…Είμαι σ’ ένα σκοτάδι και το μόνο που βλέπω είναι οι επιθυμίες μου…
Γιάννης Τσαρούχης, «Το καφενείο», Οδός Πανός, τχ. 45, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1989
Την αινιγματική, Σοφόκλεια «Ηλέκτρα» επέλεξε ο έμπειρος σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου για την πρώτη του κάθοδο στο Αργολικό Θέατρο. Ένα γριφώδες έργο, όπου «η ερμηνεία του προσώπου της ηρωίδας και της πράξης της μητροκτονίας […]διχάζει τους μελετητές. Κι (ενώ) το έργο ερμηνεύεται παραδοσιακά ως ηρωική τραγωδία δίκαιης εκδίκησης […] –όπου δεν τίθεται το θέμα της μητροκτονίας– […] πρόσφατη έρευνα τείνει να επικεντρωθεί στην ερμηνεία μιας βαθιά ειρωνικής τραγωδίας».*
Σκηνοθέτης συνεπής στο όραμά του, θιασώτης υψηλής αισθητικής, λάτρης της γλώσσας και της λογοτεχνίας διασχίζει το θεατρικό μας τοπίο με πραότητα και καλλιτεχνική χρηστότητα. Αγαπά τις σκηνικές δημιουργίες ημιτονίων, δίνοντας προτεραιότητα στην ερμηνευτική βαθύτητα, στην παραστασιακή λιτότητα και στην αποκάλυψη της κειμενικής ποιότητας. Με αυτό το καλλιτεχνικό οπλοστάσιο αναμετρήθηκε – σε κάθε επίπεδο και με όποια έκφανση – στην πρώτη του δημιουργία μεγάλης κλίμακας με άνισα αποτελέσματα παρά τις αγαθές προθέσεις, τόσο τις δικές του, όσο και των συνεργατών του. Αισθάνομαι ότι αυτό που στάθηκε καθοριστικός παράγοντας των παραστασιακών αντινομιών ήταν το αλληλοσυγκρουόμενο παραστασιακό όραμα που εξέφρασε σκηνικά ο καθένας από τους βασικούς συντελεστές της παράστασης (σε σχέση με τη μουσική, την κίνηση, τα κοστούμια και τα σκηνικά) δημιουργώντας ένα πολύβουο και αντικρουόμενο σημειολογικό παραστασιακό συμφραζόμενο. Από την άλλη όμως, αυτή η πρώτη κάθοδος του Δημήτρη Τάρλοου στην Επιδαύρια αρένα αποκάλυψε ένα αναπάντεχο θάμβος: τον τρόπο που ο σκηνοθέτης συνύφανε με την ηθοποιό του Λουκία Μιχαλοπούλου την ερμηνεία πάνω στον θηριώδη ρόλο της Ηλέκτρας. Έναν σκηνοθετικό και ερμηνευτικό άθλο.

Οι συντελεστές
Ο καλός συνθέτης Φώτης Σιώτας υπογράφει τη μουσική σύνθεση που όμως δεν καταφέρνει να υπηρετήσει τις ανάγκες του ιδιότυπου είδους της αρχαίας τραγωδίας. Συχνά η μουσική υπογράμμιζε τις κομβικές θεματικές ή ερμηνευτικές κορυφώσεις του παραστασιακού εγχειρήματος, αποδυναμώνοντάς τες. Υποχρεώνοντας την τραγικότητα να υποπέσει στη δραματικότητα. Στην ίδια λογική κινήθηκε και ο Ηλίας Φλάμμος που επωμίστηκε τον σχεδιασμό του ήχου. Ούτε η ζωντανή ερμηνεία της μουσικής επί σκηνής από τους Φώτη Σιώτα και Τάσο Μισυρλή ανέτρεψε την ακούσια υπονομευτική σχέση μουσικής με το παραστασιακό γεγονός. Η παρεμβολή δε, του παραδοσιακού ηπειρώτικου τραγουδιού «Δόντια πυκνά» ως κοινή παιδική μνήμη μεταξύ Ηλέκτρας – Ορέστη που σκόπευε να λειτουργήσει ως μοτίβο αναγνώρισης, απέτυχε. Αντιστοίχως και η εμβόλιμη ένταξή του σε χορικό της παράστασης.
Τη μεγαλύτερη όμως σκηνική αντινομία δημιουργούσαν τα σκηνικά και τα κοστούμια του Πάρι Μέξη με την κινησιολογία της Μαρκέλλας Μανωλιάδη. Με μια σωματική γλώσσα εκστασιακού παγανισμού επέλεξε να πλαισιώσει κινησιολογικά το παραστασιακό γεγονός η Μαρκέλλα Μανωλιάδη. Επιλογή που θα είχε σκηνικό αντίκρισμα αν δεν αδρανοποιούσε την ενδιαφέρουσα-ενδεχομένως και συγκινητική- ιδέα της εικονοποίας του Πάρι Μέξη. Μια ιδέα που είχε ως βασική αναφορά στη θρυλική γενιά του ’30 με έμφαση στον ποιητικό κόσμο του Γιάννη Τσαρούχη και στην ελληνικότητα που επίμονα αυτός αναζητούσε. Ο Γιάννης Ρίτσος θα αναφερθεί σε αυτήν την ελληνικότητα ,αναφέροντας μεταξύ άλλων: ««Όποιος γνωρίζει τη ζωγραφική του, τις σκηνογραφίες του, τις μελέτες του για τις λαϊκές τέχνες, τα σχέδιά του, τις μεταφράσεις του, κάθε γραφτό του, το ξέρει καλά. Στον Τσαρούχη, όπως στον Ευριπίδη, η γνώση βγαίνει μέσα απ’ το πάθος, η γνώση του είναι προσωπική, βιωματική εμπειρία ζωής, αισθησιακής συμμετοχής […] Η σοφία του Τσαρούχη δεν είναι θεωρητική αλλά σωματική […] Δεν ξεκινάει ποτέ με πρόθεση ν’ ανακαλύψει τα στοιχεία της ενότητας του ελληνικού πολιτισμού απ’ την αρχαιότητα ως τις μέρες μας και να την αποδείξει με κάθε είδους επιχειρήματα. Αυτή την ενότητα την βιώνει και την πραγματώνει στο έργο του» **. Αυτήν την «ελληνικότητα ως βιωματική εμπειρία»** επιχείρησε να αποτυπώσει σκηνογραφικά ο έμπειρος Πάρις Μέξης.

O νοσταλγικός φανοστάτης, η εντυπωσιακή ετοιμόρροπη είσοδος του αθηναϊκού νεοκλασικού με την αποσαρθρωμένη σκάλα που παραπέμπει στην είσοδο του παρηκμασμένου ανακτόρου των Μυκηνών. Τα ενδύματα των Ορέστη και Πυλάδη (Περικλής Σιούντας και Αναστάσης Ροϊλός) ως ευθεία αναφορά στους ένστολους αγγέλους (φαντάρους και ναύτες) του Τσαρούχη και το κοστούμι του Παιδαγωγού (Γιάννης Αναστασάκης) που «ζωντανεύει» τον πίνακα του ζωγράφου Ο ζωγράφος Θεόφιλος, 1965, που ανήκει στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης. Μια όμορφη ιδέα με βαθύτητα και γνώση που εξουδετερώθηκε από τις διαφορετικές χορογραφικές και μουσικές ποιότητες. Μουσική, εικονοποία και κίνηση επιδόθηκαν σε μια ακούσια αλληλοαναίρεση εις βάρος του τελικού σκηνικού αποτελέσματος. Το φωτιστικό σύμπαν του έμπειρου και επινοητικού Αλέκου Αναστασίου συνοδοιπορούσε αρμονικά με το σκηνοθετικό όραμα, αναδεικνύοντάς το.
Η εξαιρετική Έρι Κύργια ως συνεργάτις δραματολόγος που είχε και την επιμέλεια του προγράμματος μας παρουσίασε μια ύλη πολυπρισματική, ενδιαφέρουσα που φανερώνει ανάγλυφα το σκεπτικό πίσω από την παραστασιακή υλοποίηση. Ξεχωρίζω τα κείμενα: Το σημείωμα του Π. Μέξη που πέρα από την ανάλυση του σκηνογραφικού του (κυρίως) οράματος ευχαριστεί την σημαντική εικαστικό Στέλλα Καπεζάνου για τη συμβολή της στη ζωγραφική των κοστουμιών. Λεπτομέρεια που είδαμε και αποδεικνύει μεράκι και αφοσίωση, και Άφρονες αλλά ήρωες ( R.P. Winnington -Ingram ), Ακατάπαυστος Θρήνος (R. Seaford), Η τραγωδία της σταθερής μνήμης και του εκτροχιασμένου πάθους (απάνθισμα θεωρητικών κειμένων).

Οι ερμηνείες
Ο Χορός-γυναικών στη Σοφόκλεια «Ηλέκτρα»– καίριο και μοναδικό γνώρισμα του Αρχαίου Δράματος με πλείστες όσες προεκτάσεις, εδώ παρουσιάζεται ως μια ομάδα νεαρών κοριτσιών μεγαλοαστικών οικογενειών βγαλμένες από τη δεκαετία του ’60 ,ντυμένες με μια βεντάλια απαλών αποχρώσεων της εποχής και με ανάλογα φορέματα. Με αυτόν τον τρόπο απέδωσε ενδυματολογικά ο Πάρις Μέξης τον χορό γυναικών αρχοντικών οικογενειών που βοηθούν και συμμερίζονται την Ηλέκτρα οι: Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Ασημίνα Αναστασοπούλου, Ελένη Βλάχου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Ιωάννα Λέκκα, Ελένη Κιλινκαρίδου-Σίστη, Λυδία Στέφου, Άννα Συμεωνίδου, Χαρά Τζόκα με εγγενείς ερμηνευτικές αδυναμίες (και φωνητικές) παρουσίασαν έναν χορό αποδυναμωμένο και θαμπό.

Ο Περικλής Σιούντας ως Πυλάδης, αισθάνομαι ότι είχε μια σκηνική αμηχανία απέναντι στα τραγικά μεγέθη.
Ο Νικόλας Παπαγιάννης ως Αίγισθος επέλεξε τον ερμηνευτικό δρόμο της γελοιοποίησης του φαύλου που νομίζω δεν απέδωσε.
Ο Γιάννης Αναστασάκης ως Παιδαγωγός, δημιούργησε μια αξιομνημόνευτη ερμηνευτική κατάθεση. Διαυγής, εύστοχος, στοχαστικός, βαθύς. Ανθολογώ ως ξεχωριστές στιγμές του την ψευδή αγγελική ρήση, και την «αθόρυβη» αποχώρησή του, όταν έχει κατ’ αυτόν αποκατασταθεί η δικαιοσύνη. Εξαιρετικός τρόπος που επικοινωνεί σκηνικά και την Ηλέκτρα της Λουκίας Μιχαλοπούλου με την Κλυταιμνήστρα της Ιωάννας Παππά.
Η Γρηγορία Μεθενίτη που ερμηνεύει τη Χρυσόθεμις έχει μια ισχυρή σκηνική παρουσία που λειαίνει με τη δύναμή της τις όποιες ερμηνευτικές αδυναμίες.
Ο Αναστάσης Ροϊλός ως Ορέστης στέκει αμήχανος απέναντι τόσο στο τραγικό μέγεθος και της αφήγησης αλλά και του ρόλου.


Η Ιωάννα Παππά ως Κλυταιμνήστρα διατηρεί τη σκηνική της ευστροφία και την ερμηνευτική της ευστοχία. Ωστόσο υστερεί σε τραγικό μέγεθος. Βρήκα ενδιαφέρουσες ως ερμηνευτικές αποχρώσεις της, τις «ρωγμές» του ενδόμυχου φόβου και τις εσωτερικές παλινωδίες που σπαράσσουν την ηρωίδα.
Η ερμηνεία της Λουκίας Μιχαλοπούλου ως Ηλέκτρα είναι ένας σκηνοθετικός αλλά και ερμηνευτικός θρίαμβος. Ο σκηνοθέτης καθοδήγησε την ηθοποιό σε ένα ερμηνευτικό θάμβος. Σε μία υψηλή υποκριτική σπουδή της εμμονής του πένθους. Χωρίς να θυσιάσει υποκριτικά ούτε μια λέξη από τη «συνομιλία» του Γιώργου Χειμωνά με τη Σοφόκλεια τραγωδία, η πολύ καλή ηθοποιός σωματοποιεί κάθε φράση, κάθε νόημα, κάθε λέξη του κειμένου. Και καταθέτει μια ερμηνεία πάνω στον ρόλο-ογκόλιθο που την τοποθετεί στην πινακοθήκη των καλύτερων ηθοποιών που ερμήνευσαν ποτέ τον ρόλο από το 1938 που ακούστηκε στο αργολικό θέατρο η φωνή της μέγιστης Κατίνας Παξινού ως τις μέρες μας. Άρτια τεχνική, έξοχοι ρυθμοί, τραγικό μέγεθος, βαθύτητα ερμηνείας, καθαρότητα διακυμάνσεων. Διέσχισε την ορχήστρα σπαρακτική και σπαρασσόμενη εισβάλλοντας σαν μια γιγαντιαία δηλητηριώδης αράχνη. Ενσάρκωσε την παντοδύναμη τιμωρία αλλά και την απελπισμένη ερημία. Συγκατοίκησε με τον νεκρό ενδυόμενη το στρατιωτικό του αμπέχονο, που στη συνέχεια το μετέτρεψε σε μια παρουσία της απουσίας του Αρσενικού: Του Αδερφού, του Εραστή, του Πατέρα. Στον αγώνα λόγου με την Κλυταιμνήστρα θα αναλυθεί σε ένα κλοουνέσκ μπεκετικό παραλήρημα χρησιμοποιώντας ως σκηνικό συμπαίχτη τα άρβυλά της.
Ανθολογώ δύο από υποκριτικές στιγμές αυτής της εξαίσιας ερμηνευτικής κατάθεσης: Τον θρήνο για τον Ορέστη και τη βουβή στιγμή του αινιγματικού Σοφόκλειου τέλους: Μόνη, ρημαγμένη, ανεπίδοτη μπροστά στην ασπίδα με ό,τι απέμεινε από αυτό που κάποτε ήταν Μάνα, θεόρατος Αντίπαλος, ασίγαστο Μίσος, πυορροούσα Πληγή. Παραμένει ακινητοποιημένη με τη βουβή διερώτηση πώς θα αντέξει να ζει χωρίς την εμμονή του μίσους. Χωρίς την εμμονή του Πένθους. Συνταρακτική.

…Συνοψίζοντας
Ένα παραστασιακό εγχείρημα που παρά τις σκηνικές του ανισότητες υποκρύπτει μια σπάνια και πολύτιμη συνθήκη: αυτή της βαθιάς σύνδεσης σκηνοθέτη με την ηθοποιό του, που οδήγησε σε ένα τέτοιας εμβέλειας ερμηνευτικό θρίαμβο. Ίσως, θα πρέπει να αναλογιστούν σοβαρά οι δυο τους τη σκηνική του μετεξέλιξη. Πιθανόν, σε μια μονολογική πλέον μορφή, σε μικρής κλίμακας σκηνή, με έντονη εικαστικότητα και φυσικά με δραματουργική παρέμβαση. Αισθάνομαι ότι όσο συνεχίζουν τη σκηνοθετική και ερμηνευτική σπουδή με δραματουργικό υλικό την Σοφόκλεια Ηλέκτρα, τόσο θα γίνεται πολυτιμότερο το υλικό της ερμηνευτικής εξόρυξης.

* Βαλάκας Κ. Η παθολογία της Ηλέκτρας του Σοφοκλή , https://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/118-8.pdf , 09/07/25
** ΞΥΔΙΑ Β. ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ : Η περίπτωση του Γιάννη Τσαρούχη και του Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα (διπλωματική εργασία) εντός της διπλωματικής το απόσπασμα: Ρίτσος Γ., «Για τις “Τρωάδες” του Ευριπίδη και για τον Τσαρούχη», Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, σ. 162 – 163.
