Η Μύκονος υπήρξε για δεκαετίες κάτι περισσότερο από ένα νησί του Αιγαίου. Ήταν μια υπόσχεση ελευθερίας, μια ενδιάμεση στάση μετά την Goa και το Bali για τους χίπιδες και ένα πεδίο οπού σώματα, ταυτότητες και εποχές αναμειγνύονταν κάτω από το ίδιο φως. Ο Στηβ Κρικρής έχοντας ζήσει αυτά τα καλοκαίρια τότε που το Super Paradise ήτανε παράδεισος επί της γης, ανασύρει από τη μνήμη του και τις μνήμες των προσώπων που εμφανίζονται στο ντοκιμαντέρ του πολύτιμες θύμισες. Το “Super Paradise: The Story of Mykonos” δεν είναι μια τουριστική νοσταλγία ή ιστορική καταγραφή, μα ένα πορτρέτο ενός νησιού της Ελλάδας που έζησε έξω από τα όρια. Μια απολαυστική ταινία που με συνεπήρε και με ταξίδεψε λόγω των ειλικρινών μαρτυριών, του αρχειακού υλικού μα περισσότερο με την τρυφερότητα που ο σκηνοθέτης αναπλάθει το τοπίο ενός τόπου που κατά το παρελθόν έχει υπάρξει καταφύγιο, επανάσταση, μύθος και πάνω απ’ όλα ένας σούπερ παράδεισος απέναντι από τη Δήλο.

Συνομίλησα με τον σκηνοθέτη Στηβ Κρικρή γιατί ήθελα περισσότερα να μάθω γι’ αυτόν τον παράδεισο που δεν έζησα και πια μόνο μέσα από την ταινία του μου δίνεται η ευκαιρία να δω όπως όλοι μας στον κινηματογράφο Δαναό:

Το 1979 εσύ πήγες στη Μύκονο πρώτη φορά;

Ναι, ήταν το πρώτο καλοκαίρι που πήγα εντελώς τυχαία. Η παρέα μου ήταν κάποιοι φίλοι και συμμαθητές που είχαν κανονίσει να πάνε και τελευταία στιγμή μου λένε έλα πάμε. Εγώ δεν είχα κάποιο σχέδιο και πήγα χωρίς να ξέρω τίποτα. Ήμουν εντελώς ανίδεος το τι συμβαίνει εκεί. Ήταν μια άλλη εποχή, άλλη εντελώς.

Παρουσιάζεις στο ντοκιμαντέρ εικόνες τις οποίες έως και ζήλεψα. Γιατί η εικόνα της Μυκόνου, έτσι όπως την έχω εγώ, είναι τελείως διαφορετική. Δηλαδή μου έμεινε πολύ αυτή η εικόνα ότι κοιμόντουσαν πάνω στις ταράτσες με τα σλίπινγκ μπαγκ.

Ναι, κοίτα, ήταν μια Μύκονος που για μένα, ας πούμε, το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν η ελευθερία. Η απόλυτη ελευθερία, η απόλυτη ευδαιμονία. Όλοι ήταν σαν μία παρέα στις παραλίες μέσα στην πόλη, το βράδυ στα μαγαζιά. Παντού υπήρχε αυτή η αίσθηση της αγκαλιάς. Υπήρχε αυτή η αίσθηση του ότι κανένας δεν θα σε κρίνει και κανένας δεν θα σε δει στραβά ή περίεργα για το πώς είσαι, για το τι κάνεις, για το πώς είσαι ντυμένος και χωρίς καμία επιτήδευση, καμία καχυποψία. Και όλο αυτό σε ένα πλαίσιο πάρα πολύ αθώο, πάρα πολύ φιλικό. Όλοι οι άνθρωποι σαν να ήταν ένα. Αυτό εμένα με εντυπωσίασε, δεν το είχα ξανανιώσει.

Στο ντοκιμαντέρ σου δεν υπάρχει κανένα ίχνος επιτήδευσης ή ωραιοποίησης. Παραθέτεις γεγονότα.

Γεγονότα, ναι, αυτό ήταν μια προσπάθεια από όλους μας το να μην πάρουμε κάποια θέση. Α, τότε ήταν έτσι, τώρα είναι αλλιώς ή μετά έγινε αυτό. Παραθέτουμε τα γεγονότα μέσα από αυτούς τους 30 και χαρακτήρες που συναντήσαμε και μας μίλησαν ο καθένας τη δική του ιστορία και προσπαθώντας κάπως αυτό να το οπτικοποιήσουμε με αρχειακό υλικό, με υλικό που τραβήξαμε εμείς με super 8, προσπαθώντας να κάνουμε κάποιες αναπαραστάσεις της εποχής και έτσι να δώσουμε μια εικόνα του πώς και γιατί έγινε η Μύκονος γνωστή και έγινε ένα brand name σε όλο τον κόσμο.

Μ’ αρέσανε κάτι παύσεις που γινόντουσαν που έβλεπα αυτούς τους ανθρώπους σε σιωπή.

Ναι, αυτό είναι ένα σημείο κομβικό της ταινίας που ο Βέλτσος κάτι αναφέρει για τον τουρισμό.

Καλά ο Βέλτσος τα λέει έξω απ’ τα δόντια. Όλους αυτούς τους χαρακτήρες τους είχες γνωρίσει υποθέτω και τότε τους περισσότερους;

Κάποιους ναι, από τότε και μετά τους ξαναβρήκα μετά από όλα αυτά τα χρόνια.

Τους έχεις αποτυπώσει στο φιλμ, εκτός από το να λένε τις ιστορίες τους -και έχεις και κάποιες παύσεις έτσι γεμάτες με σιωπή- να παίζει η μουσική του Coti K από πίσω. Πολύ ωραίο στοιχείο, σαν να έδινε στο τρέξιμο μια ανάπαυλα.

Ναι, κάπως για να μπει και ο θεατής μέσα σε αυτό, δηλαδή στο να μπορέσουμε κάπως να μεταφέρουμε αυτή την ατμόσφαιρα. Αυτό το κάναμε σαν ένα τρόπο να δώσουμε και να αφήσουμε τον θεατή λίγο να ταξιδέψει μαζί μας.

Με μετέφερες. Μου έδειξες μια άλλη Μύκονο γιατί έχεις συγκεντρώσει πολύ ωραίο αρχειακό υλικό. Ακόμα και εικόνες από την ταινία Παριζιάνα με τη Ρένα Βλαχοπούλου έχεις βάλει μέσα που είναι φοβερό, αλλά μου έδειξες και τις στιγμές των ανθρώπων εκεί είναι που λύγισα και με συνεπήρε μαζί του το Super Paradise σου.

Κοίτα το δύσκολο για μένα που ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει, είναι ότι έχουμε 80 ώρες συνεντεύξεις υλικό από αυτούς τους ανθρώπους που κάποιοι από αυτούς δεν μπήκαν καθόλου και ήταν πάρα πολύ δύσκολο στο να αποφασίσουμε και να δούμε τι μπαίνει και τι βγαίνει στα 88 λεπτά που διαρκεί η ταινία. Και ακόμα έχω την αίσθηση ότι αρκετά πράγματα που ήθελα να μπουν εντέλει δεν μπήκαν. Αλλά ξέρεις, κάπως έτσι είναι.

Δεν κυκλοφορούν πια και DVD, για να σου πω θα το βάλεις στα έξτρα.

Στα έξτρα ναι. Εντάξει, ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα και σε αυτό πρέπει να δώσω τα εύσημα στον μοντέρ, τον Μάριο Κλεφτάκη, ο οποίος δύο χρόνια περίπου μόνταρε αυτή τη δουλειά και ήταν πάρα πολύ κοντά μας και πραγματικά αυτός οδήγησε όλο αυτό το πράγμα στο πώς έγινε και πώς μεταμορφώθηκε και έφτασε στο τελικό στάδιο.

Ενώ ακούς τον τίτλο “Super Paradise” και περιμένεις να ‘χει έστω disco και house ήχο, ο Coti K. έχει συνθέσει έναν πιο απαλό ήχο. Έναν ωραίο ηλεκτρονικό ήχο να το συνοδεύει καθ’ όλη τη διάρκεια.

Ναι, αυτό το συζητήσαμε αρκετά με τον Coti K. το πώς η μουσική να μην σε βγάζει από την εικόνα αλλά να συνοδεύει την εικόνα. Να έχει χαρακτήρα, αλλά να μην επιβάλλεται. Και επειδή με τον Coti γενικά συνεργάζομαι πολλά χρόνια, το «πήγε» πολύ καλά. Πάρα πολύ καλά.

Εσένα αυτό το ντοκιμαντέρ σου ξύπνησε μνήμες; Υπήρχε συγκινησιακή φόρτιση κατά τη διάρκεια; Ήθελες να πεις και τη δική σου ιστορία μέσα σ αυτό;

Κοίτα, σίγουρα, χωρίς να το καταλάβω, ξαφνικά μπήκα πάλι στα χρόνια εκείνα, στο πώς ήμουν νέος τότε και πώς έβλεπα τα πράγματα και πώς τους ανθρώπους που γνώριζα. Άρα ήταν σίγουρα μια διαδικασία -όποτε πήγαινα για γυρίσματα- που ήταν φορτισμένη για μένα, ήταν πραγματικά νοσταλγική κατά κάποιο τρόπο. Βλέποντας επίσης τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει τότε, τον Μπάμπη ή τον Λουκά, τη Μαρίλη…

…τη Βαγγελιώ…

Ναι τη Βαγγελιώ!

Πολύ γούσταρα που καταγράφηκε η Βαγγελιώ.

Και τους θυμάμαι τότε και βλέποντας τώρα και ακούγοντας τις ιστορίες τους ήταν πολύ συγκινητικό. Πάρα πολύ.

Δεν νομίζω ότι έχουν αποτυπωθεί αυτοί οι άνθρωποι πέρα από ίσως κάποιες συνεντεύξεις που έχουν δώσει. Δηλαδή και ο Βέλτσος ας πούμε, τόσο απολαυστικός να τα χώνει για τον υπερτουρισμό.

Κοίτα, ο Βέλτσος ήταν πάρα πολύ δύσκολο εν μέσω covid εν τω μεταξύ, να τον βρεις και γενικά με αυτούς τους ανθρώπους, γιατί ξεκινήσαμε τέσσερα χρόνια πριν περίπου. Εν τέλει τον πείσαμε. Κάναμε τη συνέντευξη στο φουαγιέ της πολυκατοικίας του και ήταν πάρα πολύ ανοιχτός, καυστικός, αλλά εύστοχος θεωρώ …πάρα πολύ.

«Η Μύκονος είχε την τύχη να φυτρώσει δίπλα στη Δήλο». Είναι φράση που την πιστεύω κι όταν την άκουσα απ’ το στόμα του Βέλτσου ένιωσα απόλυτη ταύτιση.

Γενικά ναι, ήταν πολύ καλός, μας είπε πάρα πολύ ωραία πράγματα και νομίζω ότι είναι ένα κεντρικό πρόσωπο της ταινίας. Δηλαδή θέλαμε να είναι.

Τώρα, το ντοκιμαντέρ είχε προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Έχει πάει και το ταξίδι του έξω;

Ναι, έχουμε κάνει κάποια φεστιβάλ. Θεωρώ ότι είναι μία ταινία, όχι τόσο φεστιβαλική αλλά ότι λειτουργεί περισσότερο για το σινεμά ή την τηλεόραση αρκετά. Είναι μία ταινία που τώρα θα αρχίσει το ταξίδι της. Ξεκινάμε εδώ από την Αθήνα και μετά έχουμε μία συνεργασία με μία γαλλική εταιρεία που αναλαμβάνει όλο το κομμάτι της διανομής σε κανάλια και πλατφόρμες ανά τον κόσμο, που αυτό θα ξεκινήσει τώρα με ένα διαφορετικό version της ταινίας, το οποίο θα είναι γύρω στα 55 λεπτά.

Από εκεί που ήθελες να βάλεις κι άλλα λεπτά, έκοψες.

Ναι, θα κοπούν αρκετά διότι ο τηλεοπτικός χρόνος είναι αυτός, αλλά περιμένουμε με μεγάλη αγωνία να δούμε πώς θα πάει και στο εξωτερικό. Γιατί θεωρώ ότι τη Μύκονο τη γνωρίζει πολύς κόσμος, την έχει επισκεφθεί.

Μα κάποια στιγμή στην ταινία σου λέει κιόλας η Βαγγελιώ ότι έπαιζε trivial στο εξωτερικό και έπεσε η ερώτηση το πιο διάσημο gay bar και η απάντηση ήτανε το Pierros, που κι εκείνης της φάνηκε περίεργο.

Το οποίο είναι τρελό.

Όχι, δεν είναι τρελό. Γιατί εντάξει, η Μύκονος ήταν η ναυαρχίδα του τουρισμού μας.

Ναι, κι ακόμα ίσως είναι.

Δεν διαφωνώ αλλά παρατήρησα κι εγώ τα τελευταία χρόνια ότι ακόμα και οι Tiktokers κράζανε για την ακρίβεια και τον υπερτουρισμό. Η εικόνα που δείχνεις εσύ της Μυκόνου: τα παιδιά χαρούμενα γυμνά μπαίνανε στις βάρκες, γιατί ήταν απρόσιτες διαδρομές, δεν υπήρχε ούτε καν στα δικά μου μάτια όταν πήγα κι εγώ στη Μύκονο. Δεν είναι νοσταλγικό, είναι μια καταγραφή αληθινή της ιστορικής της διαδρομής τουριστικά.

Ναι, είναι η αλήθεια. Τότε η απόλαυση ήταν μια πράξη αυθεντικότητας, ήταν μια αντίδραση σε μια κοινωνία που ήθελε να σε περιορίσει τότε, τη δεκαετία του ’70 ας πούμε, και ίσως και του ’80. Τώρα έχει γίνει κατανάλωση αυτό. Έχει γίνει ένα προϊόν που το αγοράζεις, που είσαι αναγκασμένος. Δηλαδή δεν γίνεται αλλιώς να πας στη Μύκονο και να μην έχεις ένα μπάτζετ, να έχεις κάποια χρήματα.

Ενώ εσύ με πόσα λεφτά είχες πάει τότε;

Τότε είχα πάει με 500 δραχμές και πηγαίναμε στον ΟΤΕ ας πούμε, που περίμενε στην ουρά εκεί στο λιμάνι, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος επικοινωνίας. Παίρνουμε τηλέφωνο τους γονείς μας να στείλουν στο ταχυδρομείο κανένα πεντακοσάρικο για να μπορούμε να μείνουμε λίγο ακόμα, το οποίο ήταν θυμάμαι συγκλονιστικό αυτό. Το να περιμένεις στην ουρά με όλους για να πάρεις ένα τηλέφωνο.

Πω πω παρουσιάζεις την παλιά Ελλάδα.

Ναι, ήταν πολύ ωραίο και εντάξει είχε και μια αγωνία. Να περιμένω να πάρω τηλέφωνο, οι γραμμές πέφτανε, ο άλλος σου έλεγε τελείωνε. Ήταν πολύ ωραίο.

Η Ανάφη πιστεύω τα τελευταία χρόνια είναι το νέο hotspot και πιο οικονομικά προσιτό. Δεν τους ενδιαφέρει τι θα κάνεις. Τους ενδιαφέρει να περάσεις καλά. Δηλαδή υπάρχει αυτή η έννοια της φιλοξενίας.

Αυτό το είχε η Μύκονος, νομίζω είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της τρομερής φιλοξενίας που είχαν οι Μυκονιάτες από το ’50 και το ’60 με τους περιηγητές που ερχόντουσαν από τη Δήλο και δεν είχαν πού να μείνουν. Και οι Μυκονιάτες άνοιγαν τα σπίτια τους και νομίζω αυτό σιγά σιγά μεταδόθηκε και έγινε έτσι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο του νησιού και των ανθρώπων ότι ήταν φιλόξενοι και πολύ δεκτικοί. Δεν τους ένοιαζε ο γυμνισμός, δεν τους ένοιαζαν οι γκέι, ήταν ανοιχτά μυαλά και αυτό νομίζω δεν υπήρχε γενικότερα σε άλλα νησιά της Ελλάδας εκείνη την εποχή τουλάχιστον.

Αυτό σου εσένα το ταξίδι απ’ ότι κατάλαβα αυτά τα επτά καλοκαίρια που πέρασες εκεί κάπως σε κάνανε αυτό που είσαι σήμερα, δηλαδή που ασχολήθηκες με τον κινηματογράφο.

Κοίτα, ήταν μία συγκυρία περίεργη. Εμένα μου άρεσε η φωτογραφία. Τότε σκεφτόμουν αν θα έφευγα για Αμερική. Ο πατέρας μου ήταν εκεί, θα έφευγα να πάω να σπουδάσω οικονομικά, αλλά πάντα μ’ άρεσε η φωτογραφία. Στη Μύκονο γνώρισα ένα παιδί που εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Τσινετσιτά στη Ρώμη κινηματογράφο και έτσι περάσαμε πολύ χρόνο με συζητήσεις πάνω στο τι κάνει και για τον κινηματογράφο και τις ταινίες. Ξέρεις εντυπωσιάστηκα γενικά και ήθελα και εγώ να κάνω κάτι τέτοιο. Επίσης εκείνο το καλοκαίρι γνώρισα μία Γαλλίδα που ζούσε στο Σαν Φρανσίσκο και είχε μία γκαλερί και μου μίλαγε για το Σαν Φρανσίσκο, για μία Σχολή Καλών Τεχνών που υπάρχει εκεί.

Αυτές οι γνωριμίες και οι συναντήσεις γίνανε ντυμένοι ή γυμνοί;

Ε, κοίτα, το βράδυ γίνανε σε μπαρ, αλλά μετά στην παραλία ξέρεις, ήμασταν όλοι κάπως έτσι, χωρίς να σε νοιάζει καθόλου για το αν είσαι γυμνός ή αν δεν είσαι. Οπότε πηγαίνοντας στην Αμερική και αρχίζοντας να σπουδάζω σε ένα break, πήγα στο Σαν Φρανσίσκο. Πέρασα κάποιο χρόνο με αυτή την κοπέλα, με πήγε σε αυτή τη σχολή και αμέσως εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι φεύγω από την Ουάσιγκτον που ζούσα και πάω να σπουδάσω στο Σαν Φρανσίσκο κινηματογράφο. Ήταν μία απόφαση που οι γονείς μου κάπως τρελάθηκαν με αυτήν. Τους φάνηκε πάρα πολύ περίεργο και και για εκείνη την εποχή, αλλά εντάξει, το κατάφερα, πήγα και κάπως από εκεί ξεκίνησε και όλη η πορεία μου.

Καλά τα πήγες εδώ κατάφερες να είσαι ο πρώτος Έλληνας με ταινία του στο Netflix, το Τhe Waiter σου.

Ναι, το Τhe Waiter νομίζω ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που μπήκε στο Netflix. Αυτό επίσης ήταν πολύ πρωτόγνωρο για μένα. Βασικά επειδή την ταινία μου κάπως την είχε μία ιταλική εταιρεία διανομής, αυτή κάπως το προχώρησαν. Εγώ δεν είχα ιδέα το τι γίνεται, αλλά νομίζω άνοιξε κάποιο δρόμο.

Το “Super Paradise: The Story of Mykonos” το βλέπεις να το παίρνει το Netflix και αυτό στη μεγάλη του βερσιόν όμως;

Δεν ξέρω. Είναι μια αγορά που δεν μπορείς να την καταλάβεις. Δεν ξέρω ποια είναι τα κριτήρια, πώς οι sales agents προσπαθούν να προωθήσουν τις ταινίες και πώς το Netflix κρίνει. Θα το θέλαμε πάρα πολύ να συμβεί αυτό. Μακάρι, για να δούμε.

Κοίτα, η ταινία σου έχει μια θεματική που αφορά τον πλανήτη. Ήταν ένα μέρος στην Ελλάδα που απασχόλησε και φιλοξένησε ονόματα του εξωτερικού.

Αυτό είναι αλήθεια.

Πες μου για μια πιο ιδιαίτερη μνήμη, όπως μου είπες αυτή με τον ΟΤΕ;

Κοίτα για μένα επίσης μια πάρα πολύ ζωντανή εικόνα που προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε στην ταινία είναι τα λεωφορεία. Ότι έμπαινες ας πούμε στην πόλη και δεν υπήρχε τρόπος να πας στην παραλία. Αυτοκίνητο πολύ λίγοι είχαν τότε και έπαιρνες το λεωφορείο από την πόλη πήγαινες στον Πλατύ Γιαλό. Μέσα στο λεωφορείο ήμασταν σαρδέλες, ο ένας κολλημένος πάνω στον άλλον, αλλά ήταν κάτι πάρα πολύ ωραίο. Γνώριζες κόσμο στο λεωφορείο, υπήρχε κάτι εκεί σε αυτή τη διαδρομή την υπέροχη που πέρναγες μέσα από το νησί που ήταν εντελώς άχτιστο και έβλεπες όλους αυτούς τους βράχους και τους λόφους και το φως το εκπληκτικό. Και τα γέλια και τα τραγούδια και αυτή η πορεία για μένα είναι συγκλονιστική. Κάθε φορά, κάθε μέρα που το κάναμε και είτε παίρναμε το καραβάκι, είτε περπατούσαμε στην Παράγκα που τότε δεν υπήρχε τίποτα, δηλαδή περπατούσες μέχρι την Παράγκα κι έβλεπες τέσσερα πέντε σπίτια. Τώρα προσπάθησα να το κάνω αυτό και δεν μπόρεσα, γιατί είναι κτισμένο, δεν υπάρχει το μονοπάτι αυτό πια. Άρα αυτές ήταν οι εικόνες πολύ έντονες και πολύ χαρακτηριστικές σε μένα και νομίζω σε αρκετό κόσμο που προσπαθήσαμε κάπως να περάσουμε και στην ταινία.

Αυτό που είπε νομίζω ο Κουκουλέτος, ένας από τους χαρακτήρες της ταινίας: ότι είμαστε από τους τυχερούς και το αισθάνομαι και εγώ, ότι αυτή η δεκαετία του ’70, ’80 μπορεί και του ’90. Γιατί εντάξει, το ’90 άρχισε να αλλάζει κάπως, οι άνθρωποι που έζησαν τη Μύκονο πραγματικά νομίζω έχουν μια πολύ έντονη εμπειρία, πολύ έντονες εικόνες που τις κρατάνε φυλαγμένες μέσα τους, γιατί ήταν πραγματικά ένας παράδεισος.

Όσο το έβλεπα δηλαδή, έλεγα ο τίτλος κανονικά θα έπρεπε να ήταν όταν το Super Paradise ήταν παράδεισος. Γιατί αυτή την ωραία, εικόνα μου πέρασε. Τι λες το κοινό εδώ στην Αθήνα θα το αγκαλιάσει;

Ναι, θα ήταν καλό. Η ταινία θα συνεχίσει στον Δαναό και θέλουμε τον κόσμο να έρθει να το δει και στη μεγάλη αίθουσα και σε μια διαφορετική ατμόσφαιρα από ό,τι θα το δει στην τηλεόραση. Θα είμαστε και εμείς εκεί, θα κάνουμε κάποιες συζητήσεις, οπότε ευελπιστώ κάποιοι να μπορέσουν να έρθουν. Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο το ντοκιμαντέρ, ότι είναι ένα είδος που για κάποιους δεν είναι τόσο οικείο, αλλά πιστεύω ότι το θέμα μπορεί να τραβήξει κόσμο και να έρθουν να το δουν.

Το έχεις κάνει σαν ταινία, δεν το είδα μόνο σαν ντοκιμαντερίστικη καταγραφή δεδομένων.

Αυτό ήταν το στοίχημα βασικά για να νιώσεις ότι κάτι γίνεται. Να μπεις «μέσα» και να είναι σαν μια εμπειρία.

Θέλεις να μου αναφέρεις κάποια πρόσωπα, κάποιους ανθρώπους που σε βοηθήσανε να γίνει ταινία το “Super Paradise: The Story of Mykonos”;

Ναι, αυτό θα ήθελα πραγματικά να αναφέρω. Τη FILMIKI, την εταιρία παραγωγής και τον Νικόλα Αλαβάνο και την Πάθη Κατσούφη που αγκάλιασαν το πρότζεκτ από την πρώτη μέρα μέχρι σήμερα. Όπως επίσης τους δύο πολύ κοντινούς μου συνεργάτες, τον Πωλ Τυπάλδο, που ήταν δική του ιδέα να γίνει αυτή η ταινία και τη Δάφνη Καλαφάτη που μαζί και οι τρεις -όλα αυτά τα χρόνια- κάναμε αυτή την ταινία.

Και τώρα που έχει περάσει ο καιρός. Αν έκλεινες ας πούμε την ταινία με μια φράση, δηλαδή έπρεπε να σε είχα εσένα στο τέλος της να λες κάτι, γιατί έχεις εκτεθεί πολύ, έχεις βάλει φωτογραφίες δικές σου, υλικό δικό σου μέσα. Τι θα έλεγες ας πούμε για την ουσία της ταινίας σου και για τη Μύκονο, ως κατακλείδα;

Ότι η Μύκονος είναι ένας παράδεισος. Ίσως να μην χάθηκε, απλώς δεν είναι πια ο ίδιος. Αυτό μου βγαίνει και επειδή πήγα τώρα και ξέρεις, ένιωσα ότι εντάξει, είναι Μύκονος… δεν αλλάζει. Έχει αλλάξει το τοπίο, αλλά η ενέργεια, το φως, αυτό που αισθάνεσαι εκεί δεν έχει αλλάξει. Απλά είναι αλλιώς και ίσως για άλλους.

Info παράστασης:

Super Paradise | Στον κινηματογράφο Δαναό