Η πόλη κοιμάται. Όσοι έχουν σπίτια κοιμούνται στα κρεβάτια τους και όσοι είναι άστεγοι στα παγκάκια. Τα νεογέννητα ετοιμάζονται να ξυπνήσουν σε έναν κόσμο που δεν ξεκουράζεται, που βρίσκεται σε ακατάπαυστη κίνηση, αλλά για την ώρα απολαμβάνουν αυτές τις πρώτες πρωινές ώρες πλήρης ακινησίας. Μια ακινησία που τη χαλάνε ο άνεμος, τα δέντρα και τα σύννεφα στον ουρανό που δεν έχουν χρόνο να παρατηρήσουν το μικρό θέατρο των ανθρώπων. Άδεια πάρκα, κλειστά μαγαζιά, ακόμα και οι μηχανές που δίνουν ζωή στην πόλη φαίνονται να κοιμούνται. Ησυχία. Μέσα μας ανυπομονούμε γιατί γνωρίζουμε ότι σύντομα θα ξυπνήσουμε από τον λήθαργο. Οι μόνες παρατηρήτριες αυτής της νωθρότητας είναι οι κούκλες στις βιτρίνες που ακούραστες και ακίνητες στα πόστα τους μαρτυρούν τη νύχτα να γίνεται μέρα. Και ύστερα: ζωή!
Βρισκόμαστε σε μια πόλη της Σοβιετικής Ένωσης, δεν ξέρουμε ποια γιατί δεν είναι η δουλειά μας να γνωρίζουμε πράγματα σε αυτή την ταινία. Η δουλειά του παρατηρητή είναι να παρατηρεί και αυτό κάνουμε. Όταν η πόλη ξυπνήσει είμαστε παρόντες στις μικροστιγμές ανθρώπων που είναι πολύ απασχολημένοι με τις ζωές τους για να τις παρατηρήσουν. Γι’ αυτό και ο σκηνοθέτης τις καταγράφει για εκείνους. Σημαντικές και ασήμαντες στιγμές τώρα έχουν μια θέση στην αιωνιότητα· ένα μήνυμα για όλους μας πως ακόμα και αν χαθούμε στον όχλο πάντα υπάρχουμε σαν ξεχωριστά άτομα μέσα σε αυτόν.

Οι άνθρωποι ξυπνάνε και χύνονται στους δρόμους. Ο κύκλος της ζωής επαναλαμβάνεται ασταμάτητα αλλά χάρη στη μαγεία του κινηματογράφου τώρα έχουμε ένα σημείο αρχής. Η μουσική της ζωής έχει ξεκινήσει και ο κάθε άνθρωπος σαν ξεχωριστή νότα στο πεντάγραμμο δίνει τη φωνή του στη συμφωνία της πόλης. Εμείς είμαστε τα φαντάσματα από το μέλλον, οι εθισμένοι παρατηρητές που όπως και το ακούραστο μάτι της κάμερας, έτσι κι εμείς δεν μπορούμε να κλείσουμε τα δικά μας. Άλλωστε, είμαστε κι εμείς πολύ απασχολημένοι με τις ζωές μας για να τις παρατηρήσουμε. Τώρα μας δίνεται η ευκαιρία να κοιτάξουμε μέσα από την κλειδαρότρυπα στο παρελθόν και στις ζωές των άλλων.
Τι βλέπουμε; Κάποιος γεννιέται, κάποιος πεθαίνει. Άλλοι δουλεύουν, άλλοι διασκεδάζουν. Άλλοι παντρεύονται, άλλοι χωρίζουν. Είμαστε στον στίβο, όπου αθλητές αθλούνται και στη θάλασσα, όπου οι λουόμενοι κάνουν τα μπάνια τους. Πάνω από την πόλη, όπου όλοι φαίνονται μικροί σαν τα μυρμήγκια και κάτω από τις ράγες του τρένου, όπου τα μυρμήγκια είμαστε εμείς.


Η μόνη αφήγηση που υπάρχει είναι οι ιστορίες που λέμε στο μυαλό μας όταν βλέπουμε μια εποχή που δεν ζήσαμε. Η μόνη πλοκή είναι οι ζωές μας και οι ζωές τους που πλέκονται μεταξύ τους. Ο σκηνοθέτης δεν μας λέει κάτι, μας δείχνει ό,τι βλέπει. Παντρεύει σχήματα και δραστηριότητες, αλλά δεν υπάρχει κάποια ξεκάθαρη πρόθεση από πίσω. Αν η τζαζ είχε πρόσωπο, τότε θα ήταν Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή. Υπάρχουν στημένα πλάνα, δεν είναι όλα αυτοσχεδιασμός, αλλά είναι μικρές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Πώς το ξέρουμε αυτό; Γιατί ζούμε στον ίδιο πλανήτη και βλέπουμε τους εαυτούς μας σε ανθρώπους που έχουν πεθάνει ίσως και πριν ακόμα γεννηθούμε. Αναγνωρίζουμε την αυθεντικότητα στα πλάνα γιατί τα έχουμε ζήσει.
Ταχύτητα. Η ταχύτητα με την οποία η ζωή αλλάζει, η ταχύτητα με την οποία είμαστε παρόντες σε κάθε συμβάν και η ταχύτητα με την οποία τα πλάνα διαδέχονται το ένα το άλλο. Αυτή η ταχύτητα, που εξαιτίας της σκηνοθέτες όπως ο Σεργκέι Αϊζενστάιν κατηγόρησαν το φιλμ ως φανταχτερό και δίχως βάθος, είναι και αυτή που το κρατάει φρέσκο. Το μέλλον έρχεται πάντα γρήγορα, πιο γρήγορα από το παρελθόν που αφήνουμε πίσω μας. Είναι η ανθρώπινη αφέλεια να νομίζουμε κάθε τι παλιό αργό και ξεπερασμένο, λες και η ταχύτητα και ο ρυθμός είναι πράγματα που ανακαλύφθηκαν σήμερα. Βεβαίως, τέτοιοι ισχυρισμοί συνεχώς διαψεύδονται από την τέχνη και ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή, με τη θέση που έχει κατακτήσει στην ιστορία του κινηματογράφου, έχει διαψεύσει τους επικριτές του.

Η εμπειρία που προσφέρει αυτό το ντοκιμαντέρ είναι τόσο αληθινή που εύκολα ξεχνάμε κάποια βασικά πράγματα. Ονομάζεται ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή, αλλά είναι ένα αποτέλεσμα από τη δουλειά τριών ανθρώπων. Του σκηνοθέτη και παραγωγού, Τζίγκα Βερτόφ, της συζύγου του και μοντέρ της ταινίας, Ελιζαβέτα Σβίλοβα, και του αδερφού του ο οποίος είναι και ο άνθρωπος με τη μηχανή στην ταινία, Μιχαήλ Κάουφμαν. Ταυτοχρόνως, βλέποντας την ταινία νιώθουμε πως βιώνουμε ένα εικοσιτετράωρο σε μια πόλη αλλά στην πραγματικότητα η ταινία χρειάστηκε τρία χρόνια για να γυριστεί και οι συντελεστές πέρασαν από τέσσερις πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης (Οδησσό, Κίεβο, Χάρκοβο και Μόσχα).
Σε κάνει να αναρωτιέσαι αν η πραγματική μηχανή της ταινίας δεν είναι κινηματογραφική, αλλά μια χρονομηχανή. Μόνο που στα δικά μου μάτια, όλη αυτή η αγάπη για τον κινηματογράφο και το τι μπορεί να προσφέρει, όλος αυτός ο πειραματισμός στο μοντάζ και αυτή η έντονη ενασχόληση με τις μικρές στιγμές της καθημερινότητας, δεν με έκαναν ούτε μια φορά να αισθανθώ πως ταξίδεψα σε κάποιο μακρινό παρελθόν, αλλά σε ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον.
