Μπαίνω μέσα στο θέατρο. Η τελευταία σκηνή είναι σε εξέλιξη. Θέλω να κλείσω τα μάτια και τα αυτιά για να μη δω, να μην ακούσω· δεν θέλω να ξέρω το τέλος. Αλλά είναι αδύνατον. Κάθε τους μικρή κίνηση, ο λόγος τους αλλά και εκείνος ο χώρος – ένα ξενοδοχείο που έχει κάτι από γιαγιαδίστικη νοσταλγία– δεν με αφήνουν. Μυρίζει ναφθαλίνη, μαραμένα λουλούδια, ξεχασμένες εποχές και μια γνώριμη γλύκα της μνήμης που πονάει όσο μακρινή και αν είναι. Και να το τέλος, μεγαλόπρεπο. Είναι άραγε οριστικό;
Η πρόβα τελειώνει, τα φώτα μένουν ανοιχτά και οι συντελεστές κάπως χαλαρώνουν. Ο Γιάννης Σκουρλέτης διορθώνει κάτι μικρό, και όσο πιο πριν συνέβαιναν πάνω στη σκηνή αρχίζουν να διαλύονται. Το «Μάθε με να φεύγω» του Άκη Δήμου, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη και από την ομάδα bijoux de kant, είναι μια ελεγεία στην επιστροφή, στο τραύμα, για το πώς ξαναμπαίνουμε στα ερείπια όσων υπήρξαμε, ψάχνοντας ακόμη ένα ίχνος ζωής.
Γιάννης Σκουρλέτης – O δικός του Οδυσσέας και το έργο
«Όλοι οι ήρωες του έργου είναι τραυματισμένοι», μου λέει ο Γιάννης Σκουρλέτης. «Μόνο μέσα στο τραύμα μπορούν να υπάρξουν. Κι όμως, αυτό το τραύμα είναι και το δώρο τους – το στοιχείο που τους καθορίζει αλλά και εκείνο που τους επιτρέπει να συνεχίζουν να ζουν».
Πηγαίνουμε αναπόφευκτα πίσω στο χρόνο για λίγο αφού η παράσταση αυτή ανεβαίνει φέτος για δεύτερη φορά ύστερα από την εξαιρετικά θερμή υποδοχή που είχε την περασμένη σεζόν. Η πρώτη της παρουσίαση έγινε στο bijoux de kant HOOD Art Space, στο κέντρο της Αθήνας, σε έναν χώρο ειδικά διαμορφωμένο από την ομάδα bijoux de kant. «Ο χώρος φτιάχτηκε για να γίνει αυτή ακριβώς η παράσταση. Είχαμε μια μικρή επιχορήγηση από το Υπουργείο, οι χρόνοι ήταν πιεσμένοι, δεν βρίσκαμε θέατρο και λέω “δεν το κάνω εδώ να δούμε;”. Έτσι γεννήθηκε αυτός ο χώρος, κυριολεκτικά πάνω στην ανάγκη. Και τελικά φιλοξένησε κάτι που κράτησε πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμασταν».
Η παράσταση ταξίδεψε από τη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 2024) ως την Αθήνα, όπου παίχτηκε για μήνες, ώσπου να βρει ξανά το κοινό της. Φέτος, ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στην Κεντρική Σκηνή, πιο ώριμη και πιο φωτεινή μέσα από τα ίδια της τα σκοτάδια. «Αυτό το έργο έχει κάτι απελευθερωτικό», λέει ο Σκουρλέτης. «Είναι μια παράσταση δοκιμασμένη, κι όμως κάθε φορά ξαναγεννιέται. Θέτει το πιο κεντρικό ζήτημα απ’ όλα – πώς επιστρέφεις σε κάτι που έχεις αφήσει πίσω σου; Πώς κλείνεις μια πόρτα; Και τι συμβαίνει αν την ξανανοίξεις;».
Θυμάται τη στιγμή που αποφάσισε να το ανεβάσει: «Ήταν ένα έργο που ο Άκης Δήμου το είχε έτοιμο στο συρτάρι του. Το βγάλαμε μαζί, σχεδόν από ανάγκη. Κι έτσι φτιάξαμε έναν χώρο ειδικά για να το στεγάσουμε. Από τότε η παράσταση έγινε ένα σπίτι που δεν το εγκαταλείψαμε ποτέ».
Μιλώντας για τους ήρωές του, γυρνάει πάντα στο ίδιο σημείο: την επιστροφή. «Πώς κλείνεις μια πόρτα πίσω σου; Ή μήπως την αφήνεις μισάνοιχτη; Και τι συμβαίνει αν την ξανανοίξεις;», ρωτά, περισσότερο τον εαυτό του παρά εμένα.

Ο κόσμος του «Μάθε με να φεύγω» είναι χτισμένος πάνω σε αυτές τις μικρές πράξεις: στην προσπάθεια να επιστρέψεις, να συμφιλιωθείς με το παρελθόν, να αντέξεις τον καθρέφτη της ίδιας σου της παρουσίας. «Η παράσταση θυμίζει λίγο τον Ομηρικό Οδυσσέα», λέει. «Μόνο που ο δικός μας ήρωας είναι ένας άνθρωπος ηττημένος. Περισσότερο μοιάζει με κάποιον που γράφει ταξιδιωτικούς οδηγούς για τουρίστες. Δεν έχει πια δύναμη να σκοτώσει κανέναν μνηστήρα – μόνο να αναμετρηθεί με τους φόβους, τις ανασφάλειες, τις απορρίψεις, τις πληγές του. Είναι συντρίμμια, ένας παλιάτσος».
Η σκηνή είναι γεμάτη λεπτομέρειες – φωτιστικό με το παλιό ραδιόφωνο, εταζέρα, ξύλινη καρέκλα, ένα κάδρο σταυροβελονιά. Όλα μοιάζουν να έχουν έρθει από ένα σπίτι που κάποτε υπήρξε. «Αυτά είμαστε εμείς», συνεχίζει. «Οι μνήμες μας, οι παππούδες που κουβαλάμε, το DNA μας. Δεν πάμε να κρύψουμε την πληγή – την εκθέτουμε. Σε αυτό το έργο, ενώ χρησιμοποιούμε φόρμες πολύ εξτρίμ – σχεδόν κλόουν βαμμένοι – στο τέλος αυτό που μένει είναι μια βαθιά ανθρωπινότητα».


Η Αγνή, ιδιοκτήτρια ενός ξενοδοχείου που έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί, ζει με τον αδελφό της, τον Ίωνα – συγκάτοικο, σύμμαχο και αντίπαλό της. Η ζωή τους κυλά σιωπηλή, απολύτως παραδομένη, ώσπου ένας άντρας επιστρέφει ύστερα από χρόνια. Ένα πρόσωπο από το παρελθόν, μια νύχτα που δεν ξεχάστηκε ποτέ. Η άφιξή του ανατρέπει τη στατικότητα, αναζωπυρώνοντας όσα είχαν θαφτεί: τον πόνο, τον έρωτα, την ενοχή. Οι τρεις ήρωες παραμένουν εγκλωβισμένοι σ’ ένα τοπίο όπου ο χρόνος μοιάζει παγωμένος.
Η παράσταση συνομιλεί με παλιά θεατρικά είδη, από το μπουλβάρ ως τον Καβάφη, και μέσα από την υπερβολή της φτάνει στην πιο καθαρή, γυμνή συγκίνηση. Οι ήρωες μοιάζουν να έχουν λευκή σκόνη στα πρόσωπα, σαν παλιάτσοι βγαλμένοι από μια εποχή που ξεθωριάζει. Η οπτική ταυτότητα του έργου, μου λέει, είναι τόσο έντονη που «μυρίζει ελληνική φολκλόρ παράδοση». Μια παράδοση φτιαγμένη από κουρτίνες, παντζάρια, πορσελάνες και ξεθωριασμένα λουλούδια. Ένα σκηνικό-κουκούλι, γεμάτο φωνές του παρελθόντος, εκεί όπου ο Οδυσσέας επιστρέφει για να θυμηθεί και να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του. Στο τέλος, όλα μοιάζουν παράδοξα ζωντανά. Οι ήρωες βαδίζουν στο όριο μεταξύ κωμωδίας και δράματος – «μια κωμωδία που φλερτάρει με το δράμα», όπως τη λέει ο Άκης Δήμου. Ο Σκουρλέτης γελάει: «Είναι μια παράσταση που έχει χιούμορ, αλλά πίσω απ’ το χιούμορ υπάρχει μια βαθιά ανθρωπινότητα».

Τρεις ήρωες εγκλωβισμένοι σ’ ένα τοπίο όπου ο χρόνος έχει σταματήσει
Μέσα σε αυτό το σκηνικό-κουκούλι, ανάμεσα σε πορσελάνες, ξεθωριασμένα λουλούδια και φωτιστικά που τρεμοπαίζουν, εκτυλίσσεται η ιστορία. Ή καλύτερα ένα μέρος της ιστορίας. Δε βλέπουμε το πριν, το νιώθουμε, το μυριζόμαστε. Κάτι αιωρείται ανάμεσα στους τοίχους, στις κινήσεις, στα βλέμματα – μια ανάμνηση που επιμένει. Όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στο εδώ και τώρα, σε μια στιγμή που θα καθορίσει το μέλλον.
«Ο ρόλος μου είναι ο άγνωστος Χ», λέει ο Θανάσης Δόβρης. «Μπαίνει και τα ισοπεδώνει όλα. Είναι ο άντρας που λειτουργεί σαν καταλύτης – αποκαλύπτει τις προθέσεις των άλλων, αναστατώνει, διαλύει».
Μιλά για το ξενοδοχείο, το φόντο της ιστορίας: «Είναι ένα μέρος σε αχρηστία, στην παραλία. Ένα ξενοδοχείο που σαπίζει. Μια σαπίλα και στις σχέσεις των ανθρώπων αυτών. Εκεί συμβολικά βρισκόμαστε». Κάθε επιστροφή στο παρελθόν κουβαλά και μια σκιά πάντα: «Έρχεται το τρίτο πρόσωπο, ο άντρας, και αναζωπυρώνει κάτι παλιό – κάτι τραυματικό».
Στα μάτια του το έργο είναι ένα «παράδοξο, σκοτεινό άρλεκιν με την έννοια του ρομαντισμού, του έρωτα». Το έργο, λέει, έχει και μια αστυνομική διάσταση· ένα ψυχικό μυστήριο που διαπερνά τα πρόσωπα. «Υπάρχει μια παράλληλη ιστορία, μια εσάνς αστυνομική. Κάτι συμβαίνει που δημιουργεί αναταραχή, αλλά τελικά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι αλλού – στον ψυχισμό των ηρώων, στην αδυναμία τους να ξεφύγουν από ό,τι τους πληγώνει».


«Είναι ένα μέρος εγκαταλελειμμένο, ξένο», λέει ο Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης. «Δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό εδώ. Κι ό,τι υπάρχει, πεθαίνει στο τέλος. Είναι όλα εν δυνάμει νεκρά». Τα λόγια του κρύβουν μια παράξενη τρυφερότητα. «Τα πρόσωπα κάνουν υπερπροσπάθεια να φανούν ζωντανά, αλλά μέσα τους έχουν ήδη ματαιωθεί – τα αισθήματα, η όρεξη για ζωή. Πάει να γεννηθεί ένας έρωτας, αλλά είναι μάταιος. Ο μόνος που έχει μια σπίθα ζωής είναι ο Ίωνας. Κι αυτός όμως στο τέλος ματαιώνεται».
Όλα μοιάζουν να φτάνουν ως ένα σημείο και να σταματούν. «Προσπαθούν, προσπαθούν, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να σπάσουν το όριο», λέει. «Δεν είναι ότι δεν είναι ικανοί – είναι ότι κάτι που κουβαλούν, οι αποσκευές τους, η ίδια η ζωή, τους κρατά εκεί. Δεν τους αφήνει να προχωρήσουν». Σκέφτεται για λίγο και συνεχίζει: «Έτσι δεν είναι και η ζωή μας πολλές φορές; Προσπαθούμε, προσπαθούμε, αλλά κάπου υπάρχει πάντα μια μεμβράνη που μας κρατά πίσω».


Τρεις άνθρωποι, τρία διαφορετικά τραύματα. Είναι όλοι τραυματισμένοι. Από τη ζωή, από τους έρωτες, από τους άλλους. Και δεν έχουν τη δύναμη να το ξεπεράσουν. «Στο στόρι όλοι τους είναι στο όριο», λέει ο Κωνσταντίνος Γεωργαλής που έχει αναλάβει τον ρόλο του Ίωνα. «Όλοι μοιάζουν να φοράνε μια μάσκα. Κι αν τη βγάλουν, θα διαλυθούν». Η φράση του Σκουρλέτη, όπως μου λέει, τον ακολουθεί σε κάθε πρόβα: «Αν βγάλουμε τη μάσκα, δεν θα μείνει τίποτα». «Αυτή η μάσκα είναι που τους κρατά στη ζωή. Είναι το τραύμα τους. Ένα τραύμα που κουβαλούν σαν οξυγόνο».


Μιλά για την Αγνή, που μιλά αδιάκοπα για το παρελθόν, «έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητά του για να υπάρχει, να κινείται, να συνεχίζει να ζει» αλλά και για τον Ίωνα. «Είναι σαν να κινούνται όλοι πάνω σε ένα σύστημα οχημάτων, πάνω σε αυτές τις μάσκες που τους επιτρέπουν να υπάρχουν. Ζουν μέσα στο ξενοδοχείο σαν φυλακισμένοι, κι όμως, είναι κι ο παράδεισός τους. Εκεί μέσα έχουν μάθει να αναπνέουν».
Η μέρα που αλλάζει τα πάντα έρχεται ξαφνικά: «Τα τηλέφωνα χτυπούν, τα σκυλιά αλυχτούν, κι ένας άντρας περιφέρεται γύρω από το ξενοδοχείο. Ο Ίωνας το νιώθει, η Αγνή προσπαθεί να καταλάβει, κι εκεί αρχίζει το παιχνίδι».
Ο Κωνσταντίνος Γεωργαλής χαμογελά: «Το έργο έχει κάτι από νουάρ, κάτι από κωμωδία, κάτι από αστυνομικό – αλλά παρότι οι ήρωες μοιάζουν να κινούνται σε ακραίες καταστάσεις είναι καθημερινοί άνθρωποι. Τους βλέπω γύρω μου, τους αναγνωρίζω. Είναι αυτοί που δεν χωρούν πουθενά, που δεν εντάσσονται, και γι’ αυτό απομονώνονται. Αλλά αυτά που τους βασανίζουν είναι τα ίδια που βασανίζουν κι εμάς. Είναι άνθρωποι σαν κι εμάς».

Νομίζω πως εκεί βρίσκεται και η ουσία του «Μάθε με να φεύγω»: στην προσπάθεια να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, τι κουβαλάμε, τι αφήνουμε πίσω. Όπως λέει ο Γιάννης Σκουρλέτης: «Η δουλειά μου είναι να ανιχνεύω… Κάθε φορά λέμε την ίδια ιστορία, αλλά με άλλα ρούχα και ονόματα. Αυτό που ψάχνουμε είναι να καταλάβουμε τι συμβαίνει μέσα μας και έξω μας, ποια είναι τα συστατικά που μας συνθέτουν, ποιες είναι οι ταυτότητές μας. Γιατί, στο τέλος, η ταυτότητά μας είναι αυτό που κουβαλάμε».
