Γεννημένος το 1984, ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν, απόφοιτος του GITIS (τάξη του Oleg Kudryashov), θεωρείται από τους κριτικούς ένας από τους πιο ενδιαφέροντες νέους σύγχρονους Ρώσους σκηνοθέτες και ένας από τους πιο δεξιοτέχνες στο είδος του. Δραστηριοποιείται τόσο στο θέατρο όσο και στην όπερα. Για την παράστασή του «Ονέγκιν» του Πούσκιν που ανέβηκε το 2012 στο Red Torch κέρδισε το ειδικό βραβείο του Ρωσικού Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών και το εθνικό θεατρικό βραβείο Χρυσή Μάσκα. Στο σκηνοθετικό του σημείωμα θα γράψει: «Πώς βλέπουμε τον “Ευγένιο Ονέγκιν” ως ανάγνωσμα στο σχολείο; Ένα από τα πιο διάσημα και αξιόλογα έργα της ρωσικής λογοτεχνίας, μια εγκυκλοπαίδεια της ρωσικής ζωής; Τι θα γινόταν όμως αν το ξαναδιαβάζαμε στα 30; Αν το δούμε σαν ιστορία για πραγματικούς ανθρώπους, όχι κλισέ ή μακρινούς χαρακτήρες».
Αγαπά να ασχολείται με το κλασικό ρεπερτόριο, κάνοντας, όμως, αιρετικές αναγνώσεις. Το 2014, όταν ανέβασε την όπερα του Βάγκνερ «Τανχόιζερ» ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος του Novosibirsk και Berdsk, θα τον καταγγείλει και θα τον σύρει στα δικαστήρια, κυρίως για τον τρόπο που απεικόνιζε τον κεντρικό του ήρωα και για μια συγκεκριμένη σκηνή του έργου που υποστηρίζεται ότι την ανέβασε βλάσφημα. Οι Siberian times τον Μάρτιο του 2015 θα γράψουν: «Το δικαστήριο απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι η όπερα του Νοβοσιμπίρισκ προσβάλλει τους ορθόδοξους πιστούς». Τελικά ο υπουργός Πολιτισμού, Vladimir Medinsky, θα απολύσει τον διευθυντή του θεάτρου, Boris Mezdrich, και θα διορίσει τον Vladimir Kekhman ως νέο σκηνοθέτη, ο οποίος στη συνέχεια ακύρωσε όλες τις περαιτέρω παραστάσεις.
Αργότερα ο Κουλιάμπιν θα αναλάβει τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του θεάτρου Red Torch. Στις 2 Μαΐου 2022, οι Μπολσόι ανακοίνωσαν την ακύρωση περαιτέρω παραστάσεων της διασκευής του Δον Πασκουάλε του Ντονιτσέτι. Ο Κουλιάμπιν θα εγκαταλείψει τη Ρωσία λόγω της κριτικής του για τον Ρώσο-Ουκρανικό Πόλεμο. Ο Guardian γράφει σχετικά: «Το ρωσικό θέατρο Μπολσόι ακυρώνει παραστάσεις σκηνοθετών που μίλησαν για τον πόλεμο Ουκρανίας-Ρωσίας».
Ίσως αυτή η μικρή εξιστόρηση των γεγονότων να εξηγεί το γιατί ο Ρώσος δημιουργός χειρίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευριπίδεια τραγωδία. Το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν μπορεί να του αμφισβητήσει τη γενναιότητα και το πολιτικό του σθένος.

Μετασχηματίζοντας τον μύθο…
Ο Ρώσος δημιουργός μας περιγράφει την Αυλίδα σαν έναν άνυδρο, δυστοπικό, μεταβατικό μη-τόπο, όπου ο στρατός των Αχαιών αποτελεί μια ισχυρή ιμπεριαλιστική δύναμη έτοιμη να κατασπαράξει την Τροία. Όμως τα καράβια δεν μπορούν να φύγουν. Τα κρατάει δέσμια ένα φασιστικό μόρφωμα, μια μυστική οργάνωση που επονομάζεται «Α» που έχει αντικαταστήσει στον μετασχηματισμό του μύθου τη θεά Άρτεμη και εκπροσωπεί μια παράλογη, σκοτεινή και αποτρόπαιη δύναμη που τόσο ο Αγαμέμνων, όσο και ο Μενέλαος στέκονται έντρομοι μπροστά της. Η απόφαση έχει ληφθεί: ο αρχηγός των Αχαιών οφείλει να θυσιάσει τη μικρή του κόρη την Ιφιγένεια. Τον υποχρεώνουν να την καλέσει στο στρατόπεδο μαζί με τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα με το πρόσχημα του γάμου της με τον Αχιλλέα.
Ο Ρώσος δημιουργός θα προβεί σε μια ακόμα μετακίνηση: Θα απαλείψει τον ευριπίδειο χορό, γέννημα της άμεσης δημοκρατίας και θα τον μετασχηματίσει σε έναν χορό απεσταλμένων της οργάνωσης, εντεταλμένων να ελέγχουν και να επιβάλλουν τις επιταγές της. Οι ίδιοι θα τοποθετούν τα σκηνικά στον χώρο σαν μια ένδειξη επικυριαρχίας πάνω στον ελληνικό στρατό και βίας. Σε μία κατ’ επίφαση Δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρχει χορός με τη νοηματοδότηση που ξέρουμε.
Η Κλυταιμνήστρα δείχνει βυθισμένη στη νεόπλουτη αλλαζονεία και ανοησία μέχρι να την δούμε βάναυσα κακοποιημένη από μια έντρομη και ετοιμόρροπη πατριαρχία που παραπαίει ανάμεσα στην αχαλίνωτη βία ως τη γελοιότητα. Ο φασισμός έχει διαβρώσει τα πάντα. Έχει οξειδώσει κάθε μορφής ανθρώπινη σχέση και επαφή. Κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά είναι σάπια. Οι σχέσεις προσχηματικές. Ανέπαφη μοιάζει μόνο η Ιφιγένεια που όμως θα διαβρωθεί και αυτή από μια ύπουλη προπαγάνδα, μια πλύση εγκεφάλου ολοκληρωτική που θα την μετατρέψει σε ένα πειθήνιο εκτελεστικό όργανο. Θα δεχτεί με άγρια χαρά να θυσιαστεί έχοντας πια μυηθεί στην οργάνωση. Ο γάμος ως πρόσχημα θα επισφραγιστεί με μια δεξίωση θανάτου. Η οργάνωση θα γαζώσει το σώμα της Ιφιγενειας με τρία καλάσνικοφ.
Ίσως, στην πιο εύστοχη αντιμετάθεση του μύθου και υπό τη συνθήκη των fake news, θα ανακοινωθεί από την τηλεόραση ότι η Ιφιγένεια δεν θυσιάστηκε αλλά τη θέση της πήρε ένα ελάφι. Η τηλεόραση θα σταματήσει να μεταδίδει. Θα χαθεί η εικόνα της. Μπροστά της οι δυο γέροντες πια γονείς της Ιφιγένειας θα μετατρέψουν τη λογική των fake news σε ζωτικό ψεύδος επιβίωσης. Στο τέλος θα μείνει μόνο το άνυδρο και ασφυκτικό μυλλερικό σύμπαν. Ένα σκέλεθρο του τίποτα.


Οι συντελεστές
Η μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα μοιάζει να είναι μια καίρια, ολοκληρωμένη, στιβαρή απόπειρα, αλλά με τον τρόπο που την χειρίζεται ο σκηνοθέτης δεν επιτρέπει μια πιο διαυγή εκτίμηση.
Οι Oleg Golovko (σκηνογραφία-ενδυματολογία) και Timofei Pastukhov (σχεδιασμός ήχου-μουσική σύνθεση) υπηρετούν με ακρίβεια το όραμα του σκηνοθέτη ανασυνθέτοντας ένα δυστοπικό καφκικό, άνυδρο, αποπνικτικό τοπίο.
Ο σχεδιασμός φωτισμού του Oskars Paulins είναι αναποτελεσματικά κραυγαλέος.

Οι ερμηνευτές
Η Ανθή Ευστρατιάδου πλάθει μια ενδιαφέρουσα Ιφιγένεια. Σημαντική υποκριτική στιγμή της, όταν η φασιστική προπαγάνδα την κατακλύζει τόσο, ώστε να παραδοθεί πλήρως πειθήνια, διαβρωμένη πια και αυτοθυσιαζόμενη.
Η Μαρία Ναυπλιώτου είναι μια σοβαρή, εργατική και πειθαρχική ηθοποιός με εξαίσια σκηνική παρουσία. Αισθάνομαι ότι υπηρέτησε με πίστη, το όραμα του σκηνοθέτη της αλλά εκτελώντας και όχι συνδημιουργώντας στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας. Ενδιαφέρουσες στιγμές της: οι αντιδράσεις της μετά την ακραία σωματική της κακοποίηση από τον Αγαμέμνονα και η απελπισμένη μέθη της στη δεξίωση του γάμου που θα οδηγήσει στον χαμό της Ιφιγένειας. Το ενδιαφέρον στο όραμα του σκηνοθέτη είναι ότι η Κλυταιμνήστρα δεν μπορεί να θρηνήσει, ούτε να πενθήσει. Είναι τόσο ακινητοποιημένη και εγκλωβισμένη που δεν της έχει μείνει καμιά διέξοδος ψυχικής αποφόρτισης, αφού διαβιεί σαν κενό κέλυφος.


Ο Νικόλας Παπαγιάννης δημιουργεί έναν Μενέλαο μεταξύ χυδαιότητας και απελπισίας. Γελοιότητας και ανηθικότητας. Μεταξύ τρόμου και σαδισμού. Μια ενδιαφέρουσα υποκριτική κατάθεση.
Ο Δημήτρης Παπανικολάου ως Πρεσβύτης, ακολουθεί την ασφαλή πεπατημένη του. Ο Θάνος Τοκάκης απογυμνώνει τη φασιστική ρητορική περί ηρωισμού σε μια σπουδή του γελοίου πάνω στον Αχιλλέα, η σκηνή που η φασιστική οργάνωση σκοτώνει κουνούπια και αυτός τα εισπράττει σαν χαστούκια καρπαζοεισπράκτορα είναι από τις ισχυρές της παράστασης.
Ο Νίκος Ψαρράς ως ένας πλήρως αποδυναμωμένος, έντρομος και κατευθυνόμενος Αγαμέμνων πλάθει την πιο ενδιαφέρουσα υποκριτική σπουδή του παραστασιακού εγχειρήματος: μια παραπαίουσα, θρασύδειλη, κακοποιητική πατριαρχία υπό κατάρρευση.
Ο Χορός -οι: Δημήτρης Γεωργιάδης, Χρήστος Διαμαντούδης, Μάριος Κρητικόπουλος, Βασίλης Μπούτσικος, Δημήτρης Παπανικολάου, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ– παραμένει πειθαρχικός στο όραμα του σκηνοθέτη.


Σκηνοθεσία και δραματουργία
Ο σκηνοθέτης Τιμοφέι Κουλιάμπιν δημιουργεί ένα ανελέητο, ακραία σκληρό, βασανιστικό σχεδόν άνυδρο, δυστοπικό παραστασιακό σύμπαν. Τόσο εμμονικά «τακτοποιημένο» που δεν ανασαίνει. Που ασφυκτιά. Ο μετασχηματισμός του μύθου που προτείνει έχει ενδιαφέρον, και σημαντικές αρετές. Όμως παρόλο που πρόκειται για έναν σημαντικό σκηνοθέτη, αναλώνεται αυτή τη φορά σε έναν σχεδόν ψυχαναγκαστικό σκηνοθετικό χειρισμό που αποδυναμώνει τον καίριο και ενδιαφέροντα πυρήνα του παραστασιακού του εγχειρήματος.
Τόσο η δραματουργική πρόταση του Roman Dolzhansky όσο και η δραματουργική συνεισφορά της Ιούς Βουλγαράκη στον μετασχηματισμό και στην ανανοηματοδότητση του μύθου έχουν ενδιαφέρον και συγκρότηση. Μελέτη και συνέπεια. Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που η δραματουργική πρότασή τους αρθρώνεται σκηνικά.

Συνοψίζοντας…
Ο απόηχος αυτής της παράστασης και η πρόσληψή της ενεργοποιούν πάλι τη γνωστή συζήτηση περί Αρχαίου δράματος. Όσο ανησυχητικές είναι οι ιαχές θριάμβου, άλλο τόσο ανησυχητικοί είναι και οι λίβελοι. Ανησυχητική επίσης είναι η νοοτροπία μιας ιδιοκτησιακής αντίληψης της πολιτισμικής κληρονομιάς και κουλτούρας.
Η παράσταση οφείλει να αυτονομείται του κειμένου, έτσι και αλλιώς. Σε όποια πολιτισμική συνθήκη. Η τέχνη πάντα επεφύλασσε ένα μετασχηματιστικό βλέμμα σε παλιότερες στιβάδες του πολιτισμού. Πόσο μάλλον σήμερα που βρισκόμαστε σε τόσο ακραία μεταιχμιακή περίοδο. Μοιάζει σαν να καθόμαστε πάνω σε τεκτονικές πλάκες εν ώρα σεισμού. Έπονται τα ερείπια. Είμαστε στην πιο ρευστή εποχή της ιστορίας του ανθρώπου. Συνυπάρχουμε τόσες ετερόκλητες ανθρωπότητες μαζί: η τελευταία -μάχιμη ακόμα-αναλογική γενιά, η generation Χ: η τελευταία γενιά που παραπαίει μεταξύ αναλογικού και ψηφιακού κόσμου και οι επόμενες πλήρως ψηφιακές γενιές που δεν μπορούν να αντιληφθούν διαφορετικά τον κόσμο πέρα από την ψηφιακή εκδοχή του.
Ζούμε σε μια εκ βάθρων μετασχηματιστική ροή των ταυτοτήτων: έμφυλων, πολιτισμικών, κοινωνικών πολιτικών, συλλογικών. Δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το πώς θα μεταβληθεί ο κόσμος μας. Ζούμε τη μετάβαση. Μια σκληρή, ακραία, βίαιη μετάβαση. Η διαρκής ανασημασιοδότηση και οι συνεχείς μετασχηματισμοί δεν είναι «τάση», θράσος, βεβήλωση είναι αδήριτη ανάγκη, φυσιολογική διαδικασία.
Δεν υπερασπίζομαι την παράσταση. Κάθε άλλο. Υπερασπίζομαι όμως την ελευθερία του δημιουργού να μπορεί ανεμπόδιστα να κάνει αυτήν την παράσταση. Υπερασπίζομαι το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης του δημιουργού και της τέχνης ιδίως σε τέτοιους τρομερούς καιρούς. Είναι μια ελευθερία που ο δημιουργός δικαιούται.
Αυτό που δεν δικαιούται είναι να μιμηθεί, να αναβιώσει, να μουσειοποιήσει. Αυτό που δεν δικαιούται είναι να δρα εκ του ασφαλούς επιμένοντας στη θλιβερή ασφάλεια μιας πεπατημένης που ονομάζει τέχνη. Η τέχνη δεν έχει ασφάλεια. Είναι από τη φύση της μια παρακινδυνευμένη διαδικασία. Και αυτό που οφείλει είναι να επανανοηματοδοτήσει, να απελευθερώσει (στη συγκεκριμένη παράσταση) τον αρχαίο μύθο από τη χρονοιστορικότητά του και τη στερεοτυπική αντιμετώπισή του. Ακόμα και αν το αποτέλεσμα δεν τον ανταμείψει. Ακόμα κι αν το αποτέλεσμα δεν μας ικανοποιήσει. Η πεποίθηση ότι κάθε απελευθερωμένη απόπειρα συνομιλίας με δημιουργίες παλιότερων στοιβάδων του πολιτισμού μας είναι βεβήλωση είναι τρομακτική και στείρα. Ο πολιτισμός λειτουργεί με παλίμψηστα. Όχι με αναιρέσεις.

