Στο “Maria” συναντάμε τη Μαρία Κάλλας στα 53 της, στην τελευταία εβδομάδα της ζωής της στο Παρίσι, με μόνη παρέα την αφοσιωμένη της οικονόμο, τον ακόμη πιο αφοσιωμένο της μπάτλερ και άνθρωπο για όλες τις δουλειές, τα δύο μικρά σκυλιά της, τις μεγάλες αναμνήσεις της και τις μικρομεσαίες παραισθήσεις της, εξαιτίας των διαφόρων χαπιών που παίρνει για να την παλεύει. Γιατί δυσκολεύεται να την παλέψει πια. Κάνει μέρες να βάλει στο στόμα της κάτι άλλο από χάπια, το παρόν δεν της προσφέρει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και συγκίνηση, για αυτό επιστρέφει διαρκώς στο παρελθόν, θυμάται όσα έγιναν, δίνει φανταστικές συνεντεύξεις, ετοιμάζει στο μυαλό της την αυτοβιογραφία της, ενώ ταυτόχρονα εξερευνά το μακρινό ενδεχόμενο, μήπως, εκτός από το παρελθόν, φυγή από το παρόν της προσφέρει και το ενδεχόμενο ενός μέλλοντος το οποίο θα της επιφύλασσε μια άλλη επιστροφή, την επιστροφή στη σκηνή στην οποία θα ανέβαινε ξανά θριαμβευτικά. Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να ανακτήσει τη φωνή της, επανατοποθετώντάς την στις κορυφές στις οποίες βρισκόταν κάποτε. Είναι άραγε δυνατό, ή μήπως ξέρει ήδη και απλά βαυκαλίζεται; Ή, ακόμη χειρότερα, μήπως το περασμένο ανεπανάληπτο μεγαλείο της φωνής της είναι μια πληγή πάνω στην οποία επιλέγει να ξύνεται;
Ο Πάμπλο Λαραΐν έχει κάνει ταινίες που έχουν ως πεδίο αναφοράς τη Χιλή, πηγάζουν απ’ την ταραγμένη πολιτική ιστορία της και μιλούν για την αντανάκλασή της σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο (μεταξύ άλλων «No», “Post Mortem“, «Nερούδα», «Μυστική Λέσχη», «Tony Manero»), για τις οποίες έχω να πω και έχω γράψει τα καλύτερα. Και είναι περισσότερο γνωστός για αυτή την άτυπη τριλογία πάνω σε (σύμφωνα με τη δική του περιγραφή) «γυναίκες σύμβολα του 20ου αιώνα», το “Jackie” για την Τζάκι Κένεντι – Ωνάση, το “Spencer” για την Πριγκίπισσα Νταϊάνα και τώρα το “Μaria” για τη Μαρίας Κάλλας, μια τριλογία πειραγμένων – αντισυμβατικών biopics, για την οποία έχω να πω, έχω γράψει και γράφω τώρα τα χειρότερα.
Η Τζάκι, η Νταϊάνα, η Μαρία Κάλλας, κυριολεκτικά ή μεταφορικά πόστερ δωματίων, κι ένα κοινό σημείο προσέγγισής τους: ο Λαραΐν δεν μας δείχνει ούτε ολόκληρη την πορεία που διαγράφουν, ούτε επικεντρώνεται στις εποχές της παντοδυναμίας τους, εστιάζει αντίθετα στις στιγμές της μεγάλης αδυναμίας τους, παρουσιάζοντάς τες ως γυναίκες ευάλωτες, τρωτές, σε αναζήτηση του ξαφνικά ή σταδιακά χαμένου προσανατολισμού τους, καθώς η ζωή τους, που κάποτε έμοιαζε εντελώς ονειρική και εντελώς ιδανική, έχει εκτροχιαστεί. Στο χαρτί ακούγεται τρομερά ενδιαφέρον. Στην πράξη αποδείχτηκε απογοητευτικό.


Γιατί το “Μaria” είναι ποζεράδικο, αυτάρεσκο, άψυχο, οριακά κούφιο. Ένα κοιτάξτε για τρίτη φορά πόσο αλλιώς θα το κάνω. Ωραία, κάνε το για μια τρίτη φορά αλλιώς. Αλλά προς τα πού μας πηγαίνει αυτό το αλλιώς; Όταν επιλέγεις να κάνεις μια ταινία για την Κάλλας, ποιο είναι το ξεχωριστό στην Κάλλας; Οι τελευταίες μέρες της ζωής της; Οι καλλιτέχνες δεν θα έπρεπε να μας ενδιαφέρουν κυρίως ως καλλιτέχνες; Αυτό δεν είναι που τους ξεχωρίζει; Η συγκεκριμένη προσέγγιση μας φέρνει πιο κοντά σε κάποια ουσία, σε κάποια αλήθεια της Κάλλας ή έστω της Μαρίας; Αν π.χ. δίνει στο υπηρετικό προσωπικό της εντολές να μετακινούν το πιάνο μια εδώ και μια εκεί, ΟΚ, μπορεί ενδεχομένως να έχουμε να κάνουμε με μια ενδιαφέρουσα μεταφορά πάνω σε μια μεταφορά, αλλά αυτό ήταν η Κάλλας; Ενδιαφέρον έχουν οι εναλλακτικές προσεγγίσεις, αλλά και οι κλασικές φόρμες έχουν σίγουρα ένα βάσιμο λόγο ύπαρξης και όταν αυτό που παραδίδεις δεν φωτίζει κάτι ιδιαίτερα αξιοφώτιστο, τότε ίσως και να ήταν πιο ελκυστική μια κανονική βιογραφία.
Οι τρεις ημιαποστασιοποιημένες ημιψαγμενιές σου καταλήγουν να δίνουν την έμφαση στην αναπαράσταση. Αν αναπαραστήσουμε το παρισινό διαμέρισμα της Κάλλας με μεγάλη ακρίβεια, αν το κινηματογραφήσουμε με τους σωστούς φακούς, τα σωστά χρώματα, αν φορέσουμε εντυπωσιακά κουστούμια στην Τζολί, ας την αφήσουμε να μας μεταδώσει τον αέρα της ντίβας της Κάλλας και τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην πορεία, λίγο φλας μπακ εδώ, λίγο φλας μπακ εκεί, λίγο τι είναι αληθινό τι όχι, και τέχνη κάνω και τον κόσμο θα φέρω στο σινεμά.


Για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχει ένα γενικότερο ζήτημα με τις ακριβείς αναπαραστάσεις και με το μέχρι ποιο σημείου θα έπρεπε να μας αφορούν. Έχει σημασία πώς ακριβώς ήταν το διαμέρισμα που έμενε η Κάλλας; Έχει αν κάνεις λάιφ στάιλ εκπομπή. Έχει αν είσαι ο Γιώργος Λιάγκας και θες να μας δείξεις πώς ήταν το σπίτι στο οποίο πέθανε ο Τζορτζ Μπάλντοκ. Εντάξει, υπερβάλλω και λέω κάτι που δεν ισχύει, προφανώς και η όψη κάθε ταινίας παίζει μεγάλο ρόλο και δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια, ωστόσο μαζί με την όψη της, σημασία έχει και η καρδιά της και η στόχευσή της. Που εδώ ποια ήταν;
Μήπως η σύγκριση με την τελειότητα του παρελθόντος; Την τελειότητα που η Κάλλας πέτυχε ίσως όχι σε όλες, σε αρκετές πάντως από τις ζωντανές παραστάσεις της, την τελειότητα που κατέγραψε τελικά στις ηχογραφήσεις της. Ας δεχτούμε ότι τουλάχιστον στην αναμέτρηση με το τέλειο στο οποίο κάποτε έφτασες και το οποίο δεν κατοικεί πια στη φωνή σου, υπήρχε ένας σπόρος για μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ταινία.



Μήπως η καταλυτική επίδραση που είχε στη ζωή της η σχέση με τον Ωνάση; Θα δούμε σε αναμνήσεις αρκετό Ωνάση, θα πετάξει και Κένεντι μέσα (τον οποίο μάλιστα υποδύεται ο ίδιος ηθοποιός που τον υποδυόταν και στο “Jackie”), θα πετάξει και Μέριλιν μέσα, μέχρι και χάπι μπέρθντεϊ μίστερ πρέζιντεντ θα πετάξει, κάντο μωρέ ψυχούλα μου κανονικά να το χαρούμε όλοι, αφηγήσου το κανονικά σε όλη την «Τα ‘φτιαξε ο Μηνάς με την Ανέτα / Που τα ‘χε με το Δήμο τον τρελό» δόξα του, που το κάνεις σαν χαμηλοβλεπούσα με τα εμβόλιμα ασπρόμαυρα φλας μπακ.
Μήπως το ότι ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει ότι η μάνα της Κάλλας έβαζε αυτή και την αδελφή της να τραγουδούν και να εκδίδονται στους κατακτητές στην κατοχή; Είτε ισχύει ιστορικά αυτό είτε όχι, φιλμικά πάντως το ξεπετάει με κάτι ανάμεσα σε κουτσομπολιό και τραύμα. Αν είναι να μας πεις ότι η μάνα της έβαζε τις αδελφές να εκδίδονται στους κατακτητές, δώσ’ του και μια περισσότερη έμφαση ξέρω γω. Όχι; Ναι; Έχει σημασία; Τι ακριβώς κάνουμε εδώ; Δεν μας πολυαπασχολεί – αυτό κάνουμε. Αλλά το διαμέρισμα ολόιδιο. Και η Τζολί divina.
Φτάνει, Πάμπλο. Όχι άλλες ταινίες για πόστερ. Περισσότερες ταινίες για τη Χιλή. Το τοπικό είναι οικουμενικό. Το βλέμμα στα ποπ είδωλα θα μπορούσε να μετατραπεί σε οικουμενικό μόνο αν ξεκινούσε από κάτι βαθιά προσωπικό. Ή έστω σε πολύ καλό σινεμά αν το έκανες καλά με τον παραδοσιακό τρόπο.


