Ο πήλινος κόσμος του ανδρικού λόγου τιμής των διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός και αναμετριέται με τις έννοιες του ηρωισμού, του αρσενικού προσώπου της βίας, αλλά και με την μετατραυματική διάσταση του πολέμου.
Γκιακ στην αρβανίτικη διάλεκτο σημαίνει αίμα, συγγένεια εξ αίματος, έγκλημα αίματος, αντεκδίκηση, βεντέτα, φυλή.
Οι ήρωες του ΓΚΙΑΚ, βετεράνοι της Μικρασιατικής Εκστρατείας, συνυπάρχουν σκηνικά σε έναν απ’ τα κόκκαλα βγαλμένο σουρεαλιστικό κόσμο ακροβατώντας στα όρια ενός χωροχρονικού διηνεκούς, άλλοτε ως φιγούρες παλιότερων εποχών, άλλοτε ως σημερινές μορφές, ρημαγμένες από το βάρος της κανονιστικής εικόνας της αρρενωπότητας που διατρέχει τις γενιές ως τις μέρες μας. Δέσμιοι του ρόλου που τους δόθηκε ως φύλακες της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, τα άλλοτε περήφανα ευζωνάκια της Μικρασιατικής Εκστρατείας επιβιώνουν ξεχασμένα, αφού επιτέλεσαν το έργο τους, προσπαθώντας να βρουν την ταυτότητά τους, να κατευνάσουν τις ορμές τους και να κρύψουν τις ρωγμές τους, ακόμα και μεταξύ τους. Το μόνο που τους τρέφει είναι οι αναμνήσεις μιας παιδικότητας εμποτισμένης με τα πρότυπα των παλαιών αρσενικών και η πεποίθηση ενός ηρωικού άλλοθι που παρασημοφορεί μαζικούς θανάτους και εγκλήματα πολέμου.
Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας μοιράζεται το Ημερολόγιο Προβών για την παράσταση «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου που παρουσιάζεται στο Θέατρο Σταθμός:
28 Οκτώβρη 2024, 13:11
Μεσημεράκι. Πρόβα. Η Αθήνα ήρεμη, με αυτή τη γοητεία που έχει στις γιορτές και τις αργίες. Η διάθεσή μου πηγαινοέρχεται, ανεβοκατεβαίνει. Για τα πάντα μου, όχι κάτι συγκεκριμένο. Η αναμενόμενη ευαλωτότητα που νιώθω όταν δουλεύω πάνω σε κάτι. Παρκάρω Κωνσταντινουπόλεως. Έξω από την Experimenta που κάνουμε πρόβες. Είπαμε, αργία. Κατεβαίνω και πηγαίνω προς την πόρτα. Μέσα στη μέση του δρόμου, σπασμένη μια κασέτα. Κασέτα λέμε. Κασέτα. Εννοείται σταματάω και σκύβω να διαβάσω τι λέει. María Jiménez, μια Ανδαλουσιανή τραγουδίστρια, που πέθανε ένα χρόνο πριν. Τίτλος κασέτας “Seguir viviendo”, κάπως σα να λέμε «συνεχίζοντας να ζω». Κάθομαι εκεί, και διαβάζω τους τίτλους των τραγουδιών. Της πλευράς που είναι γυρισμένη, δεν την κουνάω καθόλου. Μου σκάνε οι μήνες στη Γρανάδα στη δεύτερη καραντίνα, όταν ξεκίνησα να σκέφτομαι το ανέβασμα του Γκιακ. Μετά, το πρώτο ανέβασμα. Τον ενδιάμεσο χρόνο. Την επιθυμία γι’ αυτό το Δεύτερο Σχεδίασμα. Τους ανθρώπους, εμένα.
Παλιότερα θα την έπαιρνα μαζί μου την κασέτα. Την άφησα εκεί, να τραβήξει τον δικό της δρόμο κι εγώ τον δικό μου, μέσα σ’ αυτές τις παρανοϊκές τροχιές που μας έκαναν να συναντηθούμε. Ραγισμένοι και οι δυο στην Κωνσταντινουπόλεως. Φωτογραφία. Πρόβα.







