογία των ανθρώπων, τότε χάνω τη δύναμή μου ως σκηνοθέτης. Για μένα, είναι προφανές. Ό,τι κάνω σχετίζεται με την ψυχολογία, ακόμα κι αν πρόκειται για μια τεράστια, ιστορία όπως η Αρχαία Ελλάδα».
Με μόλις 6 εβδομάδες πρόβας όλοι οι συντελεστές μιλούν για κάτι παραπάνω από μια ευτυχή συνάντηση, για έναν σκηνοθέτη πολύ διαβασμένο με μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση στο έργο, που γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει, που εμπνέει και προσφέρει ελευθερία και ασφάλεια στους ηθοποιούς να αναπτυχθούν θέτοντας παράλληλα όρια.

Η Μαρία Ναυπλιώτου ενσαρκώνει την Κλυταιμνήστρα και ανακαλύπτει ένα τέρας: «Πάντα έχω μια τάση να την δικαιολογώ. Θέλω πάντα να παίξω την καλή Κλυταιμνήστρα που είναι όπως όλες οι γυναίκες, καταπιεσμένες και δεν έχουμε πάρα πολλές επιλογές και πάντα προσπαθώ να βρω αυτό το κομμάτι και να το ισχυροποιήσω. Μέσα από την ανάγνωση αυτή με οδήγησε να ανακαλύψω ένα πρόσωπο το οποίο είναι τέρας, που δεν μου άρεσε καθόλου, που έχει επιλογές και δεν τις κάνει. Η ήττα είναι το τελικό γνώρισμα αυτής της κατάστασης. Όταν καταλαβαίνει πια τι έχει συμβεί, είναι πάρα μα πάρα πολύ αργά».
Η Ανθή Ευστρατιάδου περπατώντας στο μονοπάτι της Ιφιγένειας αναφέρει: «Με ένα φοβερά υποσυνείδητο, σχεδόν ασυνείδητο τρόπο τα πράγματα που ο ίδιος θέλει δεν τα επιβάλλει και κάπως αισθάνομαι ότι μας έχει κάνει να βουτήξουμε με αγάπη σε ψυχικές περιοχές που είναι πραγματικά άγριες, τουλάχιστον για τον δικό μου ρόλο, που πρέπει να μείνει ολομόναχος απέναντι σε όλο τον κόσμο».
Για τον Κουλιάμπιν από την άλλη, η Ιφιγένεια είναι απλώς μια κόρη, η οποία δεν έχει ιδέα για το τι πρόκειται να συμβεί. Είναι κατά κάποιο τρόπο το θύμα της κατάστασης, δεν θυσιάζεται αλλά δολοφονείται. Δεν γνωρίζει ποιος είναι ο πατέρας της, βλέπει μια πλευρά του πατέρα της, την οποία προφανώς δε γνωρίζει.

Τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας, ο Αχιλλέας και ο Αγαμέμνονας, είναι οι άνθρωποι του στρατού, αυτοί που ξεκινούν και πολεμούν ενάντια σε κάποια άλλη χώρα.
Στην πρώτη φορά που δουλεύει με ξένο σκηνοθέτη θεατρικά, ο Θάνος Τοκάκης έρχεται αντιμέτωπος με τον Αχιλλέα.
«Υπάρχει μια προσμονή όταν οι ξένοι έρχονται να δουλέψουν με τα κείμενα μας», αναφέρει. «Θεωρητικά αυτή η σύγκρουση είναι που έχει το περισσότερο ενδιαφέρον σε αυτή τη συγκυρία, γιατί υπάρχει μια διαπολιτισμική μίξη των πραγμάτων, της σχολής, το πώς έχει δουλέψει ο ίδιος ο Τιμοφέι με τα δικά μας τα πιστεύω, τα οποία όσο και αν θέλουμε να τα αφήνουμε και να μην τα πιστεύουμε, υπάρχουν κάποια πράγματα πολύ βαθιά ριζωμένα».
Και συνεχίζει: «Αυτό που μας έχει μάθει στη διαδικασία της πρόβας και της ανάγνωσης του έργου είναι η αποκαθήλωση των ηρώων μας, κάτι που έχει πολύ ενδιαφέρον υποκριτικά».

Ο Νίκος Ψαρράς παρουσιάζει τη συνάντηση με τον Ρώσο σκηνοθέτη σαν ευλογία καθώς «ξέρει ένα πολύ μεγάλο μυστικό ότι στην πρόβα πρέπει να είμαστε όλοι ίσοι. Ό, τι ρόλο και να παίζουμε, όποιο ρόλο και να έχουμε στη δημιουργία αυτής της παράστασης και μόνο τότε μπορείς να είσαι γόνιμος. Μόνο τότε, όταν όλα είναι ίσα, μπορείς να μην νοιάζεσαι για τίποτε άλλο παρά μόνο για τον κόσμο του χαρακτήρα σου».
Εκείνος παλεύει με τον Αγαμέμνονα που από την αρχή του έργου πάλλεται να μη σφάξει το παιδί του. «Ένας βαθιά συγκινητικός χαρακτήρας που στην πορεία γίνεται κι αυτός ένα τέρας βέβαια, γιατί η πολεμική μηχανή τους παρασέρνει όλους. Ένας πατέρας που σύμφωνα με τον Ευριπίδη στο τέταρτο επεισόδιο λέει στην Κλυταιμνήστρα ή θα σκοτώσουμε την Ιφιγένεια ή θα αφανιστεί όλη η οικογένειά μας. Αυτές είναι οι δύο επιλογές που έχουμε. Η Άρτεμη είναι παρούσα σε όλη την παράσταση στη δίκη μας με μια πολύ ειδική μορφή που θα δείτε. Είναι ένας μηχανισμός πίεσης, ένας μηχανισμός που ταράζει πολύ τους χαρακτήρες και δεν μπορεί να τους διώξει από το πεπρωμένο τους.»
Και ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν συμπληρώνει: «Η Άρτεμις είναι για μένα η δύναμη, κυβερνά τους πάντες και κανείς δεν μπορεί να εναντιωθεί στα πράγματα που αποφασίζει ότι θα συμβούν».
Έχοντας στα χέρια του τον ρόλο του Μενέλαου ο Νικόλας Παπαγιάννης επισημαίνει: «Όντως έχει μεγάλη σημασία ο διάλογος που αναπτύσσεται μεταξύ ενός ξένου σκηνοθέτη και Ελλήνων ηθοποιών πάνω σε αυτά τα κείμενα που έχουν κάτι μεγάλο για μας και κάπως επικίνδυνο. Δημιουργεί μια απενοχοποίηση και είναι λυτρωτική. Ο Τιμοφέι έχει μια πολύ προσωπική σχέση με το έργο και αυτό μεταφράζεται στη σκηνοθεσία του και στον τρόπο που συνομιλεί μαζί μας».
Τον θίασο συμπληρώνουν ο Δημήτρης Παπανικολάου στον ρόλο του Πρεσβύτη, αλλά και οι Δημήτρης Γεωργιάδης, Χρήστος Διαμαντούδης, Μάριος Κρητικόπουλος, Βασίλης Μπούτσικος, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ στον Χορό.
Info:
Ιφιγένεια εν Αυλίδι | 5 & 6 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
