Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου προχώρησε στη δράση Σινεμά Ξανά, μέσα από έναν κύκλο προβολών σε 8 πόλεις της Ελλάδας περισσότερων από 50 σημαντικών ελληνικών ταινιών (μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ) από τη δεκαετία του ’50 έως σήμερα. Οι προβολές ξεκίνησαν στις 15 Σεπτεμβρίου με την προβολή του «Βαλκανιζατέρ» του Σωτήρη Γκορίτσα στη ΣΤΟΑ Culture και θα ολοκληρωθούν στις 20 Οκτωβρίου. Στο σάιτ της Ακαδημίας μπορεί να βρει κανείς τον κατάλογο των ταινιών, το πρόγραμμα ανά ημερομηνία και αίθουσα προβολής, καθώς και τη λίστα των παρουσιαστών.
Οι προβολές οργανώνονται σε πέντε θεματικές ενότητες και την επιμέλειά τους ανέλαβαν έξι πρόσωπα από διαφορετικούς χώρους του σινεμά, καθένας με τη δική του ματιά και αφετηρία: Ο κριτικός κινηματογράφου και επικεφαλής προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης Γιώργος Κρασσακόπουλος επιμελείται την ενότητα Αντι/Κατοπτρισμοί, ελληνικές και ευρωπαϊκές ταινίες σε ζεύγη. Η Ακαδημαϊκός της Επικοινωνίας και των ΜΜΕ Αφροδίτη Νικολαΐδου παρουσιάζει την Αθήνα 1990s και 2000s: Η πόλη ανάμεσα;, με ταινίες που καταγράφουν τη μεταμόρφωση της πόλης στα χρόνια της κρίσης. Ο παραγωγός και διανομέας Διονύσης Σαμιώτης επιμελείται το Box Office, τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του ελληνικού σινεμά. Οι ηθοποιοί Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και Εύα Σαμιώτη συνυπογράφουν το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια: Είμαστε Φτιαγμένοι από το υλικό των ονείρων, γύρω από την ελληνική ταυτότητα. Και ο συγγραφέας και σεναριογράφος Ευθύμης Φιλίππου παρουσιάζει τους Αυτούς Τότε, με ρηξικέλευθες ταινίες πέντε δεκαετιών.
Mε την ευκαιρία του Σινεμά Ξανά, μιλήσαμε με τον πρόεδρο της Ακαδημίας, Λευτέρη Χαρίτο.
Αφορμή για το Σινεμά Ξανά είναι η διοργάνωση στην Ελλάδα τον Ιανουάριο των Ευρωπαϊκών Βραβείων Κινηματογράφου. Ανταποκρίνεται σε μια ευρύτερη ανάγκη της Ακαδημίας για εξωστρέφεια και εύρεση τρόπων είτε γνωριμίας είτε εκ νέου συνάντησης του κοινού με τον ελληνικό κινηματογράφο; Έχετε ενδεχομένως κατά νου και επόμενες παρόμοιες δράσεις για το μάλλον;
Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου εδώ και λίγα χρόνια έχει πιο συνειδητά βάλει στόχο την εξωστρέφεια και την επικοινωνία του κοινού με τον ελληνικό κινηματογράφο. Εξάλλου, αυτή είναι μία από τις βασικές της λειτουργίες. Ζούμε σε μία εποχή που οι ταινίες πρέπει να παίζονται στην αίθουσα σε ζωντανό κοινό. Όσο περισσότερο περιοριζόμαστε στις μικρές οθόνες των κινητών τηλεφώνων τόσο πιο μεγάλη η ανάγκη για την εμπειρία της κοινής θέασης γίνεται ορατή. Με το Σινεμά Ξανά θελήσαμε να φέρουμε ειδικά τις νεότερες γενιές σε επαφή με κάποιες ταινίες σπάνιες. Η έννοια του Ξανά μας άρεσε γιατί υπονοεί τη συνέχεια. Οι ταινίες όπως όλα τα έργα τέχνης όταν ξαναέρχονται σε επαφή με τον θεατή ανοίγουν νέα παράθυρα και αυτή η διαδικασία μου φαίνεται συναρπαστική. Υπάρχει ακόμα μία εκδήλωση της ΕΑΚ τον Δεκέμβριο, μέρος του εορτασμού των βραβείων της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου στην Ελλάδα, πρόκειται για το Film Factory, μία σειρά διαλέξεων των βραβευμένων με βραβείο Ίρις. Εκεί επίσης ευελπιστούμε να έχουμε μαζί μας φέτος γνωστά ονόματα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου να κάνουν μία ομιλία. Αποτελεί σταθερά μέλημά μας να βρίσκουμε ολοένα φρέσκιες αφορμές για να συνομιλούμε με το κοινό.
Πώς έγινε ο σχεδιασμός του προγράμματος; Υπήρξε κάποια γενική κατεύθυνση την οποία ήρθαν να υπηρετήσουν οι επιμελητές, επιλέξατε τους επιμελητές και έβαλαν εκείνοι τη θεματολογία τους, ή κάτι ενδιάμεσο;
Επιλέξαμε εμείς τις θεματικές και κατόπιν καλέσαμε τους 6 επιμελητές να μας πουν τις ιδέες τους και τις ταινίες που κατά την άποψη τους θα εκπροσωπούσαν καλύτερα τις θεματικές αυτές. Θελήσαμε να καταλήξουμε σε ένα μπουκέτο ταινιών όσο πιο ποικιλόμορφο γίνεται. Και η αλήθεια είναι ότι για πολλές από τις ταινίες είναι τρομερά σπάνια εμπειρία η θέαση τους στην μεγάλη οθόνη. Είναι δύσκολο εγχείρημα ένας μήνας με ταινίες διάσπαρτες σε 8 πόλεις της Ελλάδας αλλά αυτό δεν μας πτόησε να το δοκιμάσουμε. Η εκδήλωση γίνεται με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ) γιατί από μόνοι μας δεν έχουμε τους πόρους να κάνουμε κάτι τόσο μεγάλο.
Το μότο του ΣΙΝΕΜΑ ΞΑΝΑ είναι «Το ελληνικό σινεμά όπως δεν το έχεις ξαναδεί». Γενικότερα μιλώντας, πώς θα μπορούσαμε να ξαναδούμε το ελληνικό σινεμά; Τι συστατικά θα μπορούσε να έχει αυτό το καινούριο βλέμμα;
Οι ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου προσπαθούν πάντα να αφουγκραστούν την ελληνική κοινωνία με διαφορετικούς τρόπους. Από τον Αλέκο Σακελλάριο μέχρι τον Νίκο Περάκη και από τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη και τον Βασίλη Μάρο μέχρι την Ελίνα Ψύκου, οι ταινίες του Σινεμά Ξανά διανύουν μεγάλες αποστάσεις. Καλούμε τον θεατή να γυρίσει πίσω και με τα μάτια του σήμερα να δει πάλι στη μεγάλη οθόνη (το τονίζω Ξανά αυτό) την Ελλάδα πολλών δεκαετιών. Ο ελληνικός κινηματογράφος γίνεται και γινόταν πάντα με μεγάλη δυσκολία και με υπερπροσπάθεια όλων των δημιουργών του. Πλέον χρειάζονται 5 με 7 χρόνια για να γίνει μία ταινία. Όταν αυτή φτάνει πλέον στον θεατή συνήθως η ζωή της στην αίθουσα είναι μικρή οπότε ο θεατής δύσκολα έρχεται σε επαφή με την ταινία μετά. Δεν ξέρω αν προτείνουμε βλέμμα ή ταινίες. Εμείς βάζουμε τις ταινίες και ο θεατής το βλέμμα. Και η συνάντηση αυτή στη σκοτεινή αίθουσα είναι πάντα μαγική.
Συναφώς με την προηγούμενη ερώτηση, θεωρείτε ότι υπάρχει προκατάληψη από πλευράς κοινού για το ελληνικό σινεμά; Έχετε μια μακρά θητεία στην ελληνική τηλεόραση και εσείς προσωπικά έχετε πετύχει τη σύνδεση με τον πολύ κόσμο, με τις «Άγριες Μέλισσες» για παράδειγμα. Είναι εντελώς αδόκιμη η σύγκριση διαφορετικών μέσων και κόσμων ή υπάρχει και ένα είδους «φράχτη» που κάνει τη διαφορά, εμποδίζοντας τον άνθρωπο που θα δει ελληνική μυθοπλασία στην τηλεόραση, να πάει να τη δει σε μια κινηματογραφική αίθουσα;
Πάντα πίστευα καταρχήν ότι η μυθοπλασία είναι μία, απλά αλλάζει το μέσο και η διάρκεια. Από την άλλη, η τηλεόραση και ο κινηματογράφος δεν μοιάζουν καθόλου. Όχι μόνο στο πώς γίνονται αλλά και στην ουσία του τρόπου αφήγησης. Της διαχείρισης του χρόνου που διαθέτει κάποιος για να πει μία ιστορία. Επίσης ο κινηματογράφος είναι Τέχνη. Δεν θεωρώ την τηλεόραση τέχνη παρότι βλέπω φανατικά σειρές. Η σύγκριση δεν είναι καθόλου αδόκιμη. Σε πολλές χώρες του πλανήτη πλέον η τηλεόραση είναι κυρίαρχη και σε πολλές περιπτώσεις πολύ πιο τολμηρή θεματικά. Δεν βάζει κανένα εμπόδιο η μικρή στη μεγάλη οθόνη και αυτό γίνεται φανερό από την επιτυχία των ελληνικών ταινιών τη χρονιά που πέρασε. Περίπου 1,5 εκατομμύριο θεατές πρέπει να πέρασαν τις πόρτες των αιθουσών για να δουν ελληνικό κινηματογράφο τη χρονιά που πέρασε. Αντιθέτως η τηλεθέαση πέφτει και αυτό επειδή η ελληνική τηλεόραση, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν παρακολουθεί καθόλου αυτό που γίνεται παγκοσμίως.

Εντοπίστε μου αν θέλετε κάποιο κατά τη γνώμη σας πρόβλημα του ελληνικού σινεμά, το οποίο όμως δεν έχει να κάνει με εξωτερικούς παράγοντες, δυσκολία εύρεσης χρηματοδότησης, έλλειψη επαρκών μπάτζετ κλπ. Υπάρχει κατά τη γνώμη σας κάποιος τομέας που θα μπορούσε να λειτουργεί καλύτερα ή προς μια διαφορετική κατεύθυνση, έστω και στα συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα;
Ξέρετε, οι ταινίες που απευθύνονται σε μεγάλο κοινό, χρειάζονται όντως πολύ περισσότερα χρήματα για να γίνουν σωστά. Άρα ο arthouse κινηματογράφος και μάλιστα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης με τον καθόλου δόκιμο κατά την άποψή μου όρο weird wave, λόγω οικονομικών δεδομένων συνέβη. Αν κάποιος θελήσει να μεταφέρει για παράδειγμα τον Γιούγκερμαν στη μεγάλη οθόνη χρειάζεται πολύ περισσότερο χρήματα από το να κάνει μία ταινία σαν τον Κυνόδοντα. Εκεί βλέπεις η προσωπική ματιά του δημιουργού έχει ισχυρό αποτύπωμα και αναγκαστικά υποχρεώνεται να διαχειριστεί τις ιδέες ανάλογα και με τα οικονομικά δεδομένα. Μην ξεχνάμε ότι ο κινηματογράφος είναι μία ακριβή τέχνη.
Αλλά πείτε μου και τα δύο – τρία πρώτα πράγματα που σας έρχονται στο μυαλό σε σχέση με την ταυτότητα του ελληνικού κινηματογράφου, τα οποία εμπνέουν, συγκινούν, έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στο παρελθόν και δημιουργούν μια ελπίδα για το μέλλον.
Οι ελληνικές ταινίες ταξιδεύουν τα τελευταία χρόνια σε ολόκληρο τον κόσμο. Βραβεύονται σε μεγάλα φεστιβάλ και δείχνουν μία εικόνα της Ελλάδας που δεν μπορεί αλλιώς να δει κάποιος εκτός της χώρας. Από την άλλη υπάρχει μία άνθιση και του εμπορικού κινηματογράφου που καλεί πολύ κόσμο στις αίθουσες. Υπάρχει επίσης αναβρασμός και στα οικονομικά μεγέθη τα οποία μέχρι τώρα ήταν πενιχρά για τη δημιουργία ταινιών. Δεν έχει γίνει κάποιο πολύ μεγάλο βήμα, baby steps ακόμα κάνουμε, όμως η επαγρύπνηση των κινηματογραφιστών πλέον γύρω από τα των θεσμών κάνει και το κράτος πιο υπεύθυνο απέναντι σε μία τέχνη που ανταποδίδει με ποικίλους τρόπους αυτά που καταφέρνει να αποκομίσει. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Τα δείγματα είναι δειλά θετικά κατά την άποψη μου και όσο οι ταινίες ταξιδεύουν και φεύγουν από τα στενά όρια της χώρας τόσο ελπίζω να αποφασίσει να σταθεί δίπλα τους και ο κόσμος στην αίθουσα αλλά και οι θεσμοί της χώρας γιατί αρκετά πια με τις ταινίες που γίνονται με το τίποτα. Έχουμε εξαιρετικούς επαγγελματίες και δημιουργούς στην Ελλάδα και αξίζουμε τα καλύτερα.

