Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Κωνσταντίνος Μάρκελλος και η ηθοποιός Ελένη Στεργίου, διασκευάζουν το εκπληκτικό μυθιστόρημα του Γιόζεφ Ροτ «Οι εκατό μέρες» και δημιουργούν μια παράσταση Λόγου και Μουσικής με τίτλο «Εμένα οι μικρές ιστορίες με νοιάζουν, Ναπολέων!», η οποία προσφέρει μια ευαίσθητη και πικρή, γεμάτη ανθρωπισμό ματιά πάνω στις σχέσεις εξουσίας, καθώς και στις τραγικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στις ζωές των «απλών και ασήμαντων» η προσκόλληση και η λατρεία στον ισχυρό.
Η παράσταση διαγράφει με λυρισμό, δραματική ένταση και σαρκασμό τις αντίστροφες πορείες δύο φαινομενικά ασύμβατων ανθρώπων, μέχρι την τελική, απρόσμενη ένωσή τους: Ο σπουδαίος εκπίπτει, ο τίτλος φθίνει, ο μύθος τελειώνει και στο τέλος δε μένει παρά μόνο ο άνθρωπος. Ή μερικά, έστω, πολύχρωμα κουρέλια να τον θυμίζουν. Την Ιστορία γράφουν οι νικητές κι οι δυνατοί με το μελάνι τους, όμως αυτοί που την ποτίζουν με το αίμα τους είναι οι αφανείς και οι ελάχιστοι πρωταγωνιστές της, με τις μικρές, προσωπικές ιστορίες τους.
Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος μοιράζεται το Ημερολόγιο Προβών για την παράσταση «Εμένα οι μικρές ιστορίες με νοιάζουν, Ναπολέων!» που παρουσιάζεται στο Θέατρο Εν Αθήναις:
Συνήθως, με την συνεργάτιδά μου Ελένη Στεργίου, ξεκινάμε την δημιουργική καταβύθιση στο υπό διαμόρφωση παραστασιακό εγχείρημα έχοντας κυρίως κατά νου, πέρα από τους υπόλοιπους συντελεστές, τους ηθοποιούς που θα το υλοποιήσουν.
Διαβάζοντας κανείς τις ΕΚΑΤΟ ΜΕΡΕΣ του Γιόζεφ Ροτ, δε μπορεί παρά να σκεφτεί ότι ο κύριος άξονας της αφήγησης κινείται γύρω από την πρωταγωνιστική φιγούρα του αυτοκράτορα Ναπολέοντα. Παραδομένοι εξ αρχής στη σύμβαση, ξεκινήσαμε να αναζητούμε τον συνεργάτη που θα ενσάρκωνε την μυθική προσωπικότητα. Οι προσπάθειες σκόνταψαν στις ανειλημμένες υποχρεώσεις αγαπημένων συναδέλφων που θεωρούσαμε πως «ταίριαζαν γάντι στον ρόλο».
Εκεί κάπου γεννήθηκε η πιθανότητα, η διασκευή του μυθιστορήματος, να βασιστεί στον έτερο πόλο της ιστορίας, στην ασήμαντη πλύστρα του παλατιού Αντζελίνα Πιέτρι, που ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Βοναπάρτη. Είχαμε ήδη συμφωνήσει με την Πηνελόπη Μαρκοπούλου να αναλάβει αυτόν τον ρόλο και η υποκριτική της δεινότητα και ευελιξία έμοιαζε ιδανική για μια τέτοιου είδους ακροβασία.
Ξεκινήσαμε την διασκευή. Η Ελένη συμπύκνωνε το κείμενο, τις εικόνες, εγώ δημιουργούσα μικρές γέφυρες, λείαινα τις ραφές του. Η πρώτη ιδέα ήταν, στο πρώτο στάδιο της δουλειάς με το κείμενο, να κρατηθούν όσα είχαν αξία να ακουστούν κι όσα -συνδεόμενα- έφτιαχναν μια συνεπή και στιβαρή δραματουργία, και στη συνέχεια το κείμενο που θα έμενε να δεχόταν μια έξτρα δραματοποίηση, να «έσπαγε» σε διαλόγους, ώστε να άφηνε περιθώρια για ανάπτυξη σκηνικών συσχετισμών ανάμεσα στα δραματικά πρόσωπα ή έστω να μετατρεπόταν σε έναν γλαφυρό μονόλογο.
Τελειώνοντας το «πρώτο χέρι», συνειδητοποιήσαμε πως η αφηγηματική δυναμική του κειμένου ήταν μεγαλύτερη από οποιαδήποτε «θεατρικίζουσα» κατασκευή. Η γλώσσα του Ροτ, ο τρόπος με τον οποίο διακινεί τα ιδεολογήματά του, οι συνδηλώσεις του κειμένου και το «κλείσιμο του ματιού» στο σήμερα, όλες οι αρετές αυτού του εκπληκτικού μυθιστορήματος δηλαδή, υπήρχαν και εξ αιτίας της φόρμας που τα γεννούσε και τα περιέκλειε.
Αποφασίσαμε να σεβαστούμε την πραγματικότητα, όπως μας την φανέρωνε το ένστικτό μας, όπως μας την υποδείκνυε η αντίληψή μας για το έργο του Ροτ. Η παράσταση θα ήταν αφηγηματικού χαρακτήρα, τώρα έμενε να βρούμε ποιο θα ήταν το κύριο όχημα της αφήγησης και ποια ακριβώς τα χαρακτηριστικά του. Με τον συνθέτη Γιώργο Χρυσικό συνεργαστήκαμε άψογα στο «ΔΥΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ», του είχαμε προτείνει καιρό πριν να συνεχίσουμε μαζί και στις ΕΚΑΤΟ ΜΕΡΕΣ, ήμασταν σίγουροι ότι θα είχε κάτι αξιόλογο να προσθέσει και σε αυτήν τη δουλειά.
Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν το μέγεθος της επιδραστικότητας που θα είχαν οι προτάσεις του στην τελική όψη, στον ήχο και στην γενικότερη αισθητική της παράστασης. Οι πρώτες συζητήσεις για «λίγη συνοδευτική μουσική» μόνο οδήγησαν σε μία σύλληψη, αρχικά για την δημιουργία μερικών ηχοτοπίων συνοδευόμενων από ικανής διάρκειας παύσεων μουσικής ώστε να «ακουστεί ο λόγος». Στη συνέχεια, όμως, νιώσαμε σχεδόν ταυτόχρονα την ίδια ανάγκη: την δημιουργία μιας ενιαίας, συνεχόμενης και πολυμορφικής ηχητικής βάσης που συνομιλεί με την μουσικότητα των λέξεων και έχει στόχο να ταξιδέψει αισθητικά και συνειρμικά τον θεατή-ακροατή βάζοντάς τον στο κέντρο των «καταστάσεων» και των «εικόνων» που το κείμενο αφηγείται.
Αυτή η -αισθητιστικών προδιαγραφών- σύλληψη ανέβασε τον πήχη των τεχνικών απαιτήσεων. Πολλές εργατοώρες σύνθεσης, εγγραφής φυσικών οργάνων και φωνών, μίξης, αλλά κυρίως εκπαίδευσης των τριών αφηγητών στην από σκηνής χρήση μουσικού, ηχοπαραγωγικού και ηχοληπτικού εξοπλισμού. Πετάλια ηλεκτρικών οργάνων, μικρόφωνα, κονσόλες μίξης, προγράμματα αναπαραγωγής προηχογραφημένης μουσικής, όλα χειριζόμενα στον πραγματικό χρόνο της παράστασης από τους τρεις μας (την Πηνελόπη, την Ελένη και εμένα), δημιουργούν τελικά την φόρμα μιας ολοκληρωμένης conceptual συναυλίας ή ενός ηλεκτρισμένου αναλογίου όπου ο αφηγηματικός λόγος, με την μουσικότητά του, και το sound design, με την εικονοπλαστική του δύναμη, ζωγραφίζουν κάθε αφηγηματικό χώρο του μυθιστορήματος, μεταδίδουν κάθε αίσθησή του, ενσαρκώνουν κάθε χαρακτήρα του.
Ως επιστέγασμα, ήρθε η ατμοσφαιρικότητα των φωτισμών του Βαγγέλη Μούντριχα, που δεν δίστασε να μπλέξει συμβατικούς θεατρικούς προβολείς με φωτιστικά σώματα ψηφιακού σήματος, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό και παράδοξο μείγμα, συνεπές με την γεμάτη αντιφάσεις όψη της παράστασης, με την πρόταση της Μαρίας Καραθάνου για μια κατανυκτικής πνοής, λιτή σκηνογραφία με τρεις δυναμικές θέσεις στον χώρο, μία για κάθε αφηγητή.
Έπειτα από μια μακρά περίοδο καλλιτεχνικών ζυμώσεων, είμαστε έτοιμοι να «κουμπώσουμε» τα βλάσφημα, ψηφιακά μας μέσα πάνω στα ξύλινα, σκαλιστά, εκκλησιαστικά σχεδόν, αναλόγιά μας και να σας αφηγηθούμε μια «μικρή ιστορία» που εν αγνοία της, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μικρές ιστορίες σαν κι αυτή, στιγμάτισε την ίδια την Μεγάλη Ιστορία. Την οποία, αντίθετα με ό, τι πιστεύεται, δεν την γράφουν πάντα οι νικητές.





