Το 2015, ο Ρόμπερτ Έγκερς συστήθηκε στο κοινό μέσω της ταινίας του Η Μάγισσα (The Witch), μια από τις πιο ατμοσφαιρικές ταινίες τρόμου (folk horror) της τελευταίας δεκαετίας. Με budget 4 εκατομμυρίων, η ταινία έκανε εισπράξεις 40 εκ. στο διεθνές box office. Αυτή του την επιτυχία διαδέχθηκε Ο Φάρος (The Lighthouse) το 2019 και Ο Άνθρωπος του Βορρά (The Northman) το 2022.

Τον Δεκέμβριο του 2024, 102 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, ο κόμης Όρλοκ μάς ξανασυστήνεται μέσω του Έγκερς στο Νοσφεράτου, στο ριμέικ της ομότιτλης ταινίας γερμανικού εξπρεσιονισμού του 1922. Πριν απ’ αυτό, όμως, πάμε να θυμηθούμε λίγο τη Μάγισσα και να δούμε γιατί είναι μια επιτυχημένη ταινία τρόμου.

 

 

Ορίζοντας τον τρόμο

 

Το τι χαρακτηρίζουμε τρομακτικό ή αστείο είναι σε κάποιον βαθμό υποκειμενικό· αυτό ίσχυε και θα ισχύει πάντα, χωρίς ωστόσο να σημαίνει πως δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε κοινά θεμελιώδη στοιχεία σε αυτές τις κατηγορίες.

Όλα βασίζονται στο σετάρισμα και στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται, ώστε να μεταδοθεί αυτό που επιθυμεί ο εκάστοτε σκηνοθέτης. Όπως δεν είναι αστείο να λες τον κοντό κοντό, τον χοντρό χοντρό και τον άσχημο άσχημο, έτσι δεν είναι τρομακτικό το να πετάγεται κάτι στην οθόνη και να ουρλιάζει, ενώ παίζουν ενοχλητικά βιολιά για να το κάνουν πιο «τρομακτικό».

Φυσικά μεγάλο μέρος της ευθύνης αποδίδεται στους θεατές, οι οποίοι μπαίνουν στις αίθουσες με εσφαλμένες προσδοκίες. Θεωρούν τρόμο τα jump scares, επειδή κάτι κάνει «μπου» στην οθόνη κάθε πέντε λεπτά, αντί να προτιμούν το μεθοδικό χτίσιμο μιας σκηνής, την οποία θα κουβαλάς μαζί σου για αρκετή ώρα μετά την έξοδό σου από την αίθουσα. Δεν είμαστε όμως εδώ για να κρίνουμε γούστα.

 

 

Θεός, λιμός, πουριτανισμός

 

Στη Νέα Αγγλία του 17ου αιώνα, ένας Άγγλος άποικος και η οικογένειά του εξορίζονται από την πουριτανική αποικία τους εξαιτίας μιας θρησκευτικής διένεξης. Χτίζουν τη νέα φάρμα τους κοντά σε ένα απομονωμένο δάσος, όπου από το πρώτο πλάνο ο σκηνοθέτης καταφέρνει να δείξει το δυσάρεστο περιβάλλον καθώς, όσο η οικογένεια προσεύχεται, βλέπουμε εκατοντάδες έντομα να τους έχουν περικυκλώσει. Εκεί, η μητέρα θα γεννήσει το πέμπτο της παιδί. Μια ημέρα, όσο το μωρό βρίσκεται υπό την επίβλεψη της μεγάλης του αδελφής, της Τόμασιν (Anya Taylor-Joy), εξαφανίζεται δίχως ίχνος. Γρήγορα μαθαίνουμε πως το απήγαγε μια μάγισσα και το σκότωσε για να φτιάξει μια αλοιφή που της δίνει την ικανότητα να πετάει. Το συμβάν αυτό είναι και η αρχή της αργής και βασανιστικής παρακμής της οικογένειας και όσο ο ένας στρέφεται εναντίον του άλλου, τα λάθη και οι αμαρτίες όλων βγαίνουν στην επιφάνεια.

Ως πουριτανική οικογένεια, η πίστη είναι ένα από τα κεντρικά θέματα της Μάγισσας. Οι γονείς κάνουν συνεχώς κηρύγματα στα παιδιά, για τη θέση τους στον κόσμο και για το πόσο αμαρτωλά είναι, κι αυτά με τη σειρά τους έχουν απορίες στις οποίες δεν παίρνουν ποτέ ικανοποιητικές απαντήσεις. Η Τόμασιν είναι ο εύκολος στόχος για την οικογένειά της καθώς το μωρό εξαφανίστηκε υπό την επίβλεψή της, οπότε φορτώνεται και την ευθύνη. Ένα βράδυ, τα παιδιά ακούνε τους γονείς τους να συζητούν το ενδεχόμενο λιμού επειδή ό,τι σπέρνουν φυτρώνει άρρωστο και πως η μητέρα επιθυμεί να στείλει την Τόμασιν να υπηρετήσει σε άλλη οικογένεια. Τα νέα αυτά ωθούν τον μεγαλύτερο γιο να πάει κρυφά, μαζί με την Τόμασιν, στο δάσος για κυνήγι. Εκείνος χάνεται κι εκείνη επιστρέφει μόνη της κάνοντας τα πράγματα χειρότερα.

Σε αυτό το σημείο, περίπου, οι χαρακτήρες αρχίζουν να επιρρίπτουν ευθύνες δεξιά κι αριστερά, με πρώτη και καλύτερη τη μητέρα. Ακόμα και όταν ο γιος επιστρέψει αργότερα, η μητέρα της κατηγορεί την Τόμασιν ως μάγισσα, δημιουργώντας μεγαλύτερο ρήγμα στην οικογένειά της. Η ταινία τελειώνει με εκείνη να σκοτώνει τη μητέρα της και κάνοντας συμφωνία με τον διάβολο πάει κοντά του. Η τελευταία σκηνή είναι με εκείνη γυμνή, να συναντά τις μάγισσες στο δάσος και σε απόλυτη έκσταση να αρχίζει να πετάει στον νυχτερινό ουρανό.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί έντονο συμβολισμό καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, με τον λαγό και τον τράγο να είναι οι επικρατέστεροι. Τον λαγό γιατί σύμφωνα με τους μύθους οι μάγισσες μεταμορφώνονται σε αυτούς και τον τράγο γιατί συμβολίζει τον Πάνα. Χρησιμοποιεί γυμνό για να δείξει πως έχει τελεστεί κάτι σκοτεινό, δημιουργώντας αντίθεση με τον πουριτανισμό και τον συντηρητισμό της εποχής.

Όταν συναντάμε τις μάγισσες είναι γυμνές κι ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνει η Τόμασιν όταν «ελευθερώνεται» από τα δεσμά της πατριαρχίας είναι να βγάλει τα ρούχα της. Τέλος, όλη η ταινία θυμίζει μια αλληγορία των πειρασμών του Ιησού στην έρημο, με τη διαφορά τώρα πως είναι οι χαρακτήρες που υποκύπτουν σε αυτούς.

 

 

Η μοίρα της Τόμασιν

 

Το τέλος της ταινίας δεν είναι τραγικό, γιατί η Τόμασιν επέλεξε να πάει με τον διάβολο. Αρχικά, δεν επέλεξε τίποτα. Η θρησκεία της της λέει, από τη στιγμή που πήρε την πρώτη της ανάσα, πως είναι αμαρτωλή και η οικογένειά της το επιβεβαιώνει αυτό με κάθε ευκαιρία. Έπειτα, αμφισβητούν πως λέει την αλήθεια και την κατηγορούν πως είναι μάγισσα ενώ είναι αθώα.

Το τέλος της ταινίας είναι τραγικό,γιατί αντάλλαξε έναν αφέντη με έναν άλλον -μην ξεχνάμε πως πούλησε την ψυχή της- μην έχοντας πού να πάει. Ο θεός της είναι όπως η οικογένειά της, απαιτητικός και ανικανοποίητος, κι αυτό την έσπρωξε μακριά. Αλλά όσο ο θεός σπρώχνει, ο διάβολος τραβάει και ως πιο επαναστατική φιγούρα τής προσφέρει μια νέα οικογένεια με την οποία ζει στο περιθώριο, απελευθερωμένη από τον πουριτανισμό, αλλά σκλαβωμένη σε μια ζωή φόνου και διαφθοράς. Το εκστατικό της γέλιο στο τέλος φαίνεται χαρμόσυνο, αλλά σύμφωνα με τις πράξεις που την έφτασαν ως εκεί, ο κύκλος θα συνεχιστεί κι εκείνη θα πράξει τα ίδια.

Ο λόγος που η Μάγισσα είναι μια αποτελεσματική ταινία τρόμου δεν είναι η βία ή οι συμβολισμοί της. Δεν είναι σοκαριστική απλώς για να σοκάρει, αλλά σηκώνει έναν καθρέφτη σε μια κοινωνία που διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας. Δεν είναι δογματική και δεν κάνει κλισέ κηρύγματα για να προσηλυτίσει κόσμο. Είναι μια προειδοποίηση για το πώς οι αθώοι οδηγούνται στο περιθώριο από υποκριτές, δήθεν ενάρετους ανθρώπους και τραμπούκους, με αποτέλεσμα να τους εκμεταλλεύονται αργότερα αρπακτικά που τους τάζουν τα βασικά αγαθά τα οποία στερούνται. Γι’ αυτόν τον βιασμό της αθωότητας που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα.