Τη Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2025, η Εθνική Πινακοθήκη δέχτηκε επίθεση από τον βουλευτή του κόμματος «ΝΙΚΗ», Νίκο Παπαδόπουλο, ο οποίος, μαζί με τη βοήθεια ενός δεύτερου άντρα, πέταξε στο πάτωμα και έσπασε προσθήκες και εκθέματα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη. «Το έκανα γιατί είναι μια βέβηλη έκθεση που προσβάλλει το πρόσωπο της Παναγίας και των Αγίων», ήταν η δήλωση του βουλευτή μετά το γεγονός.

Τις ημέρες που ακολούθησαν το περιστατικό, όλοι έσπευσαν να τοποθετηθούν. Πρώτοι και καλύτεροι στον χορό ήταν οι «καλοί» χριστιανοί, οι οποίοι έστελναν κατάρες και βρισιές στον καλλιτέχνη, στην έκθεση, και γενικώς συνεχίζουν τον δύσκολο αγώνα τους να συμπεριφέρονται σαν η χριστιανοσύνη να είναι μειονότητα σε αυτή τη χώρα και παριστάνουν τους κατατρεγμένους.

Μέσα σε όλο αυτόν τον παραλογισμό, βρίσκω εντυπωσιακή την αλαζονεία του ανθρώπου να πιστεύει πως ο θεός του δεν μπορεί να αντέξει το σοκ της τέχνης· τόσο αδύναμο τον θεωρεί άραγε; Στα αρχαία χρόνια τέτοια αλαζονεία θα είχε θεωρηθεί μεγάλη ύβρη και θα ακολουθούσαν οι αντίστοιχες θεϊκές τιμωρίες. Ταυτόχρονα, είναι εντυπωσιακό το πώς όλοι αυτοί οι συνάνθρωποί μας καταφέρνουν να είναι μονίμως εκτός τόπου και χρόνου με τις τοποθετήσεις τους και να συμπεριφέρονται λες και κάτι τέτοιο (αναφέρομαι στα έργα) δεν έχει ξανασυμβεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Βεβαίως, με την προϋπόθεση ότι κάποιος δεν είναι αφελής, γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι όλη αυτή η κατάσταση δεν έχει σχέση ούτε με την τέχνη, ούτε με τη θρησκεία, ούτε με την ιστορία της τέχνης ανά τους αιώνες, αλλά με τον φόβο που αισθάνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πράττουν κτηνωδίες και συμπεριφέρονται σαν Νεάντερταλ.

Ο φόβος θα σε κάνει να κάψεις το βιβλίο, να καταστρέψεις την εικόνα, να πνίξεις τον πρόσφυγα, να σκοτώσεις τη γυναίκα, να βαρέσεις τον ομοφυλόφιλο. Όλοι φοβόμαστε και όσοι το αρνούνται λένε ψέματα. Πάντα υπάρχει εκείνη η ανησυχία στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας, σαν να μας προειδοποιεί για κάτι. Παράλογη ή λογική, υπάρχει και είναι συνδεδεμένοι με την επιβίωσή μας ως είδος, αλλά κάποιοι φοβούνται τόσο που όλα τους τα ένστικτα τους ωθούν ώστε να γίνουν οι χειρότερες εκδοχές τους. Ο φόβος είναι η πραγματική τους εκκλησία και όλα τα υπόλοιπα βιτρίνες για να κρύβονται από πίσω.

 

Χριστόφορος Κατσαδιώτης (1971) Εικόνισμα 16 ο , 2021 Οξυγραφία, ραφή με κλωστή, μέταλλο, 49 × 43,2 εκ. Συλλογή Χριστόφορου Κατσαδιώτη Φωτο: Οδυσσέας Βαχαρίδης

 

Δεύτεροι στον χορό μπήκαν οι «καλλιτέχνες» και οι «θεατές». Τα εισαγωγικά μπαίνουν γιατί αμφιβάλλω πραγματικά αν οι περισσότεροι είναι ή το ένα ή το άλλο. Οι πρώτοι μπορεί να έχουν εκδώσει ένα βιβλίο της συμφοράς και να είναι ποιητές του Instagram, ενώ οι δεύτεροι δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία να δουν φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής από τον υπολογιστή τους σε υψηλότερη ανάλυση, παρά μόνο ό,τι δουν από τα κινητά τους, πόσο μάλλον να πάνε στην Πινακοθήκη. Και οι δύο σπεύδουν να δηλώσουν πόσο «κατά των βανδαλισμών» είναι… αλλά δεν καταλαβαίνουν τον λόγο που αυτοί οι πίνακες βρίσκονταν στην έκθεση. «Κακοτεχνία» τους χαρακτήρισαν πολλοί και με μαεστρία άλλαξαν την κουβέντα, λες και το ζητούμενο ήταν να συζητήσουμε για κριτική τέχνης. Αντιστοίχως, λοιπόν, όπως ο φόβος μας κάνει βίαιους, έτσι κι εδώ, ο φθόνος μας κάνει αναίσθητους. Οπότε, μετά το «τι δουλειά είχαν τα παιδιά στα Εξάρχεια;», το «και αυτή γιατί ήταν ντυμένη έτσι;», ήρθε το «γιατί ήταν αυτοί οι πίνακες στην έκθεση;». Είναι κατά των βανδαλισμών, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται όχι κατά στο να κατηγορούν τα θύματα. Δεν είναι εναντίον της τέχνης, απλά δεν θέλουν να σου δοθεί βήμα για να δείξεις τη δουλειά σου, γιατί δεν αρέσει προσωπικά σε εκείνους και τους φίλους τους. Έπρεπε να τους ρωτήσουμε πρώτα.

Με αυτόν τον μαγικό τρόπο, βυθιστήκαμε πάλι στις βαρετές και κοινότοπες συζητήσεις περί τέχνης· συζητήσεις που κάνουν μόνο οι περαστικοί και όχι αυτοί που ασχολούνται πραγματικά. Ο βανδαλισμός είναι κάτι που έγινε και μετά ήταν σαν να μην έγινε, η συζήτηση εκτοπίστηκε και μετατράπηκε σε εκατό ασήμαντα και ανούσια παρακλάδια, που είναι μόνο θόρυβος για να ασχολούνται οι μάζες. «Έχει όρια η τέχνη;», η ίδια ερώτηση ξανά και ξανά την οποία διαδέχεται ένα αβέβαιο ανασήκωμα τον ώμων και όλοι καταλήγουν να πλατσουρίζουν στα ρηχά όπως τα παιδάκια.

 

Χριστόφορος Κατσαδιώτης (1971) Εικόνισμα 1 ο , 2021 Οξυγραφία, ραφή με κλωστή, μέταλλο, 48,5 x 43,3 εκ. Συλλογή Χριστόφορου Κατσαδιώτη Φωτο: Οδυσσέας Βαχαρίδης

 

Την Ελλάδα του 21ου αιώνα την χαρακτηρίζει η ενοχή και η ανοχή στη διαφθορά, στην εγκληματικότητα και στην αμάθεια. Σε αυτή την Ελλάδα τηλεπερσόνες και μπράβοι, που κάνουν πλάτες σε μαφιόζους, μπορούν να διακόπτουν θεατρικές παραστάσεις ανεβαίνοντας στη σκηνή· αστυνομικοί συλλαμβάνουν ανήλικα επειδή μπαίνουν σε ταινίες για άτομα άνω των δεκαοχτώ· δημοσιογράφοι και πολιτικοί κάνουν μηνύσεις σε καλλιτέχνες επειδή δεν αντέχουν τη σάτιρα· πολιτικοί σπάνε πίνακες επειδή αποφάσισαν εκείνη την ημέρα να θιχτούν λίγο παραπάνω. Στο ανθρώπινο πνεύμα· εκεί δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Σε ό,τι δεν αγοράζεται, εξαγοράζεται, χειραγωγείται ή διαφθείρεται, εκεί δείχνουν τον φόβο τους και τα δόντια τους. Σε όλα τα υπόλοιπα: δολοφονίες, παρακολουθήσεις, κρατική αμέλεια, υγεία, πλημμύρες, πυρκαγιές, Τέμπη, αστυνομική βία· εκεί υπάρχει μεγάλη ανοχή, γιατί όλοι είναι συνένοχοι στη διαπλοκή.

Τα όρια είναι αυτά που θέτει ο άνθρωπος για τον εαυτό του, όχι ένας άνθρωπος για όλους τους υπόλοιπους. Όλοι αυτοί ξαφνικά που συζητάνε αν είναι νόμιμη η απεικόνιση θρησκευτικών ειδώλων ή όχι, και κρύβονται πίσω από το «είμαι κατά των βανδαλισμών, αλλά αυτό δεν είναι νόμιμο», αναρωτιέμαι αν είχαν τις ίδιες αντιδράσεις με τις αμέτρητες φορές που η κυβέρνηση έχει καταπατήσει το Σύνταγμα. Ακόμα και παράνομο να ήταν, που δεν είναι, δεν τους ανησυχεί όλους αυτούς να ζούνε σε μια κοινωνία που η κυβέρνηση αποφασίζει τα όρια της καλλιτεχνικής τους έκφρασης; Φυσικά και όχι γιατί φαντάζομαι τα έχουν όλα λυμένα και το μόνο που τους απασχολεί είναι τι θα κάνουν στη μεταθανάτια ζωή.

Ας δούμε, λοιπόν, για πόσο ακόμα ο φόβος θα οδηγεί αυτή τη χώρα και για πόσο θα παριστάνουμε πως το μέλλον δεν μας χτυπάει την πόρτα. Θα υπάρξει δικαιοσύνη για τον καλλιτέχνη και την Εθνική Πινακοθήκη; Ποιος ξέρει; Υπάρχει για όλα τα υπόλοιπα εγκλήματα; Πότε ο Έλληνας σταμάτησε να ανταμείβει την αδικία για να σταματήσει τώρα;