Ο Πάνος Καρνέζης είναι μηχανολόγος μηχανικός με μεταπτυχιακές σπουδές στη δημιουργική γραφή. Δεν πιστεύει στο ταλέντο, αλλά στην επίμονη τριβή με το αντικείμενο με το οποίο θέλεις να ασχοληθείς. Γράφει «χάρτινες ταινίες»· λίγο μετά την πρώτη αράδα αρχίζεις να διαβάζεις κινηματογραφικά καρέ, όχι πια λέξεις. Τα βιβλία του τυλίγουν με μαγική αχλή ιστορίες που νομίζεις πως κάπου τις ξέρεις, ιστορίες οικουμενικά οικείες. Η συνομιλία μας ξεκίνησε δια ζώσης στη Θεσσαλονίκη και συνεχίστηκε με ηλεκτρονικές απαντήσεις από το Λονδίνο, μόνιμο τόπο κατοικίας του τα τελευταία χρόνια, με κύριο θέμα την αρχή, το τέλος και τον κινηματογράφο των βιβλίων.
ελculture: Πώς αποφασίζει ένας μηχανικός να ασχοληθεί με τη συγγραφή, και μάλιστα αποκλειστικά;
Πάνος Καρνέζης: Διάβαζα από μικρός, και από κάποια ηλικία στα αγγλικά για να τα μάθω καλύτερα, και έτσι δεν μου φάνηκε πολύ παράξενο να γράψω σε μια άλλη γλώσσα. Ζούσα άλλωστε στην Αγγλία όταν ξεκίνησα. Στην αρχή ήταν απλά ένα χόμπι, ένας τρόπος να περνάω λίγο χρόνο γράφοντας ό,τι μου περνούσε απ’ το νου μετά τη δουλειά, αλλά γρήγορα άρχισε να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο μου. Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω απ’ το γραφείο για να γράψω, έγινε ένα καταφύγιο από την καθημερινότητα και τη νοσταλγία για την Ελλάδα. Πέρασαν κάποια χρόνια πριν το πάρω στα σοβαρά, πριν το σκεφτώ σαν ένα πιθανό επάγγελμα.
ελc: Τι αποκομίσατε από τα μαθήματα δημιουργικής γραφής που παρακολουθήσατε;
Π.Κ: Με βοήθησαν πολύ να μάθω την τεχνική πλευρά του γραψίματος, πώς γράφει κανείς διάλογο, πώς κάνει περιγραφές, πώς ξεκινά μια αφήγηση, πώς να την τελειώνει. Φυσικά δεν σπουδάζει κανείς δημιουργική γραφή όπως μία επιστήμη, δεν υπάρχει μια εξίσωση που να σου λέει πώς να γράψεις. Είναι μάλλον μια διαδικασία αποσυναρμολόγησης ενός κειμένου, ώστε να μπορέσεις να καταλάβεις γιατί ο διάλογος αυτού του συγγραφέα είναι εύστοχος, ενώ κάποιου άλλου ή ο δικός σου δεν είναι, οι περιγραφές, οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις, η πλοκή και τα λοιπά. Όλα αυτά τα κάνει κάθε συγγραφέας στα πρώτα χρόνια τουλάχιστον της ενασχόλησής του με το γράψιμο, είτε μόνος του είτε, όλο και πιο συχνά στις μέρες μας, με τη βοήθεια κάποιου δασκάλου. Δεν είναι διαφορετικό από τις σπουδές ενός ζωγράφου σε μια σχολή καλών τεχνών. Ίσως επειδή είναι σχετικά πρόσφατες σπουδές, τουλάχιστον στην Ευρώπη, υπάρχει ακόμα μια κάποια δυσπιστία απέναντι στη δημιουργική γραφή.
Φυσικά τα μαθήματα δεν θα κάνουν από μόνα τους κάποιον συγγραφέα, χρειάζεται αφοσίωση σ’αυτή την απασχόληση, μια αγάπη για τη μοναχικότητα, παρατηρητικότητα, ενδιαφέρον για ό,τι γίνεται γύρω μας, την πολιτική, τον πολιτισμό, την ιστορία, πράγματα που πρέπει να κάνει κανείς μόνος του και που πρέπει να ταιριάζουν στο χαρακτήρα του. Ο συνδυασμός όλων αυτών των διαφορετικών παραγόντων μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πρωτότυπο, δημιουργικό, ένα βιβλίο με ώριμες ιδέες, ευαισθησία, χιούμορ κτλ.
ελc: Είναι ιδιαίτερα έντονο το κινηματογραφικό στοιχείο στα έργα σας, τα βιβλία σας είναι σαν χάρτινες ταινίες. Θεωρείτε ότι έχει επηρεαστεί η γραφή σας από τον κινηματογράφο; Έχετε συζητήσει το ενδεχόμενο της κινηματογραφικής μεταφοράς των βιβλίων σας;
Π.Κ: Ναι, ο κινηματογράφος είναι συνειδητή πηγή έμπνευσης και επίδραση, τόσο τεχνικά όσο και από άποψη ιδεών και αισθητικής. Φαντάζομαι τον εαυτό μου σαν σκηνοθέτη και κάμεραμαν, την κίνηση της κάμερας, το ζουμ, την εναλλαγή των σκηνών όπως στο μοντάζ μιας ταινίας. Αυτό που μου αρέσει στον κινηματογράφο, τουλάχιστον στον καλό, είναι πως η κάμερα δείχνει, δεν εξηγεί, αφήνει τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Αυτός είναι από τους βασικούς κανόνες και της συγγραφής, αν και δεν είναι απαραίτητο να τον υπακούει κανείς απόλυτα.
Βλέπω πολλές ταινίες και τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ντοκιμαντέρ, μου φαίνονται πιο ενδιαφέροντα. Ένα που δεν έχω ξεχάσει αν και το έχω δει πάνω από ένα χρόνο είναι το “The Act of Killing” των Τζόσουα Οπενχάιμερ και Κρίστιν Σιν. Είναι εξαιρετικό. Πραγματεύεται την εκκαθάριση των κομμουνιστών στην Ινδονησία στη δεκαετία του ’60 από τις παρακρατικές οργανώσεις της δικτατορίας, αλλά δεν είναι ένα συμβατικό ιστορικό ντοκιμαντέρ, είναι πολύ πρωτότυπα φτιαγμένο και γι’ αυτό έχει ένα τρομερό συναισθηματικό αντίκτυπο στο θεατή.
Στο παρελθόν υπήρξε κάποιο ενδιαφέρον για να γίνουν δύο βιβλία μου ταινίες, αλλά οι προσπάθειες δεν οδήγησαν πουθενά. Το ένα ήταν «Το Πάρτι Γενεθλίων» και, παλαιότερα, «Ο Λαβύρινθος». Για το τελευταίο είχα μάλιστα συναντήσει τον Θόδωρο Αγγελόπουλο πριν από αρκετά χρόνια στο Λονδίνο. Ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος, ήπιος, τελείως αφοσιωμένος στη δουλειά του. Νιώθω πολύ τυχερός που είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω. Είναι κρίμα που δεν ζει πια, είχε τόσα πολλά να κάνει ακόμα.
ελc: Πώς εμπνέεστε τις ιστορίες που αφηγείστε και πώς ξεκινάει η διαδικασία της συγγραφής;
Π.Κ: Όταν είμαι έτοιμος να γράψω τα πρώτα λόγια ενός βιβλίου, η διαδικασία της συγγραφής του ξεκινάει πάντα με μια εικόνα στο μυαλό μου, λόγω της κινηματογραφικής μου, ας πούμε, παιδείας, αλλά η έμπνευση αυτή καθαυτή μπορεί να προέρχεται από οτιδήποτε – κάτι που έχω διαβάσει στην εφημερίδα ή ένα βιβλίο, μια είδηση στην τηλεόραση, μια συζήτηση. Τέτοια ερεθίσματα υπάρχουν πολλά, αλλά δεν κρατάω σημειώσεις, με το σκεπτικό πως αν μια ιδέα δεν την έχω ξεχάσει και συνεχίζω να τη σκέφτομαι μετά από ένα-δυο χρόνια, τότε αξίζει ίσως να τη δουλέψω. Στη συνέχεια κάνω την απαραίτητη έρευνα και φτιάχνω ένα πλάνο με τις βασικές σκηνές του βιβλίου, τα κεφάλαια κτλ. Αυτό το στάδιο μου παίρνει όλο και περισσότερο όσο περνάνε τα χρόνια, με απασχολεί πιο πολύ η δομή του βιβλίου τώρα, ενώ παλαιότερα ήμουν πιο… αυθόρμητος.
ελc: Στις ιστορίες σας, παρά τη λεπτομερή περιγραφή και τον –συχνά μαγικό- ρεαλισμό τους, δεν υπάρχει τόπος, μοιάζουν να είναι οικουμενικές.
Π.Κ: Δεν ήταν συνειδητή επιλογή όταν ξεκίνησα να γράφω. Μάλλον πρόκειται για συνέπεια των συνθηκών στις οποίες έχω βρεθεί. Ακόμα και τώρα, 23 σχεδόν χρόνια αφότου έφυγα, ζω με το ένα πόδι στην Ελλάδα και με το άλλο στην Αγγλία, στις δύο χώρες και πουθενά. Έτσι και τα βιβλία μου διαδραματίζονται σε ένα μη συγκεκριμένο τόπο, σε ένα αρχετυπικό τοπίο. Έχω προσέξει ότι περιορίζει την φαντασία μου όταν προσπαθώ να σκεφτώ τα βιβλία μου σε συγκεκριμένους τόπους και εποχές. Μου αρέσουν οι ιστορίες που είναι παγκόσμιες, που αν τις μεταφέρεις σε μια άλλη εποχή δεν χάνουν καθόλου το νόημά τους. Μου έρχεται τώρα στο νου «Ο Γέρος και η θάλασσα» του Χεμινγουέι, μια νουβέλα που θα μπορούσε να είχε γραφτεί και σήμερα, όχι μόνο πριν από πενήντα χρόνια, και η ιστορία που αφηγείται να διαδραματίζεται στην Ελλάδα ή στην Κίνα ή οπουδήποτε αλλού, όχι απαραίτητα στην Κούβα.
ελc: Τα βιβλία σας επανακυκλοφόρησαν κάποια στιγμή με αναθεωρήσεις. Γιατί συνέβη αυτό;
Π.Κ: Ήταν πρακτικοί οι λόγοι. Ο εκδοτικός οίκος, τα Ελληνικά Γράμματα, από τον οποίο είχαν εκδοθεί τα δύο πρώτα μου βιβλία, οι «Μικρές Ατιμίες» και «Ο Λαβύρινθος», είχε κλείσει και τα βιβλία δεν ήταν σε κυκλοφορία. Είχα εν τω μεταξύ κάνει μια εκτεταμένη αναθεώρηση του Λαβύρινθου και αυτή η δεύτερη έκδοση είχε κυκλοφορήσει στην Αγγλία το 2007, αλλά δεν είχε βγει ποτέ στην Ελλάδα. Είχα επίσης γράψει μερικά ακόμα διηγήματα που ήθελα να προσθέσω στις Μικρές Ατιμίες και έτσι είπα να βγάλω και τα τέσσερα βιβλία μου σαν σειρά σε ένα μικρό εκδότη, το Μακόντο, που ξεκινούσε στις αρχές της οικονομικής κρίσης. Ο εκδοτικός οίκος δεν προχώρησε, αλλά χαίρομαι που υπάρχουν τα βιβλία σε αυτές τις εκδόσεις ακόμα, είναι όμορφα φτιαγμένα.
ελc: Ζείτε πολλά χρόνια στην Αγγλία και γράφετε εξαρχής αποκλειστικά στα αγγλικά. Ο Βασίλης Αλεξάκης δήλωσε πρόσφατα ότι ονόμασε το τελευταίο του βιβλίο “Κλαρινέτο” γιατί είχε ξεχάσει αυτή τη λέξη. Φοβάστε μήπως ξεχάσετε κάποια στιγμή τα ελληνικά;
Π.Κ: Χα, χα, δεν νομίζω. Έχω επαφή με την Ελλάδα λόγω συγγενών και φίλων, και όσον αφορά το γραπτό λόγο, μεταφράζω μόνος μου τα βιβλία μου στα ελληνικά, μια ευχάριστη, αν και λίγο κουραστική διαδικασία.
ελc: Σε λίγο καιρό κυκλοφορεί το νέο σας βιβλίο.
Π.Κ: Ο τίτλος του στα αγγλικά είναι “The Fugitives“, Οι φυγάδες. Η ιστορία διαδραματίζεται στη ζούγκλα μιας Λατινοαμερικανικής χώρας. Δεν ξέρουμε πού, είναι ένας άλλος ασαφής τόπος, όπως λέγαμε νωρίτερα. Εκεί λοιπόν ένας πληγωμένος στρατιώτης συναντά τον Πατέρα Τόμας, έναν Άγγλο Καθολικό ιερέα, που τον οδηγεί στο ινδιάνικο χωριό όπου ζει. Οι Ινδιάνοι του χωριού ανησυχούν για τις συνέπειες του ερχομού του στρατιώτη. Ο παραδοσιακός τρόπος ζωής τους κινδυνεύει από ακτήμονες που καταπατούν το δάσος. Ο στρατός έχει έρθει να εκδιώξει τους καταπατητές, αλλά εκείνοι αντιστέκονται με την υποστήριξη μιας ομάδας ανταρτών. Ο Βενουστιάνο, που είναι ο νεαρός αρχηγός των Ινδιάνων, είναι αποφασισμένος να προστατεύσει τους ανθρώπους του, αλλά αισθάνεται ανίκανος απέναντι στις αλλαγές που συμβαίνουν στο δάσος. Ο θαυμασμός των ανθρώπων του για τη ζωή στην πόλη τον φέρνει σε απόγνωση και δεν εμπιστεύεται κανένα, ούτε το στρατό, ούτε τον Πατέρα Τόμας, ούτε καν τη Μιλάγρος, μία αρχαιολόγο που αναζητά στην περιοχή τα ίχνη μιας χαμένης αρχαίας πόλης. Και μέσα σ’ όλα αυτά υπάρχει και ένας αιμοδιψής ιαγουάρος που τριγυρίζει το χωριό. Ο Βενουστιάνο είναι ο μόνος Ινδιάνος που έχει όπλο και είναι αποφασισμένος να τον σκοτώσει.
ελc: Πώς τελειώνει ένα βιβλίο; Πώς μπαίνει η τελευταία του τελεία;
Π.Κ: Ο Γκαρσία Μάρκες έχει πει πως, όπως ο μάγειρας ξέρει πότε το φαγητό είναι έτοιμο, έτσι και ο συγγραφέας ξέρει ενστικτωδώς πότε έχει ολοκληρώσει το έργο του. Τώρα αν και ο αναγνώστης πιστεύει το ίδιο, είναι, βέβαια, μια άλλη ιστορία.
—
Το καινούριο βιβλίο του Πάνου Καρνέζη με τίτλο “Τhe Fugitives“, θα κυκλοφορήσει στην Αγγλία τον Απρίλιο και στην Ελλάδα τον Οκτώβριο με τίτλο, Οι Φυγάδες, από τις εκδόσεις Πατάκη.
