Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, με πατέρα Αιγύπτιο και μητέρα Ελληνίδα, ο Γιώργος Σουλεϊμάν κουβαλά από νωρίς μέσα του την έννοια της διπλής ρίζας. «Πολλοί νομίζουν ότι το Σουλεϊμάν είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο», λέει γελώντας. «Όχι, είναι το όνομά μου – και η ιστορία μου». Πριν φτάσει στο θέατρο, σπούδασε εμπορία και διαφήμιση· ένα πεδίο που σύντομα κατάλαβε πως δεν τον εξέφραζε. «Ένιωθα ότι ασφυκτιώ, πως κάτι μέσα μου ζητούσε άλλο χώρο».
Ο χώρος της τέχνης και του θεάτρου βρέθηκε τυχαία, μέσα από μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα. Πήγε ως ηθοποιός, και η δασκάλα του τού ζήτησε απλώς να περπατήσει στη σκηνή. «Κι εκεί πάγωσα. Δεν ήξερα πώς να περπατήσω. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι ενδιαφέρον συμβαίνει – κάτι που με ξεπερνά». Από εκείνη τη στιγμή άνοιξε ο δρόμος. Πέρασε στη Δραματική Σχολή του Ανδρέα Βουτσινά – από τα πρώτα παιδιά που πρόλαβαν τον ίδιο τον Βουτσινά ως δάσκαλο. «Ήταν μεγάλη τύχη. Είχε αυτό το χάρισμα να σε κάνει να βλέπεις το θέατρο όχι ως επάγγελμα, αλλά ως πράξη ζωής».
Μετά τη Σχολή, έμεινε για λίγο στη Θεσσαλονίκη. Κάποιοι καθηγητές του τού εμπιστεύτηκαν τα πρώτα κείμενα· έτσι δοκίμασε τις πρώτες του σκηνοθεσίες έξω από τη σχολή. Τρία χρόνια αργότερα, μετακόμισε στην Αθήνα για να ακολουθήσει την υποκριτική. Οι απορρίψεις και οι δυσκολίες ήταν πολλές, μέχρι που ήρθε η συνάντηση με τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο. «Ήμασταν φίλοι, συζητούσαμε πολύ. Μια μέρα μου είπε: “Δεν θέλεις να σκηνοθετήσεις τον μονόλογο Ουρανία με τη Δανάη Μπάρκα;” Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι».
Από τότε, η σκηνοθεσία τον κέρδισε ολοκληρωτικά. «Νιώθω ότι εκεί μπορώ να είμαι δημιουργικός σε όλη την εικόνα μιας παράστασης. Μ’ αρέσει να συνεργάζομαι με ανθρώπους, να φτιάχνω ομάδες, να βρίσκω κάθε φορά τη χημεία που θα γεννήσει ένα αποτέλεσμα. Αυτό με συγκινεί». Έντεκα χρόνια μετά την πρώτη του παράσταση στην Αθήνα και έξι σκηνοθεσίες στο ενεργητικό του, (συνεχίζεται για 2η χρόνια το θεατρικό έργο «BLUE TRAIN» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου στο Θέατρο Άλμα), ο Σουλεϊμάν επιστρέφει με ένα έργο που συνδυάζει το προσωπικό με το καθολικό. Το έργο Η Μονίκ δραπετεύει, βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Εντουάρ Λουί, είναι η πρώτη του διασκευή λογοτεχνικού κειμένου και, όπως λέει είναι «Ένα έργο που ήρθε σε μια στιγμή της ζωής μου που χρειαζόμουν να το καταλάβω».


Η προσωπική αφετηρία της “Μονίκ” – Η πρώτη συγκίνηση και το βλέμμα προς τις γυναίκες
«Πάντα ξεκινάω από μια προσωπική συγκίνηση», λέει ο Γιώργος Σουλεϊμάν. «Το θέατρο είναι δύσκολη δουλειά – δεν είναι ιατρική, αλλά έχει τη δική του δυσκολία. Οπότε όταν έρχονται τα εμπόδια, χρειάζεσαι κάτι να σε κρατήσει. Για μένα αυτό είναι η πρώτη συγκίνηση. Εκεί γυρνάω, για να θυμηθώ γιατί το διάλεξα». Όταν το βιβλίο του Εντουάρ Λουί έπεσε στα χέρια του, εκείνος βρισκόταν σε μια περίοδο προσωπικής αναταραχής. Η μητέρα του περνούσε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και ο ίδιος έπρεπε ξαφνικά να σταθεί δυνατός, να «ενηλικιωθεί» μέσα σε μια νύχτα. «Διάβασα τις πρώτες δέκα σελίδες και το άφησα», θυμάται. «Δεν ήταν η στιγμή. Όταν πια όλα είχαν περάσει, το ξαναέπιασα και είπα: Αυτό είναι. Γιατί τελικά, μέσα από τη σχέση του Εντουάρ με τη μητέρα του, άρχισα να καταλαβαίνω κι εγώ τη δική μου. Το βιβλίο μού έδωσε έναν τρόπο να σκεφτώ τη φροντίδα, την ευθύνη, την αγάπη, το πώς οι ρόλοι αντιστρέφονται όταν μεγαλώνουμε».


Η απόφασή του να διασκευάσει τον Λουί είναι ένα μικρό άλμα, μια «πρώτη φορά» που υπογραμμίζει όλη την ενέργεια που έχουν όλες οι πρώτες φορές. Η Μονίκ Δραπετεύει αφηγείται την προσπάθεια ενός γιου να σώσει τη μητέρα του από μια κακοποιητική σχέση – και μέσα απ’ αυτή την πράξη σωτηρίας, να τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της, να βρει τη δική της φωνή.
Η δική του σκηνική εκδοχή ξεκινά από ένα σχεδόν αμελητέο σημείο του βιβλίου – μια παράγραφο στη μέση του βιβλίου μόλις τριών σειρών: μετά από μια πρεμιέρα στο Αμβούργο, μητέρα και γιος χάνουν το δείπνο τους και καταλήγουν σε ένα 24ωρο φαστφουντάδικο. «Αυτό το μικρό κομμάτι το είδα σαν σκηνικό σύμπαν. Ένα ουδέτερο μέρος, σχεδόν εκτός χρόνου, όπου μπορούν να μιλήσουν για πρώτη φορά με αλήθεια». Όταν συνομίλησε με τον ίδιο τον Λουί για τα δικαιώματα του έργου, εκείνος τού είπε πως χάρηκε που είδε σε αυτή τη μικρή σκηνή το κέντρο της ιστορίας.
Ο κόσμος του Λουί δεν είναι μόνο οικογενειακός. Είναι και βαθιά πολιτικός. Ο συγγραφέας, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού το «Ένα Δικό της δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ, επιμένει πως πριν από τις ταυτότητες υπάρχουν οι υλικές συνθήκες: οι αόρατες ζωές των γυναικών της εργατικής τάξης, όσων παλεύουν με στερεότυπα και πατριαρχία, με εργασία και ανελευθερία. Ο Σουλεϊμάν αυτή τη διάσταση δεν την παρακάμπτει. Την τοποθετεί στο σώμα της παράστασης. «Για μένα η απόδραση της Μονίκ δεν είναι μόνο από τον σύντροφό της», λέει. «Είναι από την κοινωνική της θέση, από τα στερεότυπα, από όλα όσα της έμαθαν να αντέχει. Είναι η προσπάθεια κάθε γυναίκας να ξεφύγει από αυτό που της επέβαλαν».
Η Μονίκ δραπετεύει γίνεται έτσι ένα έργο βαθιά επίκαιρο. Όχι γιατί «συμπίπτει» με την εποχή, αλλά γιατί την αποκαλύπτει. «Ζούμε σε μια περίοδο όπου ακούμε συνεχώς για κακοποιητικές σχέσεις, για γυναίκες που προσπαθούν να ξεφύγουν, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία. Είναι ιστορίες που δεν τελειώνουν ποτέ – και αυτό το έργο τις κάνει ορατές. Αυτές οι γυναίκες μας αφορούν. Είναι ανάμεσά μας».

Στις πρόβες, ανάμεσα στα πρόσωπα – Χτίζοντας τη “Μονίκ”
Η επιλογή των προσώπων μοιάζει σχεδόν οργανική. Ο Δημήτρης Φουρλής, ένας νέος αλλά ήδη δοκιμασμένος ηθοποιός, φέρει και φυσιογνωμικά μια απροσδόκητη συγγένεια με τον Εντουάρ Λουί, ενώ στο πλευρό του η Θέμις Μπαζάκα, μετά από τρεις-τέσσερις συζητήσεις είπε το ναι. Από την πρώτη συνάντηση γεννήθηκε μεταξύ τους μια ζεστή, “οικογενειακή” σχέση. Η «ομάδα» αυτή τη φορά είναι ένα τρυφερό, σφιχτά δεμένο σύνολο. «Έχουν αγαπηθεί από την πρώτη στιγμή», λέει. «Έχουν γίνει πραγματικά μάνα και γιος. Έχουν τις εντάσεις τους, έχουν την αγάπη τους, αλλά πάντα υπάρχει φροντίδα ο ένας για τον άλλον. Πάνω στη σκηνή αυτό μεταφράζεται σε μια αληθινή σχέση, με βλέμματα, με σιωπές, με μικρές κινήσεις που δεν σκηνοθετούνται – απλώς συμβαίνουν. Είναι πολύ ωραία η σχέση τους. Τους καμαρώνω».
Η μουσική της παράστασης φέρει την υπογραφή του Capétte ενός νεαρού μουσικού που ο Σουλεϊμάν ανακάλυψε σχεδόν τυχαία. «Ήταν τέλεια η συνάντηση», θυμάται. «Τον άκουσα στο Spotify, μου άρεσε η μουσική του, οι ήχοι, οι στίχοι του, ακόμη και τα θέματα για τα οποία μιλάει. Τον έψαξα και έμαθα ότι ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Το αστείο είναι πως το σπίτι του ήταν δίπλα στο πατρικό μου – κυριολεκτικά η διπλανή πολυκατοικία. Δεν γνωριζόμασταν ποτέ, και συναντηθήκαμε τώρα, χρόνια μετά, στην Αθήνα».
Αυτή η απρόσμενη σύμπτωση έγινε αφορμή για μια δημιουργική σύμπλευση. «Ο Capétte είναι πολύ ουσιαστικός συνεργάτης. Η μουσική του δεν είναι επένδυση· είναι ρόλος. Δημιουργεί ένα ηχοτοπίο που αναπνέει μαζί με τη δράση. Είναι ένα σώμα που συνομιλεί με τους ήρωες, τους ακολουθεί και τους φωτίζει». Η παράσταση, άλλωστε, έχει μια σχεδόν κινηματογραφική πνοή. Ο Σουλεϊμάν αγαπά την έννοια της «κινηματογραφικής διασκευής»: εικόνες, σιωπές και ήχοι που συνθέτουν μια εμπειρία συνεχούς μετάβασης.
«Η Μονίκ δραπετεύει» είναι για τον Σουλεϊμάν ένα έργο που πέρασε μέσα του, πριν περάσει στη σκηνή. «Ναι, ήταν φορτισμένη διαδικασία», λέει χωρίς δεύτερη σκέψη. «Ξεκινάω πάντα από κάτι που με αφορά. Αλλά όταν μπαίνεις στη διαδικασία των προβών, αυτό αλλάζει. Το ξεχνάς, όχι γιατί δεν υπάρχει πια, αλλά γιατί μετατρέπεται σε εργασία. Εκεί πρέπει να λειτουργήσεις σαν εργάτης – να φτιάξεις την κατασκευή».
Η λέξη “κατασκευή” επανέρχεται στον λόγο του. Για εκείνον το θέατρο είναι χειρωνακτική τέχνη, μια πράξη όπου το συναίσθημα χρειάζεται μέτρο και σύνεση. «Αν μείνεις μέσα στο συναίσθημα, δεν βλέπεις καθαρά. Το ίδιο συμβουλεύω και τους συνεργάτες μου: στην αρχή ψάχνουμε όλοι τη δική μας προσωπική συγκίνηση, τον λόγο που κάνουμε αυτό το έργο. Μετά όμως κρατάμε απόσταση, για να το δούμε σαν σύνολο, να μπορούμε να το καθοδηγήσουμε. Αν δεν πάρεις απόσταση, δεν μπορείς να δεις την αλήθεια». Η αρχική παρόρμηση είναι πάντα βαθιά, σχεδόν βιωματική. Αλλά στη συνέχεια η πειθαρχία, η μεθοδικότητα και η ανάγκη για καθαρή ματιά παίρνουν τη σκυτάλη. «Η τέχνη έχει κι αυτή τους κανόνες της αναπνοής», λέει. «Πρέπει να ξέρεις πότε να πλησιάζεις και πότε να απομακρύνεσαι.»

Η εποχή της εξάντλησης αλλά και η ανάγκη για επικοινωνία και ορατότητα
Όταν η συζήτηση φτάνει στη δική του γενιά, ο Γιώργος Σουλεϊμάν χαμηλώνει τον ρυθμό. Η γενιά του κουβαλά εξουθένωση από την εργασία, μια αβέβαιη ισορροπία ανάμεσα στην ορατότητα ευάλωτων ομάδων και την αντίδραση που πυροδοτείται, και μια δυσκολία βασική: να επικοινωνήσουμε.
«Το πρώτο πρόβλημα είναι το εργασιακό», λέει. «Δουλεύουμε ασταμάτητα, πολλές ώρες την ημέρα. Εγώ μιλάω από προνομιακή θέση – κάνω κάτι που αγαπώ. Αλλά δεν έχουν όλοι αυτή τη δυνατότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν χωρίς να ζουν. Χωρίς να προλαβαίνουν να ονειρευτούν, να κάνουν ένα ταξίδι, να χτίσουν μια ζωή όπως τη θέλουν». Μιλά και για κάτι άλλο: την ορατότητα. «Υπάρχουν ομάδες ανθρώπων που παλεύουν να ακουστούν, κι ενώ νομίζουμε ότι έχουμε προχωρήσει, βλέπουμε πάλι δυνάμεις να τους σπρώχνουν πίσω. Αυτό με αφορά, γιατί μιλάει για τον φόβο του διαφορετικού – για την ανάγκη να ξανακερδίσουμε χώρο, φως, φωνή». Κι έπειτα, καταλήγει σε κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο: την επικοινωνία. «Έχουμε ξεχάσει πώς να μιλάμε. Πώς να ακούμε. Ο καθένας κουβαλά τα δικά του, κι όμως, για κάποιο λόγο συναντιόμαστε. Αν βρούμε έναν καθαρό κώδικα επικοινωνίας, αυτός μπορεί να μεγαλώσει, να απλωθεί και να μας ενώσει. Αλλά έχουμε στραφεί πολύ στον εαυτό μας. Ίσως χρειάζεται να ξαναγυρίσουμε στους άλλους».
