Στην καρδιά της Αθήνας, εκεί όπου η πόλη συναντά το Σύνταγμά της και την Πλατεία Συντάγματος βρίσκεται ένα μνημείο που δεν ανήκει σε κανέναν αλλά αφορά όλους. Είναι λιτό, σιωπηλό και επιβλητικό αφιερωμένο σε όλους εκείνους που έπεσαν για την πατρίδα δίχως να ακουστεί ποτέ το όνομά τους. Δεν είναι τάφος μήτε μια απλή κατασκευή από μάρμαρο. Είναι ο τόπος όπου η Ελλάδα στέκει απέναντι στην ίδια της την ιστορία και ανοιχτός προσβάσιμος χώρος σε όσους επιθυμούν να αναστοχαστούν το τίμημα που φέρει η ελευθερία.
Τα Σάββατα η μητέρα μου με πήγαινε βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Μου έπαιρνε έναν λουκουμά, κάνα παιχνίδι και μετά πηγαίναμε να ταΐσουμε τις πάπιες στον Εθνικό Κήπο, είχε θυμάμαι ακόμα και λιοντάρι μέσα σε κλουβί. Στο τέλος καταλήγαμε να περνάμε από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη πριν πάρουμε το 040 για να επιστρέψουμε σπίτι. Δεν καταλάβαινα τι είναι αυτό το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, μου έκανε εντύπωση που έβλεπα άντρες με φουστανέλες που κόσμος πολύς τους έβλεπε, τους τράβαγε φωτογραφίες. Είχε περιστέρια τριγύρω πολλά και από πάνω φαινόταν η Βουλή των Ελλήνων. Τότε που ήμουν παιδί νόμιζα ότι εκεί έμεναν οι βουλευτές που παρακολουθούσα κάθε Κυριακή στην τηλεόραση στην ώρα της Βουλής και μίλαγαν και ο πατέρας μου τους διαολόστελνε, γιατί τίποτε δεν κάνανε σωστά. Δεν καταλάβαινα τότε πολλά μα και τώρα που μεγάλωσα δεν κατανοώ περισσότερα.
Έχουμε ένα συνταγματικό δικαίωμα το να συνερχόμαστε δίχως όπλα και να διαμαρτυρόμαστε. Γνωρίζουμε ότι οι δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις φυλάσσονται από την αστυνομία για το καλό μας. Αυτό που δεν γνώριζα είναι ότι το να στέκω πια στον χώρο, που είναι πεζοδρόμιο ουσιαστικά, μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη θα επιφέρει πρόστιμα και ποινή φυλάκισης. Γνώριζα ή είχα συνηθίσει κάθε πορεία που συμμετείχα να καταλήγει μπροστά από τη Βουλή. Λογικό μου φαινόταν: η πορεία γίνεται για να διαμαρτυρηθείς για κάτι και σε ποιους διαμαρτύρομαι στους εκλεγμένους πολιτικούς που η φυσική τους έδρα είναι το κοινοβούλιο. Δεν γνώριζα ότι πια η Βουλή είναι κάτι σαν ένα παλάτι που μέσα ο βασιλιάς κατοικεί και δεν πρέπει να τον ενοχλούμε με τις διαμαρτυρίες μας στον περίβολο χώρο του. Όσο ζω μαθαίνω όμως. Δεν πρέπει να ενοχλώ τους βουλευτές, οφείλω ως άρχοντες να τους αντιμετωπίζω και να βρω κάπου αλλού να διαμαρτυρηθώ μακριά για να μην χαλάω την εικόνα της Δημοκρατίας τους.
Το έβλεπα το μνημείο από παιδί και δεν καταλάβαινα γιατί ένας αρχαίος γυμνός στρατιώτης ήταν ξαπλωμένος και γιατί υπήρχαν γράμματα τριγύρω διάσπαρτα που δεν μπορούσα να διαβάσω. Στις παρελάσεις έμπαιναν οι εξέδρες και κάθονταν οι επίσημοι και στις πορείες φώναζαν οι ανώνυμοι πολίτες αυτό νόμιζα ήταν το ορθό, το πρέπον για να έχουμε μια υγιή Δημοκρατία. Τώρα που αυτή η κατ’ εμέ λανθασμένη τροπολογία που σκοπό έχει την προστασία του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη με κάνει ν’ απορώ ποιον προστατεύει ουσιαστικά. Το μνημείο; Εμένα και τα δημοκρατικά μου δικαιώματα ή την ησυχία των εντός του κοινοβουλίου πολιτικών; Ναι, δεν υπάρχει περίπτωση να μας απαγορεύσουν να κλείσουμε τους δρόμους, να διαμαρτυρηθούμε, να συμμετέχουμε σε πορεία που θα καταλήξει μπροστά από το Μνημείο. Άρα τι διαφυλάσσει αυτή η τροπολογία; Έχω σε τόσες πορείες πάει και πάντα το ραντεβού που δίνουν οι μαυροντυμένοι με τους θωρακισμένους αστυνομικούς δίνεται μπροστά από τη Μεγάλη Βρεταννία. Εκεί πετάνε τα δακρυγόνα και τις μολότοφ, από κει διώχνουν το πλήθος προς την Πανεπιστημίου.

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη δεν το πείραξε κανείς και πώς να το πειράξεις ή βανδαλίσεις δηλαδή, αφού πάντα φυλάσσεται και πάντα ο κόσμος το σέβεται. Αν δεν το σεβόμασταν και δεν κατανοούσαμε τη σημασία του δεν θα συναθροιζόμασταν εκεί μπροστά στον τάφο των άγνωστων νεκρών μας που εξαιτίας των αγώνων τους έχουμε αυτή τη χώρα και αποκαλούμαστε ελεύθεροι. Ενόχλησε ο πατέρας που έκανε απεργία πείνας, ενόχλησαν τα 57 γραμμένα ονόματα που πια θα τα σβήσει η βροχή, γιατί δεν επιτρέπεται να αναγραφούν ξανά. Έτσι αποφάσισαν εκείνοι που μέσα στο κοινοβούλιο αποφασίζουν.
Δεν περίμενα αυτή την κυβέρνηση για να απογοητευτώ, την πρώτη απογοήτευση την έφαγα θυμάμαι όταν εκεί μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη έγινε μια μεγάλη συγκέντρωση και συναυλία για τον Οτσαλάν. Ήταν το 1999 που η κυβέρνηση ενώ φιλοξενούσε τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν τον παρέδωσε στις τουρκικές αρχές. Γινόταν τότε κι ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία από αυτή τη συναυλία θυμάμαι την Ελευθερία Αρβανιτάκη να μας τραγουδά και ένα μέλος των Αctive Member το διαβατήριο του να καίει. Την επόμενη μέρα θυμάμαι την ντροπή που ένιωσα, όταν είδα στις ειδήσεις ότι παρέδωσαν τον Οτσαλάν. Που πήγε το άσυλο και η φιλοξενία μας, που πήγαν οι αρχές μας; Τότε ήταν που αποδέχτηκα ότι είμαστε αποικία και γι’ αυτό στο σήμερα δεν μου κάνει εντύπωση το ότι ανήκουμε στα κράτη που δεν τα βάζουν με τον Νετανιάχου και είμαστε παρατηρητές μιας γενοκτονίας.
Μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο που χάθηκαν πολλές ψυχές, πολλά κράτη της Ευρώπης μεταξύ αυτών η Βρετανία, η Ιταλία, η Γαλλία, φτιάξανε μνημεία του αγνώστου στρατιώτη για να τιμήσουν όλες αυτές τις ανώνυμες ψυχές. Το 1926 και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να κατασκευάσει το δικό της. Ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδης αναλαμβάνει έπειτα από διαγωνισμό τη σχεδίασή του και το κεντρικό ανάγλυφο έργο του γλύπτη Φωκιών Ρωκ. Το έργο αρχικά ο Πάγκαλος δεν ήθελε να γίνει εκεί μπροστά στη Βουλή, τα παλαιά ανάκτορα μα κάπου αλλού. Όμως ο Βενιζέλος επέμεινε ότι πρέπει αυτό το μνημείο να είναι στο κέντρο της πόλης, όπως εκείνο των Παρισίων. Τα αποκαλυπτήρια γίνανε στις 25 Μαρτίου 1932 και αρκετοί το βρήκαν αντιαισθητικό. Λίγο ο λόφος που ισοπεδώθηκε και έδωσε τη θέση του στον τοίχο που ορθώθηκε από πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων και πολύ η ανάγλυφη απεικόνιση του στρατιώτη που δεν είχε κάποια έκφραση πόνου ή δεν ήταν τρισδιάστατος σαν άγαλμα. Οι σχεδιαστές όμως στόχευαν στη λιτότητα, στον κλασικισμό και την αρ ντεκό, τα ρεύματα που επικρατούσαν τότε.
Το γλυπτό του Στρατιώτη που είναι ξαπλωμένος γυμνός φορώντας το κράνος του και βαστώντας την κυκλική ασπίδα του στο αριστερό χέρι είναι σε στάση ανάπαυσης, όχι ήττας που θυμίζει αρχαίο ήρωα. Γύρω του δυο φράσεις από τον Επιτάφιο του Περικλή του Θουκυδίδη «Μια Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» και «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος». Στους πελεκημένους πωρόλιθους είναι χαραγμένες κατά ενότητες τα τοπωνύμια στα οποία έδωσε πολύνεκρες μάχες ο ελληνικός στρατός. Αριστερά από τους Α’ βαλκανικούς πολέμους, στο κέντρο οι μάχες των Β’ βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ενώ στα δεξιά οι μάχες του Β’ παγκοσμίου πόλεμου και οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στη Ρωσία. Μετά το 1944 προστέθηκαν τα πεδία μαχών του Β’ παγκοσμίου πολέμου και χρόνια αργότερα οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στην Κορέα. Το 1984 χαράχθηκε και η λέξη Κύπρος ενώ το 2015 οι λέξεις Αιγαίο, Ιόνιο, Μεσόγειος και Ατλαντικός ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους άγνωστους Έλληνες ναυτικούς που έπεσαν εν καιρώ πολέμου.
Περνάμε, το προσπερνάμε, του ρίχνουμε μια κλεφτή ματιά κι άλλοτε στέκουμε και παρακολουθούμε μαζί με τους τουρίστες την αλλαγή της φρουράς των ευζώνων που στέκουν άγρυπνοι φρουροί να το προστατεύουν όχι από βανδαλισμούς ή διαμαρτυρίες μα συμβολικά. Μπροστά από αυτό το Μνημείο ο ελληνικός λαός διαμαρτυρήθηκε όχι μόνο το 1999 κατά του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας ή το 2003 στην πορεία ειρήνης κατά του πολέμου του Ιράκ ή το 2011 που οι μελλοντικοί ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής μούτζωναν τη Βουλή ενώ στην πλατεία κάτω οι «αγανακτισμένοι» συνομιλούσαν σε μια προσπάθεια αναβίωσης της λαϊκής δημοκρατίας. Θυμάμαι μάλιστα πολλές φορές οι διαδηλωτές σχημάτιζαν ανθρώπινες αλυσίδες για να προστατεύσουν το Μνημείο αυτό από τους «μπαχαλάκιδες» τους κρατικούς. Η διαμαρτυρία μπροστά απ’ το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη ξεκίνησε λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του. Οι πρώτες δύο ήταν το 1943 που έγινε γενική απεργία κατά της επιστράτευσης και ένα συλλαλητήριο κατά της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία, ειρηνικές διαμαρτυρίες που οι κατοχικές δυνάμεις κατέπνιξαν με αίμα νεκρούς και τραυματίες. Το 1956 ακολουθεί ένα παλλαϊκό συλλαλητήριο για την Κύπρο. Την 17η Νοέμβρη του 1975 και κάθε 17 Νοέμβρη η πορεία του Πολυτεχνείου.
Αυτός είναι ο συμβολισμός του χώρου τόσο δυνατός που εκεί αποφασίζει ο Έλληνας να διαμαρτυρηθεί μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη που πέθανε για την ελευθερία μας. Εκεί είναι ο φυσικός χώρος διαμαρτυρίας, μπροστά του, αυτός θέλουμε πρώτα να μας ακούσει και κατόπιν οι πολιτικοί που βρίσκονται μέσα στο κτήριο πίσω τους. Οι διαδηλώσεις μας είναι πάντα ειρηνικές κι αυτό το γνωρίζει η ελληνική αστυνομία γι’ αυτό μας φέρεται έτσι, γι’ αυτό μας πετάει δακρυγόνα, γι’ αυτό χτυπάει τα πλήθη. Άμα κατεβαίναμε στις πορείες όπως παλιά κατέβαιναν οι οικοδόμοι με τα κορδόνια τους, ναι θα είχαμε άλλη αντιμετώπιση που θα κατέληγε αιματηρή.
Το Μνημείο αυτό δεν ανήκει στο παρελθόν, δεν είναι μουσειακό. Το Μνημείο αυτό δεν εξυψώνει τη δόξα μα τιμά τη θυσία. Διαχειριστικά ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, τελεί υπό την ευθύνη της Βουλής των Ελλήνων κτηματολογικά. Η φύλαξη του ανήκει στην Προεδρική Φρουρά, η συντήρησή του εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και η καθαριότητά του είναι ευθύνη του Δήμου Αθηνών. Συλλογική μας ευθύνη όμως είναι να παραμείνουμε ενεργοί πολίτες, να αντιδράμε στο άδικο και να διεκδικούμε τα δικαιώματά μας. Όχι σε τόπους που θα μας ορίσει μια κυβέρνηση, μα σε τόπους και χώρους που μας οδηγεί το συλλογικό μας ασυνείδητο. Δεν μπορώ να διανοηθώ πορεία που να μην καταλήγει μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Αν η κυβέρνηση δεν θέλει πορείες και διαμαρτυρίες, τότε ας σταθεί πάνω από τα προβλήματα των πολιτών κι ας αφήσει τις τροπολογίες που μόνο αδύναμους τους κάνουν στα μάτια μας να φαίνονται. Κυβερνήσεις που δεν θέλουν ο πολίτης να διαμαρτύρεται και με πλάγιους τρόπους του το απαγορεύουν είναι κυβερνήσεις λίγες μπρος στο μεγαλείο αυτού του λαού που επεβίωσε πολέμους, μνημόνια και κακές κυβερνήσεις.
Το ραντεβού μετά τις πορείες είναι και θα παραμείνει μπρος από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, όσες τροπολογίες κι ας περάσουν αυτοί που θεωρούν ότι είναι άρχοντες του τόπου. Αυτοί λησμονούν ότι πραγματικοί άρχοντες αυτού του τόπου είμαστε εμείς, όλοι οι Έλληνες και όχι οι πολιτικοί που ψηφίζονται δυστυχώς από μια μικρή μερίδα ψηφοφόρων. Σε αυτό είμαστε υπεύθυνοι όλοι μας με την τρομερή αποχή μας από τις εκλογές. Εμείς ευτελίζουμε τη δημοκρατία μας με το να μην εξασκούμε το ύψιστο δικαίωμα που μας προσέφεραν οι νεκροί στρατιώτες μας, γνωστοί ή άγνωστοι, εκείνο του να ψηφίζουμε. Αν ψηφίζαμε όλοι ίσως και τα πράγματα να ήσαν καλύτερα.
