Ένας μνημειώδης συγγραφέας του κλασικισμού, ένας κολοσσιαίος σκηνοθέτης, μια εμβληματική ηθοποιός, μια διεθνής παραγωγή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση συμπράττουν στη δημιουργία ενός αξιομνημόνευτου σκηνικού γεγονότος που θα έχουμε τη μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουμε από τις 26 Μαρτίου και για πέντε ημέρες στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης. Η «Βερενίκη» του Ρακίνα έτσι όπως την οραματίστηκε ο Ρομέο Καστελούτσι και την ενσαρκώνει η Ιζαμπέλ Ιπέρ.
Είχα την ξεχωριστή χαρά να βρεθώ σε δημοσιογραφική συζήτηση με τον μεγάλο δημιουργό. Ο Ρομέο Καστελούτσι κατόρθωσε να αναιρέσει την ψυχρή ψηφιακή συνθήκη με την ιδιαίτερη γοητεία του, την αφοπλιστική του ευγένεια και το ιδιαίτερο χιούμορ του. Αναπάντεχα προσιτός, απάντησε σε ένα μωσαϊκό γόνιμων ερωτήσεων δημιουργώντας με τη βαθύτητα της σκέψης του ένα πλέγμα εννοιών, στοχασμού και αισθητικής.

Όλα όσα μας είπε ο Ρομέο Καστελούτσι για…
…την ιστορία της «Βερενίκης»
«Η “Βερενίκη” της παράστασής μας είναι ιστορικό πρόσωπο που προέρχεται από τη Βίβλο. Δεν πηγάζει από την περιοχή του Μύθου. Όπως και ο Τίτος ο στρατηγός, ο γιος του Βεσπασιανού και μελλοντικός Αυτοκράτορας της Ρώμης, που υπήρξε και ο καταστροφέας του ναού του Σολομώντα και κατέστρεψε για πάντα τον ναό στην Ιερουσαλήμ.
Είναι η δεύτερη καταστροφή του ναού, η πρώτη ήταν από τους Βαβυλώνιους, η δεύτερη και η τελευταία ήταν από τον Τίτο. Η Βερενίκη ήταν μια πριγκίπισσα, ερωτευμένη μαζί του, με εκείνον που κατέστρεψε τον ναό. Ερωτευμένη με εκείνον που ήταν εναντίον του λαού της και αυτό είναι μια συνθέτη πολιτική συνθήκη. Αλλά, σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ιστορικά πρόσωπα και όχι για μυθικά.
Η Βερενίκη θα πάει στη Ρώμη ως μελλοντική σύζυγος του Τίτου. Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η σχέση του έργου με τα ιστορικά γεγονότα. Για μένα, βέβαια, η “Βερενίκη” είναι μια υπέροχη ιστορία αγάπης. Πιστεύω ότι ο έρωτας του Τίτου για εκείνη ήταν πραγματικός. Την αγαπούσε. Υπάρχουν πολλές, πολλές ερμηνείες. Λένε ότι δεν υπήρξε αληθινά ερωτευμένος μαζί της, αλλά δεν το πιστεύω. Νομίζω ότι ήταν μια πραγματική αγάπη. Για να μπορέσει όμως, να στεφθεί αυτοκράτορας αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει».

…την επιλογή του έργου – Η γλώσσα ως «ένα μνημείο μοναξιάς»
«Αισθάνομαι ότι με έναν τρόπο δεν διάλεξα εγώ το έργο, τη “Βερενίκη”, αλλά εκείνο με διάλεξε. Συνήθως έτσι συμβαίνει. Αλλά, αν πρέπει να αιτιολογήσω το γιατί το επέλεξα θα πω επειδή με γοητεύει η σύλληψη της τραγωδίας. Και ο Ρακίνας -ήταν ένας ποιητής- ένας υπέροχος ποιητής που προσπαθούσε διαρκώς να αναδημιουργήσει την αρχαία ελληνική τραγωδία. Μία ακατόρθωτη προσπάθεια. Αλλά αυτή η προσπάθειά του με συγκινεί πολύ. Και ειδικά η “Βερενίκη”, είναι ένα υπέροχο έργο για την εκμηδένιση της γλώσσας. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα είδος μνημείου μοναξιάς.
Η λέξη δεν σημαίνει σχεδόν τίποτα. Όσο περισσότερο μιλάει η Βερενίκη, τόσο μεγαλώνει η μοναξιά της. Μια ακύρωση της επικοινωνίας. Αυτό το είδος μοναξιάς στη γλώσσα, μετατρέπεται σε έρημο: όσο περισσότερο μιλάμε, τόσο πιο μόνοι είμαστε. Και αυτό είναι τραγικό. Ακόμα και στο ελληνικό πνεύμα. Αυτό το είδος μοναξιάς είναι πολύ σύγχρονο. Είναι ένα συναίσθημα που το έχει νιώσει, καθένας μας, νομίζω.
Και έτσι, για αυτό τον λόγο, επέλεξα να κρατήσω το πρωτότυπο κείμενο όσον αφορά στον χαρακτήρα της Βερενίκης, ενώ προτίμησα οι άλλοι χαρακτήρες του έργου να εξαφανιστούν. Έσβησα όλους τους χαρακτήρες για να κρατήσω μόνο τη Βερενίκη, σαν νησί…
Είναι ο μόνος γυναικείος ρόλος, που περιβάλλεται από πολιτικούς άνδρες. Είναι σαν να μιλάει σε φαντάσματα. Είναι εντελώς μόνη. Και η μόνη πράξη της είναι η φυγή. Η έξοδος. Έπρεπε να φύγει. Πρέπει να φύγει από την αρχή. Και αυτό είναι πολύ συγκινητικό. Επιλέγει να φύγει από τη Ρώμη. Και αυτή είναι μια υπέροχη στιγμή. Είναι ένα είδος θριάμβου».

…για τη «Βερενίκη» και τα 14 βουβά ανδρικά πρόσωπα
«Οι ανδρικές μορφές γύρω από τη “Βερενίκη” είναι σαν φαντάσματα, σαν πνεύματα, άυλα. Αν διαβάσετε προσεκτικά το έργο θα δείτε ότι ο πραγματικός αντίπαλός της είναι η Ρώμη. Είναι η Σύγκλητος. Η Ρώμη, αντιπροσωπεύει το κράτος. Το κράτος είναι σαν τον Λεβιάθαν και όπου υπερισχύει το κράτος, εξανεμίζεται κάθε πιθανότητα για Αγάπη. Η Αγάπη είναι ενάντια στο Κράτος, το Κράτος είναι ενάντια στην Αγάπη. Έτσι, επειδή η Ρώμη συμβολίζει το Κράτος, εξαφανίζει την Αγάπη. Αυτή είναι η διελκυστίνδα των δύο αντίθετων δυνάμεων που συγκρούονται: Κράτος και αγάπη. Ο νόμος του κράτους και η γλώσσα της αγάπης.
Η γλώσσα της αγάπης, εκφράζεται από το συναίσθημα της Βερενίκης. Είναι η μόνη ειλικρινής αλλά ενστικτωδώς απέχει από κάθε είδους σωματική επαφή. Δεν υπάρχει αγκαλιά, ούτε φιλί, τίποτα και κανένα χάδι. Μόνο λόγια. Και οι λέξεις μοιάζουν όλο και περισσότερο με δηλητήριο, γίνονται όλο και περισσότερο ένα είδος πληγής. Προκαλούν μια χαίνουσα πληγή.
Η “Βερενίκη” είναι ένα δράμα χωρίς καμία δράση. Μόνο λόγια. Υπάρχει κάτι κοινό με τον Σάμιουελ Μπέκετ. Οι άνθρωποι παγιδεύονται στις λέξεις. Δεν μπορούν να κινηθούν. Είναι σαν… να μην μπορούν να κινηθούν πια. Επειδή το να μιλούν δημιουργεί μια παγίδα».

…για την Αγάπη – τον μοναδικό λόγο ύπαρξης
«Για μένα, η αγάπη είναι ο μόνος λόγος ύπαρξης στη γη. Αλλά αγάπη σημαίνει αγώνας. Δεν υπάρχει σωστή αγάπη. Η αγάπη σχετίζεται με το λάθος, τουλάχιστον αυτό πρεσβεύει η λογοτεχνία του δυτικού πολιτισμού. Αλλά αυτό το λάθος είναι η ομορφιά κάθε αγάπης. Η αγάπη, κατά κάποιον τρόπο είναι πάντα λανθασμένη, επειδή έχει να κάνει με την τρέλα.
Και αυτό ισχύει και για τη Βερενίκη. Καταλαμβάνεται από ένα είδος τρέλας, εξαιτίας όμως του γλωσσικού ιδιώματος του Ρακίνα αυτό εκφράζεται με έναν φορμαλιστικό, γεωμετρικό τρόπο. Η γεωμετρία δημιουργείται από την ποίηση, από τον αλεξανδρινό στίχο. Έτσι, όλα είναι πολύ ακριβή και φορμαλιστικά, αλλά πίσω από αυτή την τελειότητα μπορείτε να αισθανθείτε μια άβυσσο, μπορείτε επίσης να αισθανθείτε ένα είδος ερωτισμού.
Ο Ρακίνας είναι, διάσημος για την αντίφασή του ανάμεσα στην τελειότητα της γλώσσας και την αυστηρότητα που καλύπτει ένα είδος ενστίκτου, σχεδόν ζωώδους, ακραίου σαν άβυσσο. Και αυτή είναι μια θαυμάσια αντίφαση για την αγάπη. Γιατί στην αγάπη πάντα υπάρχει κάτι επικίνδυνο. Αν αγαπάς αληθινά, είσαι έτοιμος να πεθάνεις. Και αυτό μπορούμε να το νιώσουμε στο έργο.
Το έργο σχετίζεται πολύ ισχυρά με τη γλώσσα, η οποία συνιστά την κύρια αρχιτεκτονική του. Δεν είναι το περιεχόμενο, αλλά η γλώσσα. Το έργο ξεκινά με απόλυτο σεβασμό στον μετρονομικό αλεξανδρινό στίχο, αλλά σιγά-σιγά, η Βερενίκη χάνει τον έλεγχο και βυθίζεται στη γλώσσα, όλο και περισσότερο. Είναι σαν ένα πλοίο που εγκαταλείπει το λιμάνι. Και τότε εγκαταλείπει τη γλώσσα για να βρει τον εαυτό της. Αυτή η παράσταση σημαίνει την εγκατάλειψη της Γλώσσας. Στο τέλος του έργου, η Βερενίκη, βρίσκει τον εαυτό της και εγκαταλείπει τη Ρώμη αλλά πληρώνει ένα πολύ βαρύ τίμημα».

για τη «Βερενίκη»: Πολιτικό θέατρο ή ερωτική τραγωδία;
«Το πιο εντυπωσιακό μέρος του έργου -που είναι κρυμμένο- είναι το πολιτικό. Γιατί η πολιτική, με όρους εξουσίας, δυσκολεύουν την Αγάπη. Το κράτος, ο Λεβιάθαν. Είναι οι δυνάμεις, οι πολύ σκοτεινές, που συνθλίβουν την Αγάπη.
Δεν είναι ιδιόμορφη η αγάπη μεταξύ της Βερενίκης και του Τίτου, αλλά το Κράτος είναι ενάντια σε κάθε Αγάπη. Επειδή ο νόμος του Κράτους δεν μπορεί να κατανοήσει τον νόμο της Αγάπης. Έτσι είναι πάντα.. Η Αγάπη εναντιώνεται. Η Αγάπη έχει και μια ευθραυστότητα… Οι εραστές είναι πάντα τα θύματα. Αυτό δεν είναι επιλογή. Είναι πάντα έτσι. Ίσως επειδή στο τέλος, με έναν τρόπο, είναι πάντα αυτοί που νικούν. Όμως, ο Νόμος του Κράτους διαπέρασε τη γλώσσα. Το πραγματικό συναίσθημα δεν εκφράζεται με λόγια, αλλά από άλλα συναισθήματα, άλλη γλώσσα, άλλο ήχο, αυτόν του σώματος. Η σιωπή και η αναμονή και όλο αυτό το είδος λεξιλογίου, είναι ένα πολύ πλούσιο λεξιλόγιο δίπλα στις λέξεις, που εκφράζονται από τη Βερενίκη. Όταν τρέμει, όταν κλαίει, όταν παραπονιέται… Υπάρχει ένα άλλο είδος λεξιλογίου.
Είναι εντελώς μόνη. Αυτό κάνει τον χαρακτήρα τόσο υπέροχο και τόσο κοντά μας, κατά κάποιον τρόπο, κοντά μου. Είναι γυναίκα, σίγουρα. Υπάρχει, λοιπόν, και αυτού του είδους, νομίζω, η δύναμη, ο αγώνας. Αλλά για μένα, είναι η έννοια της θηλυκότητας που ενυπάρχει σε όλους μας. Πρέπει να είμαστε γυναίκες για να αγαπάμε. Ναι…».

…για τον συσχετισμό της «Βερενίκης» με την τραγωδία των Τεμπών
«Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση, κυρίως επειδή δεν γνωρίζω με λεπτομέρειες τι ακριβώς τρομερό συνέβη στην Ελλάδα. Αλλά από αυτά που γνωρίζω σίγουρα είναι μια ανείπωτη τραγωδία, που αντιπροσωπεύει τη σύγκρουση μεταξύ Κράτους και του Νόμου ενάντια στην πραγματική ζωή.
Το γεγονός ότι έχεις σώμα, το γεγονός ότι είσαι άνθρωπος. Ο τραγικός ήρωας, είναι πάντα κάποιος που κάποια στιγμή εναντιώνεται στην Εξουσία. Ξέρετε, πρέπει να πολεμήσετε ενάντια στην Εξουσία. Υπάρχει πάντα αυτή η μάχη με την Εξουσία και τον ήρωα. Πάντα. Έτσι η δράση , -δεν πιστεύω προσωπικά στον ακτιβισμό στο θέατρο και στην τέχνη- είναι η αρχή κάθε πολιτικής πράξης. Για αυτόν τον λόγο, πιστεύω ότι η Βερενίκη, έδωσε τη σωστή απάντηση. Έφυγε. Πορεύτηκε προς έναν άλλο κόσμο. Ανέστειλε όλους τους κανόνες του παιχνιδιού. Είναι ένα άλλο παιχνίδι, μια άλλη ζωή, μια άλλη δυνατότητα. Θέλω να πω, για μένα, είναι απολύτως νόμιμο και σωστό να βγούμε στον δρόμο για να πολεμήσουμε».
…για τη Βερενίκη ως τοτέμ του «ξένου»
«Ήταν αδύνατο για τη Ρώμη, εκείνη την εποχή, να δεχτεί μια ξένη βασίλισσα. Αδύνατο, γιατί το επέβαλλε η “καθαρότητα του αίματος”. Η ίδια αντιμετώπιση υπήρξε και για την Κλεοπάτρα. Οι Ρωμαίοι, έχουν νωπή αυτή τη μνήμη… Και έτσι, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να δεχτούν τη Βερενίκη για Βασίλισσα, επειδή δεν ήταν Ρωμαία. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει στην εποχή μας: Αυτό το είδος του φρικτού συναισθήματος που διαποτίζει την κοινωνία μας. Όμως δεν το έθιξα άμεσα -τουλάχιστον- αυτό το πολιτικό ζήτημα, επειδή ήταν ήδη καταφανές, αλλά σίγουρα υπάρχει και αυτό το θέμα ως πολιτική διάσταση».
…για τις διαμαρτυρίες από την παράσταση στο Παρίσι
«Πράγματι, υπήρξαν διαμαρτυρίες στο Παρίσι, κυρίως τις πρώτες μέρες, αλλά, για μένα, η διαμαρτυρία είναι ευχάριστη είδηση. Νομίζω οι θεατές στη Γαλλία απογοητεύτηκαν, γιατί περίμεναν μια συγκεκριμένη σκηνική ερμηνεία του έργου. Και αυτό το ένιωσα ως σωστή αντίδραση. Θέλησα να εμβαθύνω στη φιλοσοφική διάσταση του Ρακίνα, γιατί εκτός από δραματουργός, ήταν και ποιητής και φιλόσοφος. Ασχολήθηκα με τη φιλοσοφική του έκφανση με έναν πυκνό τρόπο και δεν εστίασα στη σκηνική μεταφορά του δράματος.
Δεν το ανέβασα σαν ένα δράμα, αλλά σαν έναν μονόλογο. Με απόλυτο σεβασμό για κάθε λέξη, για κάθε κόμμα του κειμένου που ανήκει στον χαρακτήρα της Βερενίκης. Όλα τα υπόλοιπα είναι μια έρημος. Εμπνεύστηκα από ένα κείμενο του Ρολάν Μπαρτ, το οποίο λέει ότι όλα είναι αλληλένδετα με τη γλώσσα. Έγραψε ότι η γλώσσα στη “Βερενίκη” είναι σαν ομίχλη, είναι ένα είδος πεδίου μάχης και αυτό μου επέτρεψε να είμαι ανοιχτός σε άλλες αισθήσεις, για παράδειγμα, ο ήχος: δουλέψαμε μαζί με την Ιζαμπέλ και τον Σκοτ Γκίμπονς δημιουργώντας μια μουσική σύνθεση, κάτι σαν ένα διαρκές τραγούδι. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε σκηνικά ένα κείμενο με τη νοοτροπία της πιστής σκηνικής απεικόνισης. Έτσι το απονεκρώνουμε. Πρέπει να νιώσεις τη σάρκα του δράματος. Να νιώσεις τη γλώσσα, να νιώσεις τους χαρακτήρες. Να αντιληφθείς την κοινωνία, τον κόσμο, αλλά θα πρέπει πρώτα να διαπεράσει το σώμα σου. Και το σώμα του κάθε θεατή. Νομίζω ότι το δικό μου όραμα πάνω στο έργο αναδεικνύει κάτι πολύ εσωτερικό. Πολύ ενδόμυχο. Δεν υπάρχει καμία εξωτερική δράση. Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Είναι το πιο παραλυτικό δράμα όλων των εποχών. Οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, νομίζω είναι πολύ κοντά. Και τα δύο, αντιπροσωπεύουν την κρίση της γλώσσας: Δεν υπάρχει τίποτα για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε».

…για την Ιζαμπέλ Ιπέρ: «Αυτή καθαυτή η αναπαράσταση του θεάτρου»
«Γνώρισα την Ιζαμπέλ Ιπέρ πριν από πολλά χρόνια. Ήταν μια πολύ εγκάρδια συνάντηση. Και εμείς, εκείνη τη στιγμή, εκφράσαμε την επιθυμία να συνεργαστούμε, και ναι, τότε, ήταν μια επιθυμία, αλλά η “Βερενίκη” πραγματικά ήταν η ευκαιρία. Η “Βερενίκη” χωρίς την Ιζαμπέλ Ιπέρ δεν υπάρχει, γιατί για να αναμετρηθούμε με αυτό το εμβληματικό έργο χρειαζόμαστε, μια αντίστοιχου μεγέθους προσωπικότητα, αλλά και ένα αληθινό ανθρώπινο πλάσμα.
Είναι μια σπουδαία ηθοποιός, γιατί μπορείς να νιώσεις στη σκηνή, ακόμα και στην οθόνη, ένα ανθρώπινο πλάσμα ριζοσπαστικό, πολύ γενναιόδωρο που αφήνεται να εκτεθεί, χωρίς προστασία. Αγαπώ πολύ τη ριζοσπαστικότητά της, τη γενναιοδωρία της κι έτσι, δεν ξέρω τι είναι πρώτο: συμπορεύονται η “Βερενίκη” και η Ιζαμπέλ. Σαν ένα διπλό πορτρέτο. Από τη μία η Βερενίκη, και από την άλλη πλευρά, η Ιζαμπέλ, να διαπερνά τη σκηνή σαν φλόγα. Είναι σαν φωτιά. Μια μεγάλη φωτιά στη μέση της σκηνής. Πίσω από το κείμενο, το νόημα, τη λογοτεχνία, έχουμε μια φλεγόμενη ύπαρξη. Είναι, επίσης, ένα είδος ταυτολογικής παρουσίας: εκπροσωπεί επί σκηνής το θέατρο, τον σκληρό πυρήνα του. Είναι αυτή καθαυτή μια αναπαράσταση του θεάτρου. Είναι το ίδιο το θέατρο».
Info παράστασης:
Βερενίκη | Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
