Σε μια ιστορική γειτονιά στο κέντρο της Αθήνας, στην Κηπούπολη Κυπριάδου, μια περιοχή που διατηρεί ακόμη κάτι από τον αριστοκρατικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό μιας άλλης εποχής, στεγάζεται το AMA House. Μέσα σε αυτόν τον χώρο φιλοξενούνται τα έργα του Ivan Šuković, εγκαινιάζοντας την έκθεση με τίτλο “Subsurfaces”. Στο ημίφως του σπιτιού, ορειχάλκινες επιφάνειες που έχουν οξειδωθεί, ξεχασμένα τοπία αλλοτινών εποχών και μικρές αρχιτεκτονικές μορφές μοιάζουν να αναδύονται αργά μέσα από το μέταλλο. Οι επιφάνειες αλλάζουν χρώμα καθώς εκτίθενται στο φως και στον αέρα, σαν ζωντανοί οργανισμοί που συνεχίζουν να μετασχηματίζονται μέσα στον χρόνο.

Εισερχόμενη στον χώρο για να συναντήσω τον Ivan και αντικρίζοντας αυτά τα έργα, απομεινάρια μιας άλλης εποχής μέσα στη μνήμη του, δεν μπορώ παρά να κάνω αμέσως τις συνάφειες με το ίδιο το σπίτι που τα φιλοξενεί και τον τρόπο με τον οποίο συνομιλούν μαζί του. Το AMA House, ένα σπίτι που στέκει εδώ και δεκαετίες στην Κυπριάδου κουβαλώντας τη δική του ιστορία, είναι και το ίδιο ένας φορέας μνήμης. Οι τοίχοι, τα δωμάτια, το φως και η αίσθηση κατοίκησης λειτουργούν σαν φυσική προέκταση των έργων του Šuković, που μιλούν διαρκώς για τόπους, ίχνη ζωής και τοπία που επιμένουν να διατηρούν μέσα τους το αποτύπωμα όσων πέρασαν από αυτά.

Ο Šuković μιλά για την παιδική του ηλικία στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, για οικογενειακές διαδρομές με το αυτοκίνητο μέσα στο Μαυροβούνιο, για το σχολείο του, για στάσεις σε μικρά τοπία που χαράχτηκαν μέσα του χωρίς τότε να γνωρίζει γιατί. Χρόνια αργότερα επέστρεψε σε αυτά τα μέρη, τα φωτογράφισε ξανά και τα μετέφερε στα έργα του σαν ένα είδος προσωπικής αρχαιολογίας.

Συλλέγει χώμα από συγκεκριμένες περιοχές του Μαυροβουνίου που συνδέονται με προσωπικές και ιστορικές μνήμες και, σε συνεργασία με επιστήμονες του Institute for Molecular Engineering στο Βελιγράδι, το μετατρέπει μέσω βιολογικής επεξεργασίας και ζύμωσης σε φυσικές χρωστικές ουσίες, (pigments). Με αυτό τον τρόπο, οι γεωγραφίες της παιδικής του ηλικίας επιστρέφουν πάνω στις επιφάνειες των έργων του ως χρώμα και ύλη.

Εικόνες φτιαγμένες κυριολεκτικά από τα υλικά της μνήμης

«Όταν ήμασταν παιδιά, ταξιδεύαμε συχνά με το αυτοκίνητο μέσα στο Μαυροβούνιο. Επιστρέφοντας έπειτα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στα ίδια μέρη, φωτογράφισα ξανά τα τοπία, τις περιοχές και τα κτίρια που είχαν χαραχτεί μέσα στη μνήμη μου από την παιδική ηλικία. Αυτές τις εικόνες μετέφερα πάνω σε ορειχάλκινες επιφάνειες (brass), χαράζοντάς τες και καλύπτοντάς τες με φυσικές χρωστικές ουσίες που προέρχονται από το ίδιο το χώμα των περιοχών αυτών», μου εξηγεί.

Η διαδικασία αυτή αποτελεί μέρος της μακροχρόνιας έρευνάς του γύρω από τη σχέση τέχνης και επιστήμης. Ο ίδιος προέρχεται τόσο από τον χώρο της λογοτεχνίας όσο και των εικαστικών τεχνών και σήμερα διδάσκει Intermedia Arts στο πανεπιστήμιο, ενώ συνεχίζει τη διεπιστημονική του έρευνα πάνω στα bio pigments και στις δυνατότητες μη τοξικών φυσικών χρωστικών για το μέλλον της τέχνης και της αρχιτεκτονικής.

Η έρευνα αυτή βρήκε μία από τις πιο ολοκληρωμένες εκφράσεις της στη συμμετοχή του στην Biennale της Βενετίας το 2025, όπου εκπροσώπησε το Μαυροβούνιο με το project “Terram Intelligere”, μια εγκατάσταση που εξερευνούσε την έννοια των συνόρων μέσα από ζωντανές βιολογικές διεργασίες. Ο Šuković δημιούργησε εκατοντάδες κεραμικές πέτρες που περιείχαν χώμα από αμφισβητούμενες ή ιστορικά φορτισμένες περιοχές του Μαυροβουνίου. Μέσα τους αναπτύσσονταν βακτήρια που μετασχηματίζονται συνεχώς κατά τη διάρκεια της Biennale, μετατρέποντας το περίπτερο σε ένα είδος ζωντανού εργαστηρίου ανάμεσα στην τέχνη, τη γεωλογία και την πολιτική ιστορία.

Η σχέση του με τη φύση και τη βιο-τέχνη ξεκίνησε ουσιαστικά μετά το διδακτορικό του, όταν άρχισε να στρέφεται όλο και περισσότερο προς μια διεπιστημονική πρακτική. Σε συνεργασία με το Institute of Botanics δημιούργησε το project “Records from the Autobiographical Garden”, ένα είδος “quasi μουσείου” φυτών, μέσα από το οποίο επιχείρησε να συνδέσει τα μέλη της οικογένειάς του με συγκεκριμένα φυτά και λουλούδια.

Σε συνεργασία με επιστήμονες αναζήτησε είδη φυτών που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν φυσικές προεκτάσεις των γονιών και των οικογενειακών του αναφορών, μεταφέροντας προσωπικές ταυτότητες μέσα στη φύση. Όπως μου εξηγεί, εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά το ενδιαφέρον του για τη φύση, την τοπογραφία και μια μορφή bio art που δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως επιστημονική έρευνα αλλά ως πεδίο συνάντησης ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη.

«Αυτό το όριο ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη είναι πολύ σημαντικό για μένα», λέει ο ίδιος. Μέσα από τα έργα του προσπαθεί να φέρει τις δύο περιοχές σε διάλογο, δημιουργώντας έργα όπου οι βιολογικές διαδικασίες, η μνήμη, το τοπίο και η προσωπική ιστορία λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σώμα εμπειρίας…Το έδαφος καταγράφει την κίνηση και η κίνηση τροφοδοτεί ξανά την ύλη», μου εξηγεί. Τα έργα του δεν αντιμετωπίζουν το τοπίο ως στατικό φόντο αλλά ως ζωντανό οργανισμό όπου η ιστορία, η πολιτική, η φθορά και η προσωπική εμπειρία συνεχίζουν να συσσωρεύονται.

Ο Ivan ανήκει στην τελευταία γενιά παιδιών που γεννήθηκαν στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Η διάλυση της χώρας, ο πόλεμος, η αβεβαιότητα και η αίσθηση μιας βίαιης ιστορικής μετάβασης διαπερνούν υπόγεια το έργο του. Ένα από τα έργα της έκθεσης μοιάζει με ένα τοπογραφικό ίχνος χαμένο μέσα σε ένα δάσος. Μου εξηγεί πως πρόκειται για την περιοχή ενός παλιού αεροδρομίου στην Ποντγκόριτσα, το οποίο χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στρατιωτικές δυνάμεις. Σήμερα ο χώρος έχει μετατραπεί σε ένα καταπράσινο δάσος, όμως για τον ίδιο το τοπίο αυτό κουβαλά μια βαθιά προσωπική και οικογενειακή μνήμη. Η γη αυτή ανήκε κάποτε στην οικογένειά του. Ο παππούς του ήταν ιερέας και, όπως λέει ο ίδιος, κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος η περιουσία αφαιρέθηκε από την οικογένεια. Στο έργο, ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί ψηφιακά τοπογραφικά ίχνη και outlines της περιοχής, επιχειρώντας να ανασυνθέσει έναν τόπο που υπάρχει πλέον περισσότερο ως μνήμη παρά ως πραγματική γεωγραφία.

Οι τόποι αυτοί λειτουργούν για εκείνον σαν “safe zones” μνήμης. Είναι τοπία που συνδέονται με μια εποχή πολιτικής αβεβαιότητας, με τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, με την εμπειρία ενός παιδιού που έβλεπε τον κόσμο γύρω του να αλλάζει βίαια χωρίς να μπορεί ακόμη να κατανοήσει πλήρως τι συμβαίνει. Το τραύμα, όμως, στο έργο του δεν εμφανίζεται ποτέ με άμεσο ή διδακτικό τρόπο. Αντίθετα, διαχέεται υπόγεια μέσα από τα υλικά, τις επιφάνειες και τις φθαρμένες εικόνες.

Κάθε εικόνα του έχει έναν συγκεκριμένο αριθμό στο κάτω μέρος. «Βλέπεις, αυτό είναι ένα πραγματικό μέρος, συνοδευόμενο από έναν αριθμό που ανήκει σε αυτή την περιοχή, γιατί χρησιμοποιώ τοπογραφικά στοιχεία, τοπωνύμια και αριθμητικές αναφορές σαν ένα είδος καταγραφής του τόπου», μου εξηγεί δείχνοντάς μου το νούμερο σε κάθε έργο.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία επιχειρεί να δημιουργήσει μικρούς «οικείους τόπους μνήμης», σχεδόν σαν προσωπικά altar pieces – όχι με θρησκευτική έννοια, αλλά ως χώρους όπου μπορεί κανείς να σταθεί, να αφηγηθεί κάτι για τον εαυτό του και να μοιραστεί μια βαθιά προσωπική ιστορία. Όπως εξηγεί, όλα τα έργα του ξεκινούν πάντοτε από ένα κείμενο, από μια αφήγηση, από αυτό που ο ίδιος αποκαλεί “post-conceptual moments”, τα οποία στη συνέχεια μετατρέπονται σε αντικείμενα και εγκαταστάσεις που λειτουργούν σαν φορείς προσωπικής και συλλογικής μνήμης.

Πρόθεσή του δεν είναι να αφηγηθεί αποκλειστικά τη δική του ιστορία, αλλά να δημιουργήσει έργα μέσα στα οποία οι θεατές μπορούν να αναγνωρίσουν δικά τους βιώματα και μνήμες ενηλικίωσης. «Θέλω οι άνθρωποι να βρίσκουν κάτι οικείο μέσα σε αυτά τα τοπία». Τα έργα του συνεχίζουν να αλλάζουν, να οξειδώνονται και να μετασχηματίζονται ανάλογα με το φως, την ατμόσφαιρα και τη θερμοκρασία του χώρου. Παραμένουν ζωντανά, σαν οργανισμοί που κουβαλούν ακόμη μέσα τους χρόνο και ύλη.

Ο ίδιος περιγράφει τη δουλειά του ως βαθιά ποιητική, μελαγχολική και εσωτερική. Δεν τον ενδιαφέρει η τέχνη των ξεκάθαρων δηλώσεων ή των εύκολων ερμηνειών. Αντίθετα, αναζητά εκείνες τις εύθραυστες, εφήμερες και νοσταλγικές στιγμές που δύσκολα εξηγούνται με λόγια αλλά γίνονται αισθητές μέσα στον χώρο και στα υλικά. Προτιμά να μιλά για τα σύνορα, τη διάλυση και την απώλεια μέσα από κάτι πιο εύθραυστο και ανθρώπινο: ένα τοπίο, ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο, ένα κομμάτι γης, μια επιφάνεια που αλλάζει χρώμα αργά μέσα στον χρόνο.

Ο ίδιος μιλά με ιδιαίτερη συγκίνηση και για το ίδιο το AMA House, τον χώρο που φιλοξενεί την έκθεση. Όπως εξηγεί, ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι τυπικοί “white cube” εκθεσιακοί χώροι. Προτιμά σπίτια και χώρους που κουβαλούν ήδη μέσα τους μια ιστορία, ένα ίχνος ζωής και μνήμης. Η γνωριμία του με τους επιμελητές της έκθεσης ξεκίνησε μετά την επίσκεψή του στο ελληνικό περίπτερο της Biennale Βενετίας του 2024, το οποίο, όπως λέει, τον συγκίνησε βαθιά γιατί ένιωσε πως συνομιλούσε με τη δική του ποιητική και καλλιτεχνική σκέψη Μέσα από αυτή τη συνάντηση προέκυψε η γνωριμία του με τον Πάνο Γιαννικόπουλο, επιμελητή της έκθεσης, ο οποίος τον προσκάλεσε να παρουσιάσει το έργο του στην Αθήνα. Μαζί δημιούργησαν μια εγκατάσταση που μοιάζει σχεδόν με μικρογραφία brutalist αρχιτεκτονικής μέσα στον χώρο του AMA House, έναν εκθεσιακό οργανισμό όπου τα έργα, οι επιφάνειες, το φως και η αρχιτεκτονική λειτουργούν σαν ενιαίο σώμα.  

Ο ίδιος μιλά επίσης με θερμότητα για την Άννα Μαρία Λουδάρου, Καλλιτεχνική Διευθύντρια του AMA House και όλους τους ανθρώπους που συμμετείχαν στη δημιουργία της έκθεσης. «Μου αρέσουν τα σπίτια που έχουν ιστορία. Όταν νιώθεις πως υπάρχουν ακόμη μέσα τους ίχνη ανθρώπων, μνήμες, κάτι που μπορείς μόνο να φανταστείς, αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό», εξηγεί. Όταν επισκέφθηκε το AMA House, αισθάνθηκε πως μπορούσε να τοποθετήσει μέσα του όχι μόνο τα έργα αλλά και ένα κομμάτι της δικής του οικογενειακής ιστορίας, δημιουργώντας έναν διάλογο ανάμεσα στη μνήμη του χώρου και στις προσωπικές γεωγραφίες που κουβαλά η έκθεση. Για τον Šuković, τέτοιου είδους χώροι αποτελούν ίσως το μέλλον της εκθεσιακής εμπειρίας, ακριβώς επειδή επιτρέπουν στα έργα να συνομιλήσουν οργανικά με την αρχιτεκτονική, τη φθορά, την κατοίκηση και τη μνήμη του ίδιου του τόπου.

Info:

Επιμέλεια: Πάνος Γιαννικόπουλος
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Άννα-Μαρία Λουδάρου
Βοηθός Επιμελήτριας: Αλεξάνδρα Μαλακασιώτη

Διάρκεια έκθεσης: 20 Μαΐου – 5 Ιουλίου 2026
Ώρες λειτουργίας: Παρασκευή – Κυριακή, 17:00 – 20:00
AMA House, Αγίας Λαύρας 60, Αθήνα