“Ι got power! I got power!”: ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο καταφέρνει επιτέλους μετά από άπειρες δυσκολίες να βρει φορτιστή και πρίζα για να φορτίσει το ηθελημένα παλιάς τεχνολογίας κινητό του που είχε φυλαγμένο για ώρα ανάγκης. Κινητό παντόφλα κι αυτός ένας ήρως με παντούφλες. Παλιός «επαναστάτης» γαρ, δεκαέξι προς δεκαεπτά χρόνια ανενεργός. Δεκαέξι, όσο είναι τώρα η κόρη του, ή ίσως δεκαέξι προς τα δεκαεφτά, γιατί από τότε που έμεινε έγκυος η σύντροφός του στην ένοπλη πάλη και στη ζωή, και ακόμα περισσότερο απ’ όταν το μωρό γεννήθηκε, εκείνος άρχισε κάπως να αποστασιοποιείται. Και μαζί να στραβώνει: πού πας ζαλωμένη νυχτιάτικα, έχουμε οικογένεια πια, τι τρέλες είναι αυτές, μια φάση ήταν, σύνελθε, έχουμε ένα μωρό να μεγαλώσουμε, για επαναστάσεις είμαστε τώρα, τι με αφήνεις να παριστάνω με τα μπιμπερό στο στόμα;
Εν πάση περιπτώσει η ώρα της ανάγκης έφτασε και ο ήρωάς μας, με ξεθωριασμένη καρό ρόμπα και το κεφάλι κοντά στον πουρέ από τη χρόνια κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ, αναγκάζεται να ξαναβγεί στην παρανομία και το τρεχαλητό. Το Κράτος, ή έστω ένα ένστολο τμήμα του που δρα στο όνομά του, εντόπισε την οικογένειά του, τους κυνηγά, πρέπει να το σκάσουν.
Είναι όμως άραγε η συγκεκριμένη η πιο ειρωνικά άκυρη φράση του; Το ότι δηλαδή η μόνη δύναμη που μπορεί να έχει πια είναι αυτή που φορτίζει το κινητό του; Το ότι τα χρόνια της δύναμής του ανήκουν στο παρελθόν κι όσο για το παρόν ας ξεχάσει τις ενδυναμώσεις, είναι πια μια σκιά του παλιού του εαυτού; (Κατά κόρον γίνεται λόγος για τις ομοιότητες του ήρωα με τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» και ναι, δεκτόν μέχρι ενός σημείου, εμένα όμως, όπως μαστουρώνει στον καναπέ του, το μυαλό μου πήγε περισσότερο στον χαρακτήρα του Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο «Τζάκι Μπράουν»: “What the fuck happened to you man? Your ass used to be beautiful!”). Αυτή ίσως είναι η πιο στενής οπτικής εκδοχή: OK, μεγάλωσε, αποσύρθηκε, κάηκε, ο ίδιος ατομικά δεν είναι πια αυτός που ήταν.

Γιατί υπάρχει και η άλλη, η ευρύτερης κλίμακας. Ότι η πιο ειρωνικά άκυρη φράση του είναι το “Viva la revolución!”. Όχι όμως αυτό που αναφωνεί τώρα, με τη ρομπίτσα του την ξεκούμπωτη και τα γυαλιά ηλίου του στη νύχτα, όχι αυτό που είναι εμφανώς γελοίο. Αλλά εκείνο που έλεγε τότε, τότε που ο κώλος του ήταν ακόμα όμορφος και το μυαλό του ακόμα διαυγές. Δηλαδή είναι πολύ βολικό να θεωρήσουμε ότι ο Άντερσον τον βάζει να το φωνάζει δυο φορές, και τότε και τώρα, προκειμένου να μας δείξει τη μεταξύ τους διαφορά. Είναι λιγότερο καθησυχαστικό αλλά ενδεχομένως και πολύ πιο ακριβές αν σκεφτούμε ότι στην πιο γελοία του φάση βρισκόταν όταν το φώναζε και το πίστευε τότε, στα χρόνια της επαναστατικής του νιότης. Γιατί τότε έκανε μια επανάσταση ερήμην ενός συλλογικού επαναστατικού υποκειμένου, ερήμην της κοινωνίας, ερήμην της διάθεσής της να επαναστατήσει ή έστω της συνδρομής των ιστορικών προϋποθέσεων να το κάνει. Οπότε τα εισαγωγικά στην πρώτη παράγραφο του κειμένου δίπλα στον χαρακτηρισμό του ως επαναστάτη δεν έχουν να κάνουν με το ότι για πολλούς, ίσως και για τους περισσότερους, μπορεί αντίθετα να θεωρείται «τρομοκράτης», όσο με το ότι η επανάσταση χρειάζεται κάποιες ευρύτερες συνθήκες έξω από σένα, προκειμένου να μην αποτελεί φάρσα ή έστω ένα σχήμα λόγου. Εκτός βέβαια κι αν δεχτούμε ότι κι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη ζήτημα ταυτοτικού αυτοπροσδιορισμού: αν νιώθεις επαναστάτης, είσαι κιόλας.
Από εκεί και πέρα, κρίσιμη νομίζω είναι και η εξής παράμετρος. Ο χαρακτήρας του Ντι Κάπριο έχει φτάσει να είναι παροπλισμένος και ακίνδυνος, όχι μόνο λόγω των ετών που πέρασαν, όχι μόνο εξαιτίας άλλων ζητημάτων που του δημιούργησαν ανεξίτηλα τραύματα και τα οποία ας μην τα σποϊλάρουμε, αλλά ίσως και επειδή στην πρώτη φάση, στη φάση των νιάτων και της δράσης, ναι μεν δεν ήταν εκτός τόπου και χρόνου όπως τώρα, αλλά κι εκεί κάπως έψαχνε τρόπο να κολλήσει εντελώς με τους άλλους γύρω του, κι εκεί κάπως φαινόταν να ψάχνει μια κατεύθυνση. Όχι όμως επειδή δεν είχε ισχυρές πεποιθήσεις ή επειδή στρατεύτηκε σαν χομπίστας. Για έναν άλλο λόγο: η σύντροφός του είναι μαύρη και η μάνα της του λέει ότι εσύ δεν κάνεις για την κόρη μου, τι θες και μπλέκεσαι μαζί της, εσύ μοιάζεις χαμένος ενώ εκείνη προέρχεται από «μια μακρά παράδοση επαναστατών». Και σε κάποια άλλη φάση ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο θα του πει ότι οι Μεξικάνοι βρίσκονται υπό δίωξη για γενιές. Εκείνος όχι ως μαύρος, όχι ως Μεξικάνος, έρχεται στην όλη φάση ως λευκός, σαφώς με την ιδεολογία του και την ανιδιοτέλειά του, αλλά όχι και με το βίωμά του, όχι με την κυτταρική γνώση γενεών. Υπό μια έννοια η δική του στάση προϋποθέτει και μια μετατόπιση και είναι και πιο επαινετή, υπό μία άλλη έννοια, όσο ισχυρά κι αν πιστεύεις κάτι, το πιστεύω από το βιώνω και το είναι παντού τριγύρω μου, έχουν μια διαφορά. Μα δεν υπάρχει η τάξη και η ταξική καταπίεση; Φυσικά. Αλλά υπάρχει και η φυλή και η σύνδεσή της με την τάξη. Μην είσαι εγωιστής, θα του πει επίσης ο Ντελ Τόρο, εννοώντας ότι υπάρχει κάτι ευρύτερο από σένα. Δεν μας κυνηγούν εξαιτίας σου. Μας κυνηγούν γιατί αυτό κάνουν αυτοί κι αυτό εμείς.

Είναι τόσο καταγιστικός ο ρυθμός και η δράση στο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη», αλλά και εκτός αυτού είναι τέτοιος ο τρόπος που έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε τον Ντι Κάπριο, τέτοια η προσδοκία που έχουμε από τον Ντι Κάπριο ως πρωταγωνιστή (ακόμα και η αφίσα τον δείχνει με το αυτόματο στο χέρι), που ίσως με την πρώτη φορά που βλέπεις την ταινία δεν συνειδητοποιείς πως από όταν πηγαίνουμε στην εποχή που ο ήρωας έχει μεγαλώσει, ο κωμικός τόνος δίνει και παίρνει. Το πώς μέσα σε αυτή την καταιγιστική δράση τοποθετείται ο συγκεκριμένος χαρακτήρας και το τι ρόλο διαδραματίζει ο ίδιος είναι ένα μικρό αριστούργημα μέσα σε ένα μεγαλύτερο ή μάλλον είναι ακριβώς ο συνδυασμός τους που το κάνει αριστούργημα. Στο «Kάποτε στο Χόλιγουντ», ο ατζέντης Αλ Πατσίνο λέει στον Ντι Κάπριο που υποδύεται τον ηθοποιό, ότι είναι λάθος για την καριέρα του να παίζει τον κακό και τον ανταγωνιστή του πρωταγωνιστή. Εδώ παίζει κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: τον πρωταγωνιστή μεν, αλλά έναν πρωταγωνιστή ανήμπορο, ξεπερασμένο, παρωχημένο, αδύναμο να έχει πια οποιαδήποτε επιδραστικότητα, εκτός εποχής, irrelevant. “Will no longer be so goddamn relevant” λέει ένα από τα κωδικά συνθήματα της οργάνωσής του. Κι αν μια περιγραφή μπορεί να τον συνοψίσει είναι ότι δεν ανήκει στην τωρινή εποχή, ότι η εποχή τον έχει ξεπεράσει.
Θα ακούσουμε να λέγεται ότι σε δεκαέξι χρόνια άλλαξαν πάρα πολύ λίγα. Είναι συζητήσιμο, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν παύουν να έφεραν πολύ πιο έξυπνα κινητά και μαζί πολύ πιο εύκολα εντοπίσιμα κινητά και μαζί πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες παρακολούθησης και καταστολής, δεν παύουν επίσης να έφεραν αντωνυμίες them/they που για την κόρη είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου για τον πατέρα μπέρδεμα αν όχι και στράβωμα, δεν παύουν να έφεραν προσβολές και ηχητικά trigger που κάνουν τους άλλους να μην νιώθουν ασφαλείς.


Αν ο Ντι Κάπριο είναι ένας κωμικός ήρωας, η κωμικότητα του χαρακτήρα του Σον Πεν είναι άλλου τύπου, του αντίθετου. Τον Ντι Κάπριο τον ευνουχίζουν οι κοινωνικές και προσωπικές ματαιώσεις και το ξεπέρασμα της εποχής, ο Σον Πεν βλέπει τα χρόνια να περνούν και να τον καθιστούν ακόμη περισσότερο relevant, η εποχή ευνοεί την ένστολη αυταρχικότητα και την ασυδοσία, η εποχή ευνοεί τον ρατσισμό, η εποχή ευνοεί την κατάχρηση εξουσίας. Κωμικό τον καθιστά όλη αυτή η ματσίλα κι όλη αυτή η ανασφάλεια που κρύβει πίσω της κάθε τέτοια ματσίλα. Δίπλα σε αυτόν τον συμπαθέστατα κωμικό ήρωα και τον αντιπαθέστατα κωμικό αντίθετό του πόλο, υπάρχει και μια ανδρική παρουσία που αποτελεί τον αντίποδα όλου αυτού του ανδρισμού που ζορίζεται έτσι ή αλλιώς. Ο χαρακτήρας του Μπενίσιο Ντελ Τόρο, ζεν ως εκεί που δεν παίρνει, αποτελεσματικός ως εκεί που δεν παίρνει, οργανικά ενωμένος με την κοινότητά του, αντλεί τη δύναμή του όχι μόνο από τον εαυτό του αλλά και από το ανήκειν του.
Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και εδώ τα κορίτσια που έχουν όλη τη δύναμη και έρχονται να προστεθούν σε ένα γενικότερο κύμα γυναικείων ηρωίδων του κινηματογράφου των τελευταίων ετών: ανεξάρτητα από το ηθικό πρόσημο των πράξεών τους, μια σειρά ηρωίδες, από την Aνόρα ως την Μπέλα Μπάξτερ και πάρα πολλές άλλες δίπλα τους, είναι αυτεξούσιες, κύριες της μοίρας τους, όταν στριμωχτούν στη γωνία θα βρουν τρόπο να αντιδράσουν, δεν θα γίνουν θύμα κανενός άντρα και κανενός ανδρικού συστήματος αντιλήψεων.

Κι όπως θα έπρεπε να κάνει κάθε σημαντική ταινία, το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» αφήνει κι ένα πεδίο ανοικτό, όχι εύκολα κατατάξιμο, ξεβολευτικό μέσω του θολώματος των ορίων και των ορισμών: η σεξουαλικότητα, η σεξουαλική έλξη που ενίοτε δεν γνωρίζει κανενός είδους πρέπει λειτουργώντας ακριβώς εναντίον τους, ο ηδονισμός της εξέγερσης, ο ηδονισμός των όπλων, ο έλεγχος και η απώλειά του, η διεγερτικότητα της ταπείνωσης.
Έχουμε αναφερθεί και παλιότερα στη σχέση μεταξύ της εντός ή εκτός εισαγωγικών οικογένειας και της εξέγερσης στο σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον: στο “Boogie Nights” ο Μαρκ Γουόλμπεργκ πρώτα γίνεται εντυπωσιασμένο μέρος του συστήματος και της ευρύτερης «οικογένειας» του πατέρα – αφέντη παραγωγού ταινιών πορνό Μπαρτ Ρέινολντς κι ύστερα εξεγείρεται, στο “The Master” o Xοακίν Φίνιξ πρώτα γίνεται εντυπωσιασμένο μέρος του συστήματος και της ευρύτερης «οικογένειας» του πατέρα – αφέντη αρχηγού αίρεσης Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν κι ύστερα εξεγείρεται, στην «Αόρατη Κλωστή» η Βίκι Κριπς θα γίνει πρώτα εντυπωσιασμένο μέρος του συστήματος και της ευρύτερης «οικογένειας» του πατέρα – αφέντη μόδιστρου και εραστή Ντάνιελ Ντέι Λιούις κι ύστερα θα εξεγερθεί για να αντιτείνει σε αυτό το σύστημα μια άλλου τύπου σχέση, δραματικά λιγότερο ανισοβαρή. Μεταφορικές ή κυριολεκτικές οικογένειες και μεταφορικοί ή κυριολεκτικοί πατεράδες παντού στο σινεμά του Άντερσον: στον μικρόκοσμο του τζόγου στο “Hard Eight”, ο Φίλιπ Μπέικερ Χολ θα γίνει ο «πατέρας» του Τζον Σι Ράιλι, στον μικρόκοσμο των πρώτων πετρελαιάδων στο “Τhere Will Be Blood”, ο Nτάνιελ Ντέι Λιούις θα γίνει ο «πατέρας» ενός μικρού αγοριού, στο “Magnolia” και στον μικρόκοσμο της τηλεόρασης η σχέση αληθινού πατέρα με αληθινό γιο είναι η συγκριτικά χειρότερη όλων των άλλων και η δυσλειτουργία φτάνει στα κόκκινα: ο Τομ Κρουζ χρόνια μακριά από τον πατέρα του Τζέισον Ρόμπαρντς, κάθεται δίπλα στο κρεβάτι στο οποίο εκείνος αφήνει την τελευταία του πνοή, βρίζοντάς τον σκαιότατα. Οι γιοι θα συγκρουστούν με τους πατεράδες τους ξανά και ξανά.
Στο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» έχουμε πατέρα, αλλά κόρη αντί για γιο, και η σχέση οικογένεια – εξέγερση αντιμετωπίζεται με το να φέρουμε τον ίδιο τον μικρόκοσμο της εξέγερσης (και συγκεκριμένα της ένοπλης πάλης) στην καρδιά της οικογένειας. Και να που εδώ ο Άντερσον κάνει ένα μεγάλο άλμα από τη συνήθη οπτική του και αντί για μια σχέση εξουσίας μας παραδίδει μη εξουσιαστική σχέση, μια σχέση τρυφερότητας και αγάπης. Και κάπως έτσι, ό,τι χάνεις στο κοινωνικό επίπεδο έχοντας ξεπεραστεί από την εποχή, μπορείς να το διατηρείς στο προσωπικό – οικογενειακό. Και η σχέση σου με το παιδί σου να μην έχει τίποτα το κωμικό.

Επειδή όμως κάπου εδώ μπορεί να ελλοχεύουν και κρίσιμες παρεξηγήσεις, δεν έχουμε να κάνουμε με μια εξύμνηση των οικογενειακών σχέσεων που αντιδιαστέλλονται με χίμαιρες, δεν είναι η καλή οικογένεια ενάντια στις κακές ουτοπίες, η οικογένεια δεν παρουσιάζεται ως αντίθετος πόλος της αγωνιστικότητας και της κοινωνικής συνείδησης, αλλά ως εκκολαπτήριό τους. Κι επίσης κάπου εδώ οφείλεται μια βασικότατη διευκρίνιση: όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω περί εντός εισαγωγικών επαναστάσεις αφορούν την ιστορική πραγματικότητα των τελευταίων δεκαετιών. Αφορούν το ως τώρα και δεν αποτελούν κανενός είδους πρόβλεψη για το μέλλον. Ακόμα και το άμεσο. Όσο το κοινωνικό συμβόλαιο και η κατασκευασμένη συναίνεση καταρρέουν, ό,τι υπήρξε ηττημένο και εκτός των αμέσως προηγούμενων εποχών, ενδεχομένως να αρχίζει να μετατρέπεται σε ό,τι πιο relevant και καίριο.
Άνετα (και πάντως σε συνάρτηση με το πιθανό γενικότερο ρεύμα πριμοδότησής της) το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» θα μπορούσε να γίνει μέλος ενός πολύ κλειστού γκρουπ ταινιών με πέντε υποψηφιότητες όσκαρ για τους ηθοποιούς της (Σον Πεν που δίνει ρέστα, Ντελ Τόρο που δίνει ζεν αύρα, Ντι Κάπριο που δίνει εύθραυστη σύγχυση, Τεγιάνα Τέιλορ που δίνει πάρα πολύ πόνο και τέλος φυσικά Chase Infiniti που, εκτός όλων των άλλων, μας δίνει το πιο κινηματογραφικό ψευδώνυμο (έχει πάρει το όνομα της απ’ τον χαρακτήρα της Chase Meridian που έπαιζε η Νικόλ Κίντμαν στο “Batman Forever” και το επώνυμο απ’ το “To Ιnfinity and Beyond”του “Toy Story”).


Όσο ζουμί κι αν έχει η ταινία, όσα γόνιμα θέματα κι αν θίγει, όσο κι αν σε κάνει να τη σκέφτεσαι και να θες να τη συζητάς, εκείνο που πρώτα απ’ όλα κάνει είναι να είναι μια απολαυστικά απολαυστική απόλαυση. Δεν ξέρω αν ο Άντερσον φτάσει στο πρώτο όσκαρ σκηνοθεσίας της καριέρας του, αν φτάσει πάντως πρέπει να το μοιραστεί με τον διευθυντή φωτογραφίας Μάικλ Μπάουμαν, τον μοντέρ Άντι Γιούργκενσεν και φυσικά τον Τζόνι Γκρίνγουντ που έγραψε τη μουσική. Το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» είναι σαν συναυλία τζαζ με εικόνες. Μπαίνεις στον ρυθμό της, σε παρασέρνει και 2 ½ πλας ώρες μετά βγαίνεις και αναρωτιέσαι τι σου συνέβη, τι είναι αυτό που έζησες. Κι είναι αρκετά ειρωνικό ότι οι μόνες στιγμές που σπάει κάπως αυτός ο ρυθμός είναι στα διαλογικά κομμάτια των συναντήσεων στην ελίτ λέσχη των ψεκασμένων ρατσιστών.
Ο Πολ Τόμας Άντερσον είχε ξαναδιασκευάσει μυθιστόρημα του Πίντσον με το «Έμφυτο Ελάττωμα» και μας είχε δώσει την κατά τη γνώμη μου λιγότερο καλή του ταινία. Εδώ παίρνοντας πολύ πιο χαλαρά ως πρώτη ύλη για έμπνευση ένα άλλο μυθιστόρημα του Πίντσον, το “Vineland”, και κάνοντας κάτι πολύ πιο δικό του, φτιάχνει άραγε την καλύτερη του ταινία; Πολύ δύσκολο να το πεις, γιατί όταν είσαι τόσο μεγάλος η κορυφή μπορεί να έχει ίσο χώρο για πολύ περισσότερες (για μένα ας πούμε μπορεί να χωράει ταυτόχρονα και το “Βοοgie Nights” και το “Μagnolia” και το «Θα Χυθεί Αίμα» και την «Aόρατη Κλωστή»), αλλά οι υποκειμενικές αξιολογήσεις και κατατάξεις είναι ακριβώς αυτό: υποκειμενικές. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που καταλύει τις υποκειμενικότητες και πηγαίνει και στρογγυλοκάθεται με το καλημέρα στην επικράτεια του αντικειμενικού. Σε μια περίοδο που κανείς δεν συμφωνεί με κανέναν για οτιδήποτε, βρέθηκε επιτέλους ένα κοινό σημείο αναφοράς για όλους: δεν γίνεται να δεις το «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» και να μην σου πέσουν τα σαγόνια απ΄ αυτή τη μεγάλη γιορτή του κινηματογράφου που έχει οραματιστεί, οργανώσει και παραδώσει στα μάτια μας, τα αυτιά μας, το μυαλό και την καρδιά μας ο Πολ Τόμας Άντερσον. Αν το σινεμά είναι μια περιπέτεια, εδώ η περιπέτεια βρήκε την ιδανική της εκδοχή.
