Εισερχόμαστε όλοι σε έναν χώρο που δεν γνωρίζουμε. Ο ένας πίσω από τον άλλο, υπάκουοι, σιωπηλοί. Ένα ζεστό τσάι θα μας προσφερθεί λίγο πριν εμφανιστεί μπροστά μας, με ένα επιτηδευμένο αλλά μάλλον καθησυχαστικό χαμόγελο, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Ορίζει τις θέσεις μας. Μας διαμοιράζει προσεκτικά στον χώρο, ώστε να μην γειτνιάζουμε με τον/τη φίλο/η μας. Κάθε σχέση με τον άλλον αρχίζει ξανά. Tabula rasa. Ξαφνικά, νιώθω αμήχανα με αυτή τη συνθήκη. Δίχως να το καταλάβω βρίσκομαι να υπακούω χωρίς αντίσταση. Οδηγούμαι. Τοποθετούμαι. Δέχομαι. Πότε ακριβώς παραχωρεί ο άνθρωπος την ελευθερία του;
Αυτή είναι η πρώτη ανατροπή της παράστασης «Ολική άμεση συλλογική επικείμενη επίγεια σωτηρία» του Βρετανού συγγραφέα Tim Crouch, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία και μετάφραση Αλέξανδρου Ραπτοτάσιου. Το έργο τοποθετείται σε μια κλειστή κοινότητα που λειτουργεί σαν αίρεση. Τα μέλη της πιστεύουν πως το τέλος του κόσμου πλησιάζει και προετοιμάζονται για την «σωτηρία» που θα έρθει μέσα από μια μαύρη τρύπα. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται μια μητέρα που επιστρέφει για να πάρει την κόρη της, μόνο που η κόρη δεν την αναγνωρίζει πια. Έχει εκπαιδευτεί μέσα στο δόγμα, μιλάει με τον λόγο του «Πατέρα», σκέφτεται μέσα από ένα βιβλίο που ορίζει την πράξη της, την ταυτότητά της, ακόμη και την ανάσα της. Αυτό το βιβλίο θα πάρουμε και εμείς στα χέρια μας για να ακολουθούμε πειθήνια τη ροή του λόγου. Περιστασιακά, γινόμαστε και εμείς ο ρόλος.
Στον πρώην βιομηχανικό χώρο της ΦΙΑΤ, οι θεατές παύουν να είναι μόνο το κοινό αλλά αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο, γίνονται και αυτοί άνθρωποι προς διαχείριση. Η Πέγκυ Τρικαλιώτη και η Νοεμή Βασιλειάδου κρατούν με τους ρόλους τους μια τραγωδία αναγνώρισης της μητέρας από την κόρη, με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και τον Γιώργο Βαλαή σε διπλή διανομή να υποδέχονται, να καθοδηγούν, να ελέγχουν. Η μουσική του Jeph Vanger, πρωτότυπη και ξεχωριστή δημιουργεί μια υπόγεια συχνότητα που μας συντονίζει όλους. Και προτού μας δοθεί η εντολή να πάρουμε στα χέρια μας το εικονογραφημένο βιβλίο-οδηγό, αρχίζει ο διαλογισμός. Κανείς δεν το περιμένει. Η περιγραφή της παράστασης δεν μπορεί να σε προετοιμάσει.

Ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος περιγράφει στο σημείωμά του έναν κόσμο που ζει μέσα στη βεβαιότητα μίας επερχόμενης συντέλειας: «Μια αίρεση μετράει αντίστροφα προς το τέλος του κόσμου περιμένοντας τη μαύρη τρύπα που θα τους μεταφέρει στη Γη της Επαγγελίας…». Και μέσα σε αυτή την πίστη, μια μητέρα επιστρέφει για να βρει την κόρη της αλλά ανακαλύπτει πως πλέον δεν την θυμάται. Πώς αναγνωρίζεις αυτόν που αγάπησες όταν η μνήμη έχει ακυρωθεί; Τι μένει από την ταυτότητα όταν αντικαθίσταται από ένα βιβλίο εντολών;
Συναντήθηκα με τον Αλέξανδρο Ραπτοτάσιο, τον άνθρωπο που έστησε αυτό τον ιδιότυπο κόσμο όπου ο θεατής δεν είναι πλέον θεατής, αλλά πιθανός πιστός. Ή πιθανός αντιρρησίας. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Ποια είναι η λεπτή γραμμή μεταξύ εμπιστοσύνης και χειραγώγησης; Πότε η συλλογικότητα γίνεται αίρεση; Πόσο έτοιμοι είμαστε να παραδώσουμε τον έλεγχο, αρκεί κάποιος να μας υποσχεθεί σωτηρία;


Είσοδος στο Άγνωστο – Ο θεατής ως σώμα υπακοής
Εκείνος τα γνωρίζει φυσικά όλα αυτά που ένιωσα και, στην πραγματικότητα, πάνω σε αυτό ποντάρει και όπως μου αναφέρει ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος: «Όλα αυτά ασκούν μια μορφή βίας, όχι χυδαία, όχι βίαιη με την κλασική έννοια, αλλά μία βία συγκαλυμμένη. Μπαίνεις σε μια συνθήκη στην οποία δεν έχεις προηγουμένως συναινέσει. Και αυτό είναι το καίριο. Αυτή είναι η ουσία της υπακοής, της χειραγώγησης. Έρχεται χωρίς να τη ζητήσεις».
Τον ρωτώ αν ο θεατής έχει επιλογές: «Φυσικά και έχει. Μπορεί να μην κάνει διαλογισμό, μπορεί να μην ανοίξει το βιβλίο, μπορεί να μην μιλήσει ποτέ. Κανείς δεν τον αναγκάζει. Όμως όλη η παράσταση είναι μια σειρά από μικρές συναινέσεις. Θα θέλαμε να κάνετε αυτό. Τώρα, μπορείτε να κάνετε εκείνο. Όποιος θέλει μπορεί να φύγει. Κανείς δεν φωνάζει. Κανείς δεν πιέζει. Κι όμως… οι περισσότεροι μένουν. Ακολουθούν».
Η αλήθεια είναι πως όλοι ακολουθήσαμε δίχως καχυποψία, δίχως δισταγμό. «Στο Λονδίνο», συνεχίζει, «έχω δουλέψει σε immersive παραστάσεις τύπου “28 μέρες μετά”. Εκεί σε κυνηγούν. Τρέχεις. Κρύβεσαι. Η συμμετοχή επιβάλλεται. Είναι “βιαιότητα” καθαρή. Εμείς εδώ δεν πιέζουμε. Εμείς προσκαλούμε. Εκεί βρίσκεται η επικίνδυνη ομορφιά. Η χειραγώγηση γίνεται μέσα από την επιλογή. Ή μάλλον μέσα από αυτό που το σώμα πιστεύει πως είναι επιλογή».
Όπως μου εξηγεί ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος, ο τρόπος υποδοχής των θεατών δεν είναι μια εξωτερική χειρονομία αλλά επέκταση της ίδιας της δραματουργίας του Crouch. Πάνω σε αυτήν, ο ίδιος πρόσθεσε σκηνοθετικά στοιχεία – μικρές τελετουργίες – με διπλό στόχο: να διευκολύνει το κοινό να εισέλθει ομαλά στη συνθήκη της παράστασης και ταυτόχρονα να ενισχύσει το βίωμα της συλλογικότητας και της διάδρασης. Δεν ήθελε, όπως λέει, η είσοδος στην εμπειρία να είναι απότομη· ήθελε το σώμα να προηγείται του νου. Να υπάρξει χρόνος ώστε ο θεατής να αρχίσει να υπακούει χωρίς να του ζητηθεί, να αισθανθεί τη μετάβαση πριν την σκεφτεί. Έτσι προέκυψε η τελετουργική αρχή: η παράδοση των κινητών, το τσάι που μοιράζεται, η σιωπηλή τοποθέτηση στον χώρο. Μια διαδικασία απογύμνωσης από τις συνήθειες του έξω κόσμου, μια πρώτη δοκιμή υπακοής και ταυτόχρονα ένα σωματικό μοίρασμα. «Μακάρι να συνέβαινε σε όλες τις παραστάσεις», σχολιάζει. «Τα κινητά είναι η πανδημία του θεάτρου».
Από εκεί κι έπειτα, το έργο εξελίσσεται προς κάτι ακόμα πιο επικίνδυνα λεπτό: έναν μηχανισμό παραγωγής συναίνεσης. Ακριβώς όπως λειτουργούν οι ηγέτες αιρέσεων και, όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος, και οι πολιτικοί ηγέτες: πρώτα δημιουργούν κενό, δυσαρέσκεια, φόβο, κι έπειτα προσφέρονται οι ίδιοι ως λύση: «Η αίρεση δεν είναι ο πυρήνας του έργου. Είναι η μεταφορά. Μια μικρή κοινωνία, όπου οι μηχανισμοί εξουσίας, πίστης και υπακοής γίνονται ευδιάκριτοι, πιο καθαροί, σχεδόν εργαστηριακοί. Στην αίρεση βλέπεις μεγάλα συστήματα συμπυκνωμένα σε κάτι μικρό. Γι’ αυτό λειτουργεί». Αυτό που περιγράφει δεν αφορά μονάχα τις κλειστές δομές που ονομάζουμε «σέχτες». Αφορά κάτι μεγαλύτερο ή μάλλον, κάτι πολύ πιο καθημερινό.
«Η λογική της αίρεσης», συνεχίζει, «είναι η ίδια λογική που μπορείς να εντοπίσεις σε κάθε θρησκεία. Απλώς αλλάζει κλίμακα, διάρκεια, σοβαροφάνεια. Οι ίδιες μέθοδοι, οι ίδιες αμφισημίες. Αν ρωτήσεις “πού είναι ο παράδεισος; πώς πας εκεί;” δεν υπάρχει σαφής απάντηση. Υπάρχει δόγμα. Δόγμα που στηρίζεται σε ασάφειες – ακριβώς όπως στο έργο». Ο Αλέξανδρος το θέτει καθαρά: «Δεν μιλάμε μόνο για την θρησκευτική πίστη. Μιλάμε για την ανάγκη να πιστεύουμε. Για την ευκολία που προσφέρει η πίστη σε μια απλή εξήγηση, σε μια υπόσχεση. Εύκολοι εχθροί. Εύκολες λύσεις. Από τον Χριστιανισμό μέχρι τον Τραμπ, μέχρι οποιονδήποτε ηγέτη που μας λέει “άστο, εγώ ξέρω”».

Με την ίδια την φωνή του Tim Crouch
Το βράδυ που είδα την παράσταση, στον χώρο βρισκόταν και ο ίδιος ο Tim Crouch. Μετά το τέλος της παράστασης μίλησε στους θεατές, εξηγώντας τον μηχανισμό απόστασης που αποτελεί θεμέλιο της γραφής του. «Υπάρχει απόσταση και αυτό δυσκολεύει κάποιους. Η παράδοση του θεάτρου λέει πως ο ηθοποιός εξαφανίζεται πίσω από τον ρόλο, εδώ όμως δεν μπορεί. Εδώ, κάθε δύο σελίδες, πρέπει να πει “ΟΚ” δηλαδή συνεχίζουμε». Στο τέλος, όταν οι ρόλοι περνούν στα χέρια δύο θεατών, ο Crouch χαμογελά. «Αυτό είναι το σημείο που αλλάζουν μορφή. Και εκεί καταλαβαίνουμε πως οι χαρακτήρες δεν κατοικούν μόνο στους ηθοποιούς αλλά κατοικούν στο κοινό». Και κλείνει με μια παρατήρηση που θα μπορούσε να ειπωθεί έξω από κάθε θέατρο, σε κάθε πολιτική συγκέντρωση: «Η εξουσία δεν είναι συγκεντρωμένη στην κορυφή. Είναι κάτι που μοιράζεται ανάμεσα στους ανθρώπους».
Όσο για την παρουσία του στην Ελλάδα και το ελληνικό κοινό θα πει: «Με συναρπάζει πολύ που βρίσκομαι εδώ. Γιατί η σύζυγός μου, η Julia, είπε νωρίτερα σήμερα το βράδυ πως οι Αθηναίοι, και ίσως γενικότερα οι Έλληνες, δεν τα πάνε πολύ καλά με τους κανόνες. Σίγουρα δεν τα πάτε πολύ καλά με το να υπακούτε κανόνες – ειδικά στο παρκάρισμα και στην οδήγηση. Αλλά σε άλλα πράγματα… Είναι ενδιαφέρον να βλέπω ελληνικό κοινό, αθηναϊκό κοινό, να αντιστέκεται στις ιστορίες που ακούω σήμερα από την Ευρώπη, για θεατές που μισούν την παράσταση γιατί πρέπει να κάνουν ό,τι τους λένε, πρέπει να κλείσουν τα μάτια, να πιουν το νερό, να διαβάσουν από το βιβλίο. Κι όμως αυτό το συναίσθημα, αυτό ακριβώς είναι το συναίσθημα που θέλω η παράσταση να εξερευνήσει. Και για να το εξερευνήσει, πρέπει πρώτα να το γεννήσει. Και αυτό μπορεί να είναι δύσκολο να συμβεί».

Ο χώρος ως σκηνικός συμπρωταγωνιστής: ακουστική, υλικότητα, δυστοπία
Είμαστε όλοι καθισμένοι κυκλικά μέσα σε έναν βιομηχανικό χώρο που αποπνέει δυστοπία. Ένας νέος χώρος βιομηχανικός, αδιαμόρφωτος, επιλεγμένος για αυτή την παράσταση. Αναρωτιέμαι πόσο συνέβαλε στη διαμόρφωση της σκηνοθετικής του προσέγγισης. Πώς γεννήθηκε αυτή η μετάφραση; Τι ενεργοποιεί αυτή η ωμή ατμόσφαιρα πάνω στο έργο;
«Το γεγονός ότι ο χώρος δεν είναι θεατρικός είναι ήδη υλικό. Εγώ έχω σπουδάσει εικαστικά και περφόρμανς, οπότε από πάντα δούλευα έτσι: με χώρους που δεν είναι πλασμένοι για σκηνή. Ο χώρος δεν προσαρμόστηκε σε εμάς – εμείς προσαρμοστήκαμε σε αυτόν. Και συχνά, από τέτοιες συνθήκες προκύπτουν οι πιο ενδιαφέρουσες δυνατότητες», αναφέρει ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος.
Μου εξηγεί πως ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος ανακάλυψε το κτίριο. Τσιμέντο, ηλικία, μουσειακότητα. Μια ανώνυμη είσοδος από τη Συγγρού, σκεπασμένη με γκράφιτι. Εκεί θα βρει την αρχή. «Η είσοδος των θεατών ξεκίνησε από αυτό. Από το τίποτα. Από τον διάδρομο. Από την πλαστική κουρτίνα. Από την ανάγκη να φτιάξουμε ένα πέρασμα – ένα κατώφλι που φέρνει τον κόσμο από έξω προς μέσα, από το γνώριμο στο άγνωστο. Στον κεντρικό χώρο όμως δυσκολευτήκαμε. Δεν μπορούσαμε να κρεμάσουμε τίποτα. Ο χώρος είναι παλαιός, έχει επανέλθει στην αρχική του κατάσταση, σχεδόν 100 χρόνια πίσω. Τσιμέντο παντού, μια σοφίτα ψηλά, ξύλο και μεταλλικές δοκούς. Κι έτσι αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε ό,τι υπήρχε ήδη: τη μεγάλη μεταλλική πόρτα του γκαράζ, τα αστέρια στην οροφή, για μια σκηνή που ανοίγει προς τα έξω, σαν ρήγμα μέσα στη δομή που χτίσαμε με τον Μάρκο και τον Αντονέλλο (Marco Turcich, Antonello Corvaro)».
Ο χώρος έχει μια δική του ακουστική. «Ηχητικά ήταν πρόκληση. Γι’ αυτό φτιάξαμε δύο συστήματα: ένα εσωτερικό για τις φωνές, ένα εξωτερικό για τα ηχοτοπία. Αν οι ηθοποιοί μιλούσαν χωρίς μικρόφωνο θα χάνονταν με το παραμικρό γύρισμα του σώματος. Ο Jeph Vanger έκανε εξαιρετική δουλειά στη μίξη αξιοποιώντας την αντήχηση αντί να την πολεμήσει. Την ένωσε με το έργο. Έγινε μέρος του». Και τελικά ο χώρος, διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την παράσταση. Το τσιμέντο, η οροφή, το γκαράζ, ο διάδρομος, οι ήχοι όλα λειτουργούν συνθετικά οδηγώντας μας προς το άγνωστο.

Μητέρα & Κόρη – Η ανθρώπινη καρδιά του έργου
Παρά τον φουτουριστικό μανδύα, στην καρδιά του έργου υπάρχει μια σύγχρονη αναγνώριση: μια μητέρα που επιστρέφει για ένα παιδί που δεν τη θυμάται. Ποιο ήταν το πιο συγκινητικό ή αποκαλυπτικό σημείο της δουλειάς σας με την Πέγκυ Τρικαλιώτη και τη Νοεμή Βασιλειάδου πάνω στη σχέση αυτή;
«Αυτό που συνέβη με την Πέγκυ και τη Νοεμή ήταν από τα πιο συγκινητικά πράγματα αυτής της δουλειάς», μου λέει. «Από την πρώτη κιόλας πρόβα, χωρίς καμία καθυστέρηση, μπήκαν μέσα στο έργο με έναν τρόπο πλήρη. Με αγάπη. Με ενθουσιασμό. Με εμπιστοσύνη. Κι αυτό αλλάζει τα πάντα στη διαδικασία. Δούλεψαν σκληρά. Αλλά όχι μόνο με τεχνική. Με ψυχή. Με επιθυμία. Το κείμενο έχει εξαιρετική ροή, μια σκηνή αναγνώρισης σχεδόν αρχαίας τραγωδίας στο κέντρο του, και αυτές βούτηξαν μέσα χωρίς φόβο. Χωρίς άμυνα. Κατευθείαν. Από την πρώτη στιγμή είδα πράγματα που υπάρχουν αυτούσια στην παράσταση σήμερα».


Περιγράφει μια διαδικασία λεπτή αλλά σωματική. «Δουλέψαμε πολύ με αποστάσεις, με κύκλο, με καλάμια, με τον χώρο. Το σώμα ήταν εργαλείο αφήγησης όσο και ο λόγος. Και οι δύο το πήραν αυτό και το αφομοίωσαν, το έζησαν. Αφομοίωσαν τα πάντα με έναν τρόπο αριστοτεχνικό. Γι’ αυτό και η σχέση τους πλέον έχει βάθος, έχει αλήθεια, έχει παλμό».
Και προσθέτει μια ακόμη λεπτομέρεια που δίνει στην όλη διαδικασία μια πιο ανθρώπινη πινελιά: «Η ηλικιακή τους διαφορά δεν είναι τόσο μεγάλη όσο μέσα στο έργο, όμως η Νοεμή εκπέμπει νεότητα, και η Πέγκυ έχει μια κόρη περίπου στην ηλικία της ηρωίδας. Άρα και οι δύο είχαν υλικό διαθέσιμο. Πτυχές προσωπικές που μπορούσαν να κουβαλήσουν μέσα στον ρόλο. Κι αυτό τις συνέδεσε. Τις γείωσε. Τις έκανε να συναντηθούν όχι απλώς ως ηθοποιούς αλλά ως ανθρώπους».

Λίγο πριν το τέλος – Σε πρώτο πρόσωπο
Αν ο κόσμος μας όντως τελειώνει, όπως λέει και η παράσταση, ποιο πιστεύει άραγε ότι είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξανασκεφτούμε ως κοινωνία; Τι δεν έχει πάει καλά; Πού χάσαμε τον προσανατολισμό μας;
«Νομίζω πως πρέπει να συνεννοηθούμε μεταξύ μας και όχι να περιμένουμε έναν “ηγέτη” να το κάνει για εμάς. Ζούμε με μια διαρκή νοσταλγία για παλιές βεβαιότητες, για μοντέλα τάξης που μοιάζουν ασφαλή επειδή είναι γνωστά. Αλλά αυτή η ανάγκη για έναν ισχυρό που θα τα “φτιάξει όλα” για εμάς είναι μέρος του προβλήματος. Αντί να δεχτούμε την αλλαγή, γαντζωνόμαστε από το παλιό, από το αυταρχικό, από το έτοιμο. Μεγάλες αυτοκρατορίες βρίσκονται στο τέλος τους. Αυτό δεν είναι θεωρία – είναι ιστορία. Το θέμα είναι αν θα συμμετέχουμε στη νέα αναδιάταξη ή αν θα περιμένουμε παθητικά να μας συμπαρασύρει. Το τέλος του κόσμου δεν έρχεται μία φορά. Έρχεται σε επεισόδια: στη Γάζα, στα καμένα δάση της Αυστραλίας, σε κοινότητες που εξαφανίζονται χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Η καταστροφή δεν είναι μελλοντική – είναι άνιση, τοπική, συνεχόμενη».
Ίσως επειδή ο ίδιος έχει ζήσει ανάμεσα σε χώρες, συστήματα, εποχές που αλλάζουν, κουβαλά μια οξυμένη επίγνωση του «μεταξύ». Γεννήθηκε στη Λάρισα, όμως η καλλιτεχνική του πορεία διαμορφώθηκε κυρίως εκτός Ελλάδας. Σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών έφυγε για την Αγγλία, όπου σπούδασε αρχικά κινηματογράφο και στη συνέχεια εικαστικές και παραστατικές τέχνες με κατεύθυνση την περφόρμανς. Αργότερα συνέχισε την εκπαίδευσή του στο σωματικό θέατρο και τη σκηνοθεσία στο Λονδίνο. Έζησε συνολικά περίπου δεκαπέντε χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο και δύο ακόμη στη Νέα Υόρκη, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Η επιστροφή του συνδέθηκε τόσο με προσωπικούς λόγους – τη δημιουργία της οικογένειάς του μαζί με τον σύντροφό του και τη γέννηση του γιου τους – όσο και με την ανάγκη να εργαστεί δημιουργικά μέσα στην ελληνική πολιτιστική πραγματικότητα, παραμένοντας σε άμεσο διάλογο με την ιστορία, την ταυτότητα και τους ανθρώπους της.
Παρότι η βάση του βρίσκεται πλέον στην Αθήνα, η καλλιτεχνική του δραστηριότητα παραμένει διεθνής, με συνεργασίες που εξακολουθούν να τον φέρνουν σε Λονδίνο και Βερολίνο. Διατηρεί ενεργή ματιά πάνω στις κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές της εποχής, έχοντας βιώσει από κοντά την αίσθηση αβεβαιότητας και τη διαρκή μετατόπιση δικαιωμάτων που γνώρισε τα τελευταία χρόνια η Αμερική και η Ευρώπη. Η Αμερική υπήρξε για εκείνους ταυτόχρονα θαυμαστή και ασταθής. Έζησαν περιόδους πολιτικής έντασης, αμφισβήτησης δικαιωμάτων, φόβου για το αύριο. Η αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, ούτε καν τα αυτονόητα, ήταν καθοριστική. Κι ίσως γι’ αυτό – γιατί έχει ζήσει διαφορετικά μοντέλα και κοινωνικές πραγματικότητες – τον αφορά τόσο βαθιά το τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή εδώ. Τι αλλάζει. Τι κινδυνεύει. Τι μπορούμε ακόμη να διεκδικήσουμε…
«Έχω αρχίσει να σκέφτομαι ένα νέο έργο – πιο αυτοβιογραφικό, με πρόσωπα από διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, συνεργάτες και φίλους. Κάτι σαν εγχειρίδια εκτάκτου ανάγκης. Οδηγίες για όταν όλα λήγουν. Όταν όλα αλλάζουν. Πώς στεκόμαστε εκεί; Πώς δεν παραδινόμαστε;», μοιράζεται ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος.
Η παράσταση τελειώνει, αλλά ο μηχανισμός που έθεσε σε λειτουργία συνεχίζει να δουλεύει μέσα μας. Κι ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό και ταυτόχρονα το πιο αναγκαίο: ότι η εξουσία δεν βρίσκεται μόνο μπροστά μας αλλά βρίσκεται ανάμεσά μας. Και η επιλογή, η μικρή προσωπική επιλογή, μοιάζει περισσότερο από ποτέ μια πράξη πολιτική.
