Μόλις είχα μπει στο καράβι για το νησί. Η ανησυχία μου για την άνεσή μας ήταν πια περιορισμένη – τα παιδιά μας έχουν μεγαλώσει, τα ταξίδια έχουν αλλάξει. Στο σαλόνι, όμως, όλοι οι καναπέδες με τα τραπέζια στο κέντρο ήταν «κατειλημμένοι» από ένα ή δύο άτομα τη φορά. Σακίδια, τσάντες, μπουφάν, όλα απλωμένα λες κι ο καθένας είχε μετατρέψει τον κοινόχρηστο χώρο σε προσωπικό του σαλόνι.

Στο παρελθόν, μια τέτοια εικόνα θα με έστελνε ήσυχα σε μια γωνία. Η παλιά μου δειλία θα με απέτρεπε από οποιαδήποτε διεκδίκηση. Που να μπλέκω και τι να διεκδικώ, χαμένος κόπος. Μα τα χρόνια, εκτός από ρυτίδες, φέρνουν και κάτι ακόμη: το σθένος να ζητήσεις αυτά που σου ανήκουν. Τον χώρο σου. Την ησυχία σου. Την ελευθερία σου.

Πλησίασα δύο γυναίκες που είχαν καταλάβει έναν καναπέ για οκτώ, τα πράγματά τους απλωμένα παντού, και ρώτησα ευγενικά:
— «Περιμένετε παρέα;»

Διστακτικά απάντησαν «όχι» και μάζεψαν δύο από τα πέντε σακίδιά τους. Καθίσαμε, στριμωγμένοι τέσσερις άνθρωποι σε χώρο που προορίζεται για οκτώ. Όμως το στρίμωγμα δεν έμεινε μόνο στα σώματα· γρήγορα επεκτάθηκε και στις λέξεις. Στην ευγενική μου πρόταση να μετακινηθούν ελάχιστα πιο πέρα, ξεκίνησε μια «μάχη»:
— «Εμείς εδώ ήρθαμε πρώτες! Πηγαίνετε στα τραπέζια του καφέ να είστε πιο άνετες! Εμείς θέλουμε να ξαπλώσουμε!»

Κι εγώ, προσπαθώντας ακόμη να κρατήσω τον διάλογο πολιτισμένο, τόλμησα να πω:
— «Έχουμε το ίδιο δικαίωμα να καθίσουμε εδώ, ανεξάρτητα από το πότε φτάσαμε.»

Κι όταν αντέτεινα ότι ο καναπές είναι δημόσιος χώρος, βγήκε ο άσος από το μανίκι:
— «Πονάει το πόδι μου και θέλω να το απλώσω.»

Με κοίταξε η μία φίλη κατευθείαν στα μάτια, σαν να έβαζε τελεία στη συζήτηση.

Στην τελική τους παρατήρηση, απάντησα πια ειρωνικά:
— «Τότε γιατί δεν κλείσατε μια καμπίνα, να είστε άνετες;»

Αυτό ήταν το λάθος μου: συνέχισα να μιλάω. Προσπάθησα να επιχειρηματολογήσω, να διεκδικήσω το αυτονόητο, ενώ είχα ήδη χάσει τη μάχη. Στα μάτια τους ήμουν η αγενής, η διεκδικητική, η «γυναίκα που δεν καταλαβαίνει». Σίγουρα θα γίνω η καλοκαιρινή ιστορία γαϊδουριάς και αγένειας που θα διηγούνται στις φίλες τους μόλις φτάσουν στο νησί.

Εκεί συνειδητοποίησα πως δεν ήταν ο καναπές που με είχε εξοργίσει, αλλά η αίσθηση ότι έπρεπε να διεκδικήσω το αυτονόητο. Το δικαίωμά μου να υπάρχω ισότιμα μέσα στον κοινό χώρο. Ήταν η μάχη μου για την οπτική μας στον δημόσιο χώρο. Για το πώς συχνά μπερδεύουμε την άνεση με το δικαίωμα και πώς η ιδιοκτησιακή μας λογική μας εμποδίζει να δούμε τον άλλον ως ίσο.

Για το πώς τελικά αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο χώρο. Πόσο εύκολα ξεχνάμε ότι το «δικό μου» δεν ισχύει εκεί που ξεκινά το «όλων μας». Το καράβι εκείνο ήταν ένας μικρός καθρέφτης της καθημερινότητάς μας: ο καθένας ορίζει μια μικρή «επικράτεια», απλώνει τα πράγματά του, στήνει τα όριά του, λες και το κοινό ανήκει λίγο περισσότερο σε εκείνον.

Κι έτσι, η σκέψη άνοιξε. Δεν είναι μόνο οι καναπέδες. Είναι οι πλατείες, τα πάρκα, οι πεζόδρομοι, οι παραλίες. Οι πλατείες μας συχνά θυμίζουν σκουπιδότοπους – με τα αποτσίγαρα, τα κουτιά του delivery, τα πλαστικά μπουκάλια να αφήνουν πίσω τους τα αποτυπώματα μιας προηγούμενης ημέρας. Όλα όσα κουβαλάμε μαζί μας, τα κουβαλάμε και μέσα μας: τη βιασύνη, την αδιαφορία, τη σιωπηρή πεποίθηση ότι «δεν τρέχει τίποτα, ή δεν πειράζει ή ακόμα χειρότερα, αφού όλοι το κάνουν….».

Χωρίς συνείδηση, ο δημόσιος χώρος δεν είναι ποτέ πραγματικά δημόσιος. Μετατρέπεται σε πεδίο μικρών ιδιοκτησιών: το παγκάκι «μου», το τραπέζι «μου», η θέα «μου». Κι έτσι, το «όλων μας» παύει να υπάρχει.

Σε άλλες πόλεις της Ευρώπης, η σχέση με το δημόσιο χώρο είναι διαφορετική. Υπάρχει σεβασμός, όχι γιατί οι πολίτες είναι «καλύτεροι», αλλά γιατί έχουν μάθει να βλέπουν τις πλατείες, τα παγκάκια, τα πάρκα ως κοινό αγαθό. Και όταν κάτι είναι κοινό, το προστατεύεις, γιατί ανήκει σε σένα ακριβώς όσο ανήκει στον διπλανό σου. Ο δημόσιος χώρος είναι το καθρέφτισμα της συλλογικής μας νοοτροπίας. Είναι το σημείο συνάντησης ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς». Κι αν δεν μάθουμε να τον σεβόμαστε, χάνουμε όχι μόνο τις πλατείες μας αλλά και την ίδια την έννοια της συμβίωσης.

Επίσης το άλλο που με πίκρανε ήταν το βλέμμα τους. Ένα βλέμμα που με «βάφτιζε» αγενή. Γιατί; Επειδή διεκδίκησα κάτι που ήταν κοινό; Γιατί δεν έσκυψα το κεφάλι; Γιατί κάποιος που ζητά χώρο, όρια, σεβασμό, πρέπει αυτομάτως να θεωρείται… αγενής ή δύστροπος;

Αυτή είναι η αλήθεια που κουβαλάω από εκείνο το καράβι: Χρειαζόμαστε περισσότερη συνείδηση στο δημόσιο χώρο. Να θυμόμαστε πως οι καναπέδες, τα παγκάκια, οι πλατείες, οι δρόμοι, τα δάση, οι παραλίες, δεν είναι «δικά μας». Είναι όλων. Μιλάμε για ίσα δικαιώματα.

Και, το κυριότερο, χρειαζόμαστε μια αλλαγή ματιάς: να μη βλέπουμε τη διεκδίκηση του δικαιώματος ως αγένεια. Γιατί, αν δεν υπερασπιστούμε τον δικό μας χώρο, το αυτονόητο θα χάνεται σιωπηλά, κάθε μέρα, μέχρι να μην υπάρχει τίποτα να διεκδικήσουμε.

Γιατί, αν το σκεφτείς, η μάχη δεν είναι για μια θέση στο καράβι. Είναι για μια θέση στον κόσμο.

Photo: Kateryna Ivanova