Κείμενο: Ειρήνη Πιτσόλη
Κάθε φορά που επισκέπτομαι μια έκθεση του Robert McCabe, φεύγω μαγεμένη. Ο Αμερικανός φωτογράφος είτε απαθανατίζει σκηνές από τη μεταπολεμική Ελλάδα, είτε απαθανατίζει ηφαιστειογενή τοπία, είτε απαθανατίζει τον τελευταίο μοναχό των Στροφάδων, είτε απαθανατίζει αρχαία μνημεία, έχει μια μαγική ικανότητα να ξυπνά μνήμες, να αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας.
Οι φωτογραφίες του είναι κάτι πολύ περισσότερο από «ντοκουμέντα μιας άλλης εποχής», από συναρπαστικά και σαγηνευτικά στιγμιότυπα. Είναι εικόνες που εντυπώνονται στη μνήμη και δίνουν αφορμή για σκέψη. Όλα άρχισαν το 1954. Τότε ήταν που ο McCabe επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα και έγινε κάτι περισσότερο από φιλέλληνας. Έγινε ένας άνθρωπος που την ερωτεύθηκε και μετέφερε τις γοητευτικές της εικόνες και την ιστορία της σε όλο τον κόσμο.
Όταν επισκέφτηκα την έκθεση «Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Τα χρόνια της ελπίδας» στους Δελφούς εντυπωσιάστηκα από την ποιητική δυναμική των εικόνων και από το αισιόδοξο μήνυμα που μετέφεραν: «Οι Έλληνες ακόμα και σε πολύ δύσκολες συνθήκες δεν χάνουν τη δύναμη και το χαμόγελο τους». Σε μια εντυπωσιακή σειρά ασπρόμαυρων και έγχρωμων φωτογραφιών, ο φωτογράφος μετέφερε γλαφυρά τους λόγους για τους οποίους αγάπησε τόσο την Ελλάδα και τους Έλληνες. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει το εντυπωσιακό ομώνυμο βιβλίο που συνοδεύει την έκθεση με κείμενα του καθηγητή Παναγιώτη Ροϊλού και της δημοσιογράφου Κατερίνας Λυμπεροπούλου.
Με αφορμή τη μεταφορά αυτής της έκθεσης στο Ριζάρειο Εκθεσιακό Κέντρο σε συνεργασία με το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και σε επιμέλεια Τάκη Αναγνωστόπουλου, όπου παρουσιάζεται μέχρι τον Ιούνιο του 2025 και την έκθεση «Χαίρε Ξένε στη χώρα των Ονείρων» που παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Μουσείο της Ακρόπολης και τον Σεπτέμβριο εγκαινιάστηκε στο Τόκιο της Ιαπωνίας, ζήτησα από τον Robert McCabe να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο Αμερικανός φωτογράφος ξετυλίγει το νήμα ενός μεγάλου έρωτα με την Ελλάδα και μοιράζεται μαζί μας για πρώτη φορά, συναρπαστικές ιστορίες που δεν έχει πει ποτέ ξανά, όπως τι δεν έπρεπε να κάνει όταν συνάντησε τη σύζυγό του για πρώτη φορά, ή πώς μια λήψη παραλίγο να γίνει αιτία να συλληφθεί από το λιμενικό.
Θα ήθελα να θυμίσουμε στους αναγνώστες, πώς ξεκίνησαν όλα. Ποια ήταν η πρώτη επαφή σας με την Ελλάδα, και τι σας έκανε να την αγαπήσετε τόσο πολύ ώστε να επανέλθετε τόσες φορές για να τη φωτογραφίσετε;
Ξεκίνησε με μια πρόσκληση από έναν Έλληνα φίλο του αδερφού μου Charles, να έρθω στην Ελλάδα για δύο εβδομάδες το καλοκαίρι του 1954. Εγώ ήμουν ο μικρός αδερφός που ακολουθούσε. Ο Charles έπιασε δουλειά σε μια εταιρεία που ονομαζόταν Castel Felice και εξέδιδε την εφημερίδα των πλοίων. Έλαβε δωρεάν εισιτήριο λόγω της δουλειάς του και κανόνισε να πάρω ένα πολύ φθηνό εισιτήριο κοιμώμενος σε μια καμπίνα τύπου κοιτώνα στα έγκατα του πλοίου. Ο Charles σχεδίαζε να πάμε στην Αίγυπτο μετά την Ελλάδα και μετά να πάμε στην Ιταλία και στη Γαλλία για το υπόλοιπο καλοκαίρι, αλλά μετά από δύο εβδομάδες στην Ελλάδα, πήραμε πολύ εύκολα την απόφαση να περάσουμε το υπόλοιπο καλοκαίρι εκεί και ακυρώσαμε όλα τα ταξίδια που προγραμματίζαμε.
Υπήρχαν πολλά στοιχεία που συνέβαλαν στην απόφασή μας να μείνουμε: η φιλοξενία του οικοδεσπότη μας, η ομορφιά του τοπίου, το Αιγαίο και οι πολλοί φίλοι που είχαμε κάνει τις πρώτες μέρες της επίσκεψής μας. Αυτή λοιπόν ήταν η αρχή και φυσικά, επέστρεψα το επόμενο καλοκαίρι και για πολλά χρόνια επέστρεφα για καλοκαιρινές διακοπές. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1964, ο πατέρας μου, μού σύστησε μια υπέροχη Αθηναία που είχε έρθει στις ΗΠΑ για σπουδές. Παντρευτήκαμε τον επόμενο χρόνο.
«Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Τα χρόνια της ελπίδας» μια καταπληκτική έκθεση που συνοδεύεται από ένα υπέροχο βιβλίο. Μιλήστε μας για τη γένεση και την πορεία της έκθεσης και για το βιβλίο.
Ο Παναγιώτης Ροϊλός και η Κατερίνα Λυμπεροπούλου είχαν την ιδέα μιας έκθεσης για την Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Ανταποκρίθηκα αμέσως, γιατί τόσες πολλές από τις φωτογραφίες μου απεικονίζουν σκηνές ή συνθήκες που σχετίζονται με τον πόλεμο και τα επακόλουθά του. Το θέμα ήταν τόσο συναρπαστικό που πρότεινα να ετοιμάσουμε ένα βιβλίο. Ο Παναγιώτης και η Κατερίνα δέχτηκαν την ιδέα. Και το έργο ξεκίνησε.
Στην αρχή αυτής της «περιπέτειας» τι περιμένατε να συναντήσετε και τι ανακαλύψατε κατά τη διάρκειά της; Kαι σήμερα μετά από όλα αυτά τα ταξίδια στην Ελλάδα, νιώθετε «πλουσιότερος»;
Δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα για την Ελλάδα πριν από την πρώτη επίσκεψή μας το 1954. Ο αδερφός μου είχε έναν Έλληνα φίλο και ήξερα ότι υπήρχε ένα μέρος που λεγόταν Ακρόπολη. Αυτά ήταν όλα που ήξερα. Όταν ο φίλος του αδερφού μου μας ρώτησε κατά την άφιξή μας ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θέλουμε να κάνουμε, είπα χωρίς δισταγμό «Να επισκεφτούμε την Ακρόπολη». Οι πρώτες εντυπώσεις ήταν οι εικόνες της φτώχειας και στην πλατεία Ομονοίας, ο εξωτισμός. Ανακάλυψα μια χώρα που αγάπησα πολύ.
Δεκαεπτά χρόνια μετά τη φιλοξενία στο Ριζάρειο Εκθεσιακό Κέντρο της έκθεσης «Στον δρόμο για την Ελλάδα με μία Rolleiflex», παρουσιάζετε την έκθεση «Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Τα χρόνια της ελπίδας». Τι σας συνδέει με την Ήπειρο και με το Ριζάρειο;
Ο αδερφός μου ο Charles και εγώ επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά την Ήπειρο το 1961. Περάσαμε υπέροχα. Σε αυτό το ταξίδι έβγαλα τη φωτογραφία των «Τριών Φίλων», της Μαρίας, της Λαμπρινής και της Ελένης στο Μεγάλο Περιστέρι. Αυτή η φωτογραφία έγινε αφίσα για την έκθεση «Στον δρόμο για την Ελλάδα με μία Rolleiflex», στο Ριζάρειο. Ο σύζυγος μίας από τις γυναίκες είδε την αφίσα στο ξενοδοχείο Lake. Έπαθε σοκ. «Αυτή είναι η γυναίκα μου!», είπε. Έτσι γνωριστήκαμε και από τότε διατηρούμε επαφές. Τον Σπύρο τον γνωρίσαμε πολύ καλύτερα στις επισκέψεις μας στο Ριζάρειο. Πολλές αξέχαστες πεζοπορίες! Είμαστε ερωτευμένοι με το Ριζάρειο Κέντρο και την αποστολή του.
Είδα τις φωτογραφίες που παρουσιάζετε στην έκθεση, όταν παρουσιάστηκαν στους Δελφούς και διαπίστωσα ότι πρόκειται για κάτι παραπάνω από μία σειρά σαγηνευτικών-ατμοσφαιρικών εικόνων. Πρόκειται για μικρές αφηγήσεις που συνθέτουν μία συναρπαστική ιστορία. Ποια είναι η ιστορία που θελήσατε να αφηγηθείτε στους θεατές της έκθεσης;
Ήθελα να δείξω χαρακτηριστικά της καθημερινής ζωής των Ελλήνων, κάτω από μερικές φορές δύσκολες συνθήκες. Ήθελα να παρουσιάσω έναν ανθεκτικό λαό που έδειξε γενναιοδωρία και φιλοξενία ακόμα και σε μια δύσκολη εποχή και που γι’ αυτόν η οικογένεια ήταν πολύ σημαντική.


Βλέποντας ο θεατής τα πρόσωπα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες παίρνει ένα αισιόδοξο μήνυμα: Ότι ακόμα και σε πολύ δύσκολες συνθήκες οι Έλληνες κατορθώνουν να διατηρούν το χαμόγελό τους και τη δύναμη τους και μπορούν να δημιουργήσουν από την αρχή ό,τι καταστράφηκε. Εσείς πώς το βιώσατε αυτό στη διάρκεια αυτών των φωτογραφήσεων και πώς θελήσατε να το αποτυπώσετε στις φωτογραφίες σας;
Νομίζω ότι το βιώσαμε μέσα από τη ζεστή και γενναιόδωρη φιλοξενία που μας προσέφεραν απλόχερα παντού.
Είτε φωτογραφίζετε τον τελευταίο μοναχό των Στροφάδων, είτε φωτογραφίζετε ηφαιστειογενή νησιά, είτε φωτογραφίζετε καθημερινά στιγμιότυπα μιας άλλης εποχής, οι φωτογραφίες σας διέπονται από έναν ποιητικό ρομαντισμό. Τι θέση μπορεί να έχει η ποίηση και ο ρομαντισμός σε ένα αντικείμενο που θεωρητικά είναι η ρεαλιστική απεικόνιση ενός τοπίου ή ενός προσώπου; Είστε ρομαντικός σαν άνθρωπος;
Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και δύσκολη ερώτηση. Ξέρω ότι οι φωτογραφίες μπορεί να έχουν ποιητική υπόσταση, αλλά τι είναι αυτό ακριβώς που τους δίνει αυτή την υπόσταση, είναι δύσκολο να το εκφράσω με λέξεις. Επιτρέψτε μου να δώσω μερικά παραδείγματα. Ενώ πολλές από τις φωτογραφίες της έκθεσης έχουν χαρακτήρα ντοκουμέντου, πολλές έχουν ποιητικό περιεχόμενο — τουλάχιστον για μένα. Η ποίηση σε μια εικόνα είναι ένα πολύ προσωπικό πράγμα, επομένως κάθε θεατής πρέπει να αποφασίσει τι είναι ποιητικό. Αλλά για μένα η εικόνα των δύο αγαπημένων μου αείμνηστων φίλων που κάθονται σε έναν αρχαίο τοίχο στην Αρχαία Θήρα κοιτάζοντας πάνω από τους αμπελώνες κοντά στην Περίσσα είναι ποιητική. Οι φίλοι έχουν φύγει. Οι αμπελώνες έχουν αντικατασταθεί από τσιμεντένιες βίλες και διαμερίσματα. Ένας κόσμος που χάθηκε. Πολύ συγκινητικό..
Άλλη μία: οι χορευτές σε ένα φεστιβάλ στη Μύκονο, που το «κλικ» τους «πάγωσε» σε μια τέλεια στιγμή στον χορό, διαχρονικοί όπως οι αγκαλιασμένες φιγούρες στην Πομπηία. Και βρίσκω ποιητική τη φωτογραφία επιβατών τρίτης κλάσης καταστρώματος στο βαπόρι Δέσποινα. Απηχεί τη φωτογραφία του Stieglitz, The Steerage. Υπάρχει επίσης μια φωτογραφία του Παλατιού των Μυκηνών, όπου δολοφονήθηκε ο Αγαμέμνονας, η οποία δείχνει και στον καταυλισμό στην πλαγιά του βουνού την οικογένεια των βοσκών Μάνου με μια κούνια για το νέο τους μωρό.
Στις φωτογραφίες απεικονίζονται κάτι παραπάνω από πρόσωπα. Απεικονίζονται ιδιοσυγκρασίες, χαρακτήρες ανθρώπων. Με κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους που βλέπουμε στις φωτογραφίες αναπτύξατε μια πιο προσωπική σχέση; Μία φιλία που κράτησε; Ας αναφέρω ως παράδειγμα τα τρία κορίτσια τη Λαμπρινή, τη Μαρία και την Ελένη.
Αναμφίβολα έχουμε αναπτύξει πολύ προσωπική σχέση μαζί τους. Ανυπομονώ να τις ξαναδούμε σύντομα στα Ιωάννινα. Για πολλούς άλλους που απεικονίζονται σε φωτογραφίες θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα, αλλά δεν μπορέσαμε να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Αυτό ισχύει για το κορίτσι στο συντριβάνι στη Μύκονο και την κυρία στη Σκύρο που πλέκει. Υπάρχουν και άλλοι όπως οι νεαροί παντοπώληδες στη Σύρο και ο άνθρωπος που παίζει ακορντεόν στη «Δέσποινα» που έχουμε εντοπίσει μέσω του διαδικτύου.
Στην έκθεση βλέπουμε αρκετά ασπρόμαυρα και κάποια έγχρωμα καρέ. Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στην ασπρόμαυρη και έγχρωμη φωτογραφία ως προς την ατμόσφαιρα και ως προς τη δυναμικότητα μετάδοσης του μηνύματος; Αγαπάτε πιο πολύ τις ασπρόμαυρες ή τις έγχρωμες φωτογραφίες.
Μου αρέσουν και τα δύο μέσα. Είχα αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες μέχρι το 1957 που το περιοδικό National Geographic μου ζήτησε να φωτογραφίσω στις Κυκλάδες. Χρησιμοποιούσαν μόνο έγχρωμες. Και φωτογράφιζαν μόνο με Kodachrome. Έπρεπε να προσπαθήσω να προσαρμοστώ στο περιορισμένο γεωγραφικό πλάτος της Kodachrome, αλλά σήμερα οι σαρώσεις μπορούν να αλλάξουν δραματικά ώστε να αυξηθεί το γεωγραφικό πλάτος. Με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή gherebismittlenpoknt σε ασπρόμαυρη λήψη, γιατί μπορείς να αποφασίσεις αργότερα ποιο μέσο ταιριάζει καλύτερα στο θέμα.

Η έκθεση παρουσιάστηκε στους Δελφούς, στη Σεούλ, στη Ριζάρειο. Ποιοι είναι οι επόμενοι σταθμοί;
Γίνονται κάποιες συζητήσεις για να παρουσιαστεί η έκθεση και σε μία ακόμη πόλη της Ελλάδας, αλλά ακόμα δεν μπορώ να ανακοινώσω κάτι.
Στο Μουσείο Ακρόπολης παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία η έκθεση «Χαίρε Ξένε στη χώρα των Ονείρων». Στις 25 Σεπτεμβρίου η έκθεση εγκαινιάστηκε στο Τόκιο της Ιαπωνίας. Οι φωτογραφίες σας ντοκουμέντα της ομορφιάς, της ιστορίας και του πολιτισμού μιας Ελλάδας που αναγεννιέται ξυπνούν μνήμες από μια άλλη εποχή. Σε ποια βάση σχεδιάστηκε αυτή η έκθεση;
Η έκθεση στο Μουσείο της Ακρόπολης δεν μοιάζει με καμία έκθεση φωτογραφίας που έχω δει ή συμμετάσχει. Ο διευθυντής του Μουσείου, ο καθηγητής Νικόλαος Σταμπολίδης, επέλεξε έναν νεαρό καθηγητή Αρχιτεκτονικής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο να σχεδιάσει τον χώρο. Σκέφτηκε τη ριζοσπαστική ιδέα μιας σειράς καμπυλωτών τοίχων, που μιμούνται και απηχούν τη μεγάλη ακτογραμμή της Ελλάδας. Στη μέση τοποθέτησε ένα αστραφτερό λευκό νησί, όπου προβάλλονταν ελληνικές ναυτικές εικόνες. Μετά από εκτεταμένες δοκιμές επέλεξε ένα βαθύ μπλε για τους τοίχους. (Τυχαία ανακαλύψαμε ότι ήταν το Athenian Blue του Benjamin Moore). Οι εικόνες επιλέχθηκαν από τον σπουδαίο Ελληνοαμερικανό κινηματογραφιστή Phedon Papamichael. Ο Καθηγητής Σταυρακάκης τις διαμόρφωσε σε ένα πλαίσιο λεπτομερούς κατηγοριοποίησης που έχει αναπτύξει. Οι εικόνες ήταν σε κοντινή απόσταση και έδιναν την εντύπωση ενός ρολού φιλμ στους καμπυλωτούς τοίχους. Οι μπλε τοίχοι έγιναν το τέλειο φόντο με επιτυχία τόσο ασπρόμαυρες όσο και έγχρωμες εικόνες. Τέλος ο καταξιωμένος συνθέτης Μίνως Μάτσας έγραψε μια σύνθεση για την έκθεση. Η Όλγα Κεφαλογιάννη είχε πρωτοστατήσει στο concept της έκθεσης με τον καθηγητή Σταμπολίδη. Για τους επισκέπτες ήταν μια ολοκληρωμένη οπτικοακουστική εμπειρία.
Η φωτογραφία είναι ο καλύτερος σύμμαχος της μνήμης. Θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μας μία ή περισσότερες από τις πιο δυνατές αναμνήσεις που έχετε από όλα αυτά τα χρόνια που φωτογραφίζετε την Ελλάδα.
Υπάρχουν πολλές αναμνήσεις που αγγίζουν χορδές. Όμως η πιο ανεξίτηλη ανάμνηση είναι από μια επίσκεψη στο Σούνιο με ένα μικρό μηχανοκίνητο σκάφος. Έβγαλα μια φωτογραφία από ένα καΐκι. Το καΐκι αποδείχθηκε ότι ήταν μέρος του στόλου του λιμενικού. Μας έκαναν σήμα να σταματήσουμε. Ο αρχηγός είχε στο χέρι του ένα χαρτί με φωτογραφίες. Ξαφνικά με έδειξε και φώναξε Αυτός Είναι! Αυτός είναι! Με πέρασαν για δραπέτη κατάδικο!
Έχοντας κάνει όλες αυτές τις διαδρομές στην Ελλάδα, στη διάρκεια αυτών των δεκαετιών θα ήθελα να μου πείτε τις διαφορές που βλέπετε στην Ελλάδα και στους Έλληνες τότε και τώρα.
Η ελληνική φιλοξενία παραμένει ίδια, αλλά σίγουρα δεν νιώθεις το ίδιο, όταν αντί να είσαι ο μοναδικός επισκέπτης σε ένα νησί είσαι ένας από τους 7.000.
Από το 2020 είστε Έλληνας πολίτης. Τι σημαίνει αυτό για εσάς και πώς θα χαρακτηρίζατε τους Έλληνες με λίγες λέξεις;
Είμαι πολύ περήφανος που είμαι Έλληνας πολίτης.
Η σύζυγος σας ήταν Ελληνίδα. Τι θυμάστε έντονα από την πρώτη σας γνωριμία;
Είχα ακούσει μόνο τη φωνή της. Ήταν λοιπόν μια υπέροχη έκπληξη να δω ένα τόσο όμορφο κορίτσι. Αλλά έμαθα αργότερα ότι είχα κάνει μεγάλο λάθος να φορέσω βερμούδα στην πρώτη μας συνάντηση.
Ζούμε στην εποχή της εικόνας. Καθημερινά αναπαράγονται στα social media χιλιάδες φωτογραφίες. Ποια χαρακτηριστικά κάνουν μια φωτογραφία να μένει στη μνήμη; Και ποια χαρακτηριστικά μετατρέπουν μια απλή φωτογραφία σε έργο τέχνης;
Νομίζω ότι κάθε άτομο έχει διαφορετικά κριτήρια. Θα μπορούσε να είναι το θέμα, ο φωτισμός, η σύνθεση. Το είπε καλά ο Κώστας Μάνος: «Μια εξαιρετική φωτογραφία έχει ενσωματωμένη μια έκπληξη». Και ένας άλλος φωτογράφος είπε απλά ότι σημασία έχει η δύναμη μιας εικόνας.
Από τον σκοτεινό θάλαμο στην ψηφιακή εποχή: Πώς επηρέασε η εξέλιξη της τεχνολογίας τη δουλειά σας και τη σχέση του κοινού με τη φωτογραφία;
Η τεχνολογία έχει κάνει πολύ πιο εύκολη την παραγωγή ενός άλμπουμ φωτογραφιών. Και έχει καταστήσει δυνατή την προσαρμογή των παραμέτρων χρώματος και φωτός στην τελειότητα κάποιου. Και η επιλογή φωτογραφιών από αρχεία είναι πλέον σαν μαγεία.
Πώς καταλαβαίνετε την ιδανική στιγμή για το “κλικ”;
Η τύχη είναι πολύ σημαντική στο να κάνεις το κλικ την κατάλληλη στιγμή. Για παράδειγμα η φωτογραφία μου με τους χορευτές στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα στη Μύκονο. Ακόμα κι αν είχα προσλάβει 15 μοντέλα για εκείνη την ημέρα, ακόμα και αν είχα κάνει 1.000 εκθέσεις, δεν θα είχα καταλήξει σε μια τόσο καλή φωτογραφία. Όλα είναι στη θέση τους. Το μωρό. Η γυναίκα στην πόρτα. Οι θέσεις των ποδιών των χορευτών. Το φως του ήλιου στο κεφάλι του. Τι τύχη!
Όσο περνούν τα χρόνια οι φωτογραφίες αποκτούν μεγαλύτερη αξία ως μνημεία μιας Ελλάδας που κάποιοι ούτε καν γνωρίζουν. Αυτή είναι και η μαγεία της φωτογραφίας; Ότι «σταματά τον χρόνο» και γράφει ιστορία;
Θυμάμαι ότι πίεζα την εκδότριά μας Άννα Πατάκη να βγάλει ένα βιβλίο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είπε: πρώτον οι επισκέπτες των Ολυμπιακών Αγώνων δεν αγοράζουν βιβλία και δεύτερον οι φωτογραφίες σας γίνονται πιο ενδιαφέρουσες όσο περνούν τα χρόνια.
Ποια είναι η προσωπική σας σχέση με τη φωτογραφία; Σας αρέσει να ποζάρετε; Να σας φωτογραφίζουν ή να φωτογραφίζετε τον εαυτό σας; Να δημιουργείτε δηλαδή όπως κάποιοι ζωγράφοι αυτοπροσωπογραφίες;
Προτιμώ να μένω πίσω από την κάμερα, όπως έχω κάνει όλη μου τη ζωή.

Θα ήθελα να πάμε λίγο πίσω στα παιδικά σας χρόνια και να μου πείτε την πρώτη φωτογραφία που είδατε και έμεινε στη μνήμη σας για πάντα και την πρώτη φωτογραφία που τραβήξατε.
Είχα μεγάλη γνώση της φωτογραφίας, γιατί ο πατέρας μου εξέδιδε μια εφημερίδα με εικόνες τη New York Daily Mirror. Όταν ήμουν πέντε ετών, μου χάρισε μια Kodak Baby Brownie στην οποία χρησιμοποιούσα 127αρι φιλμ. Είχε σταθερή εστίαση και σταθερή έκθεση. Το κουβαλούσα μαζί μου με την ελπίδα να αποτυπώσω μια σκηνή για την εφημερίδα. Το πέτυχα δύο φορές. Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις με συνέλαβαν και με πήγαν στο αστυνομικό τμήμα, επειδή τράβηξα μια φωτογραφία. Ήταν ενός αγοριού που είχε πέσει στον πάγο και ήταν ντροπιαστικό για την αστυνομία που επέτρεψε να πάνε τα παιδιά εκεί.
Πιστεύετε ότι υπάρχει μια Ελλάδα που δεν έχετε ανακαλύψει ακόμα και θέλετε να τη γνωρίσετε;
Αυτό είναι απολύτως σίγουρο. Κάπου υπάρχει ένα κρυμμένο ορεινό χωριό χωρίς δρόμο και ξενοδοχείο.
Παρακαλώ συμπληρώστε τις φράσεις: Φωτογραφία είναι….Φωτογράφος είναι…..
Φωτογραφία είναι …αληθινή μαγεία. Ο φωτογράφος είναι …αυτός που καταγράφει τη ζωή και την ιστορία.









