Κείμενο: Μύριαμ Παρασκευοπούλου
Δεν μπορώ να θυμηθώ αν ήταν τέλη του 2018 ή αρχές του 2019 όταν ο Jack Savoretti εισέβαλε από τα ερτζιανά στο αμάξι μου, ρωτώντας “What Μore Can I Do?”. Θυμάμαι όμως να ξεχνιέμαι στο φανάρι. Θυμάμαι τις ιαχές των κορναρισμάτων να κάνουν γιορτή πίσω μου και εγώ να λέω στον διπλανό οδηγό: «Έχει πόνο ο άνθρωπος. Ας το χάσουμε το φανάρι!» Δεν πρόλαβα να κάνω shazam αλλά ως αναλογικό κορίτσι του ’80 το εκπαιδευμένο στην καταγραφή στίχων μυαλό μου, έβαλε σε λειτουργία τη διαδικασία της αυτόματης αποθήκευσης. Αφού πάρκαρα και ενώ ήμουν ακόμη μέσα στο αμάξι πληκτρολόγησα “What more can I do? No one ever sees this side of you” και το google μου εμφανίζει το όνομα του. Jack Savoretti. «Iταλός» αναφωνώ και τον αφήνω να με κάνει κομμάτι της ιστορίας του. Όσο η φωνή του έφερνε μπροστά μου καταστάσεις και πρόσωπα άρχισα να καταγράφω το πλούσιο μουσικό βιογραφικό του.
Γεννημένος στην Αγγλία από Ιταλό μπαμπά και μισή Πολωνή, μισή Γερμανίδα μαμά. Έγραφε πάντα ποίηση. Καθόταν κάτω από ένα δέντρο και ταξίδευε στα σύννεφα, όπως λέει χαρακτηριστικά. Όταν η μητέρα του, του χάρισε μια κιθάρα και του πρότεινε να αναμείξει τις λέξεις του με νότες, κατάλαβε πόσο πιο εύκολα μπορούσε ο κόσμος να αφουγκραστεί αυτά που έλεγε. Το 2006 κυκλοφορεί την πρώτη του ολοκληρωμένη δουλειά με τίτλο “Between The Minds” το οποίο αρχίζει να κερδίζει έδαφος στα ραδιόφωνα της Αγγλίας, ενώ μπαίνει στη λίστα του BBC Radio 2. Ακολούθησαν τα “Harder Than Easy” (2009), “Before the Storm” (2012), “Written in Scars” (2015) και το “Sleep No More” (2016). Το 2019 κυκλοφορεί το “Singing to Strangers”, με το οποίο συστήνεται εμπράκτως στο ευρύ ευρωπαϊκό κοινό και το 2021 με το “Europiana” μάς αφήνει να δούμε τον πιο σίγουρο μουσικό εαυτό του μέσα σε μια δυστοπική πραγματικότητα. Το ομώνυμο άλμπουμ του “Europiana” κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2021 και είναι το δεύτερο άλμπουμ του που έφτασε στο #1 των UK Charts μετά το “Singing to Strangers”. Ηχογραφήθηκε στο σπίτι του κατά τη διάρκεια της καραντίνας και η αλήθεια είναι πως είναι αυτό που όντως περιμέναμε μετά το σαρωτικό “Singing to Strangers”. Ανανεωμένος ήχος χωρίς όμως αυτή η ανανέωση να στερεί κάτι από την πολύ συγκεκριμένη καλλιτεχνική του τοποθέτηση μεταξύ σύγχρονης pop και των αδιαμφισβήτητων επιρροών της ιταλικής μουσικής σχολής του ’60 – ’70.
Τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε δεν κατάφερα να τον απολαύσω στο Ηρώδειο, αλλά το Σάββατο 3 Δεκεμβρίου, έζησα μια από τις καλύτερες συναυλιακές εμπειρίες της χρονιάς. Πήγα από νωρίς στην αρένα του TAE KWON DO. Τα φώτα θύμιζαν τηλεοπτική παραγωγή του Rai Uno της δεκαετίας του ’70 και ο Γιώργος Μουχταρίδης φρόντισε να δημιουργήσει ένα πολύ feel good κλίμα επιλέγοντας ήχους από την intellectual pop, με μια συγκρατημένη χορευτική διάθεση, αφήνοντας μια μικρή essence από διασκευασμένη Ιtalo. Στις 22:00 οι μουσικοί του Jack Savoretti αρχίζουν να παίρνουν τις θέσεις τους πάνω στη σκηνή και λίγα λεπτά αργότερα εμφανίζεται και ο ίδιος. Η εισαγωγή από το “I Remember Us” αρχίζει να δημιουργεί όλες εκείνες της συνθήκες για το απολυτά λυτρωτικό μοίρασμα συναισθημάτων. Μας καλωσορίζει με ένα πλατύ χαμόγελο. Τα μάτια του γελούν περισσότερο, μας λέει πόσο αγαπάει το ελληνικό κοινό, πόσο του έλειψε το touring και πόσο τυχεροί είμαστε που ανταμώσαμε ξανά, γιατί τίποτα πια δεν είναι δεδομένο. Είναι πολύ ευδιάθετος και μας λέει πως θα συνεχίσει με ένα κομμάτι που ίσως γνωρίζουμε. Οι πρώτες νότες του “What More Can I Do” μας ενώνει όλους σαν μια επίκληση σε κάτι ανώτερο για μια απάντηση. Αστραπιαία σκέφτομαι πως μόνο ένας Ιταλός θα μπορούσε να γράψει αυτό τον στίχο. DNA που είναι θερμό, που αλληλεπιδρά, που θέλει να σου κάνει ξεκάθαρο το τι νιώθει. Ρωτάει για να μάθει και θεωρεί πως του χρωστάς μια απάντηση. Μόνο ένας Ιταλός θα μπορούσε να δώσει ποιότητα στο συναίσθημα της καψούρας, το οποίο από μόνο του σε κάνει να χάνεις την όποια αντίσταση έχεις, ενίοτε να ξεχνάς τις δικές σου ποιότητες και τα δικά σου όρια. Ακολούθησε το “Too Much History”, με όλο το στάδιο να τραγουδά αυτό το χαρακτηριστικό εισαγωγικό “La la, la-la la la”, το “Candlelight” με μια εισαγωγή από το θρυλικό “Bang Bang” (πολύ θα ήθελα να ακούσω μια διασκευή δική του στο τραγούδι) και το “Greatest Mistake”. Είναι πολύ χαρούμενος δεν πιστεύει όλο αυτό που διαδραματίζεται μπροστά του και το εκμυστηρεύεται σε εμάς.
Πολύ επικοινωνιακός μας μιλάει για πολιτική, το βρίσκω απόλυτα λογικό αν σκεφτούμε πως ο παππούς του ήταν αρχηγός των Παρτιζάνων στη Γένοβα και μάλιστα ένας από τους δρόμους έχει πάρει τιμητικά το όνομα του, μάλιστα αυτοσαρκαζόμενος, λέει πως κάποιες φορές θα πλήρωνε για να μιλήσει για πολιτική. Η κουβέντα πηγαίνει στις βίαιες καταστάσεις μέσα στις οποίες βρίσκονται γυναίκες και παιδιά, χωρίς καν να το έχουν επιλέξει. Το “Soldiers Eyes” μας συγκίνησε όλους ενώ το “Knock Knock” σε συνδυασμό με το υπέροχο light show μας οδήγησε σε άλλη μια ερώτηση που της οφείλουμε μια απάντηση. “Who’s Hurting Who” λοιπόν και από εκεί στο “Secret Life” στο “Dancing Through The Rain” στο “Other Side Of Love”. Κλείνει με το “Home”. Κατεβαίνει από την σκηνή τον φωνάζουμε, χειροκροτούμε, εκείνος επιστρέφει λέγοντας μας πως θα πει ένα κομμάτι που το ελληνικό κοινό γνωρίζει την αυθεντικότητα του και την ιταλική του καταγωγή σε σχέση με τις χώρες που θεωρούν πως την αγγλόφωνη εκδοχή είναι η αυθεντική εκτέλεση. Το “Io Che Non Vivo Senza Te” του φανταστικού Pino Dοnaggio από το 1965 το οποίο διασκεύασε μοναδικά ο Jack ολοκληρώνει με τον πιο άψογο τρόπο αυτό το λυτρωτικό μοίρασμα συναισθημάτων.
Εξαιρετική βραδιά, εξαιρετική ροή, εξαιρετικός ήχος, εξαιρετικός φωτισμός εξαιρετική χημεία μουσικών. O Jack Savoretti απέδειξε πως η ευρωπαϊκή μουσική είναι ζωντανή. Δημιουργεί, παράγει και αναβιώνει αυθεντικούς ήχους.




