Ο Γιάννης Σκουρλέτης επιμένει να αντιμετωπίζει την ενασχόλησή του με τη νέα ελληνική δραματουργία ως μια αδιάκοπη συνέχεια σκηνικών εγχειρημάτων αλληλένδετων μεταξύ τους που, σχηματίζοντας παραστασιακά παλίμψηστα, λειτουργούν σαν διαρκή επιτελεστικά αρχεία. Στα οποία -κατά κανόνα- επιστρέφει εμπλουτίζοντάς τα με κείμενα, λέξεις, αισθητικές και καινούρια σκηνικά συμφραζόμενα. Αυτός ο ιδιοσυγκρασιακός παραστασιακός κώδικας σχηματίζει διαρκείς επαναδιασταυρούμενες διακαλλιτεχνικές αναφορές σαν ένα σκηνικό σύμπαν σε συνεχή ροή όπου η αισθητική, η ποίηση, η γλώσσα, η μουσική, η εικαστικότητα αποτελούν τους τρόπους έκφρασης και η ανθρώπινη κατάσταση την ουσία τους.
Η καλλιτεχνική πανσπερμία του Γιάννη Σκουρλέτη συνδιαλέγεται με την Αισθητική αναδημιουργώντας τη. Ο σκηνοθέτης θα επανέλθει συστήνοντάς μας ένα έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη της δεκαετίας του ’80, που όμως παράμενε άπαιχτο μέχρι σήμερα. Συγγραφέας και σκηνοθέτης θα απαλλάξουν το κείμενο από τα δεσμά των αγκυλώσεων της ελληνικής δραματουργίας της ιδιόμορφης συγγραφικά δεκαετίας του ’80. Θα το επανανοηματοδοτήσουν αλλάζοντας τον τίτλο και θα φωτίσουν την αθέατη πολυπλοκότητά του, τον συγκινητικό του θεματικό πυρήνα, γεμάτο συμβολισμούς και συνυφάνσεις, αποκαλύπτοντας παραστασιακά ένα σημαντικό δραματουργικά κείμενο. Ένα κείμενο πολλαπλών αναγνώσεων, καθώς σχηματίζει θεματικούς ομόκεντρους κύκλους που όμως εκκινούν από μια ρεαλιστική επίφαση και υψώνονται ως το Άρρητο υμνώντας την ιερή ανθρώπινη επιθυμία που θρυμματίζεται στο πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η ιστορία του έργου
Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης έγραψε την πρώτη μορφή του θεατρικού κειμένου «Η γυναίκα και ο ακροβάτης» το 1986. Την επόμενη χρονιά το έργο θα βραβευτεί στον διαγωνισμό του Υπουργείου Πολιτισμού για νέους συγγραφείς με τον τίτλο: «Το φεγγάρι και η λύρα». Εμπεριέχει σπερματικά τα κομβικά στοιχεία που συνύφαναν το πλέγμα της μελλοντικής εργογραφίας του αξιόλογου συγγραφέα. Από μία ιδιοτροπία της συγκυρίας το έργο θα παραμείνει στο συρτάρι μέχρι σήμερα, ενώ μεταγενέστερα έργα του συγγραφέα είχαν ήδη βρει τον δρόμο της σκηνής.
Τρυφερή αλλά και συναρπαστική λεπτομέρεια της ιστορίας του θεατρικού έργου ήταν ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα που δέχτηκε εκείνη την εποχή ο συγγραφέας από τον Μάνο Χατζιδάκι. Από μία συνέντευξη του συγγραφέα- επ’ ευκαιρία της βράβευσής του- που είχε διαβάσει ο εξέχων συνθέτης ενδιαφέρθηκε και ζήτησε από το Υπουργείο Πολιτισμού αντίτυπο του βραβευθέντος έργου, γιατί ενδιαφερόταν να γράψει μια τρίπρακτη όπερα όπου τα πρώτα δύο μέρη θα βασίζονταν σε έργα των Ζ. Κοκτώ και Ζ. Ζενέ και το τρίτο μέρος σε έργο της νεοελληνικής δραματουργίας. Όμως δεν μπορούσε να βρει κάποιο που να έχει την υψηλή ποιότητα που αναζητούσε μέχρι που διάβασε το έργο του Βιρβιδάκη.
Στον νου του συγγραφέα ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πάρει τη μυθική διάσταση «ενός αόρατου μέντορα», όπως θα γράψει στην εισαγωγή της έκδοσης του έργου ο ίδιος. Τρυφερή πληροφορία που αποκαλύπτει γιατί η παράσταση του έργου είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Μ. Χατζιδάκι. Αφιέρωση, που αν δεν γνωρίζεις κανείς την ιστορία που τη συνοδεύει, δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει. Ούτε να κατανοήσει πλήρως το τραγούδι «Πέντε Γράμματα» που ακούγεται στην παράσταση τραγουδισμένο από τον ίδιο τον συνθέτη. Πληροφορία που εδραιώνει μία από τις πολλές εκφάνσεις του επιτελεστικού αρχείου που εγγράφεται στις παραστασιακές αποτυπώσεις του Γιάννη Σκουρλέτη.
Η υπόθεση
Μία μοναχική γυναίκα με το συμβολικό όνομα Ουρανία κατοικεί σε μια σοφίτα στον τελευταίο όροφο ενός κτηρίου μιας επαρχιακής πόλης με θέα το λιμάνι. Συνεσταλμένη, αποκομμένη από τον κόσμο, παλιά δασκάλα που έχει πια αποσυρθεί, σπάνια βγαίνει από το σπίτι της. Εντελώς αναπάντεχα θα δεχτεί την επίσκεψη ενός άγνωστου άνδρα, του Θόδωρα, ενός πλανόδιου, λαϊκού ακροβάτη που της ζητά να του επιτρέψει να κάνει την Κυριακή το ακροβατικό του νούμερο πετώντας από το παράθυρό της – το ιδανικότερο σημείο της πόλης -όπως ο ίδιος λέει- αφού από κάτω είναι η πλατεία.
Με κέντρο την ιερή μανία της επιθυμίας, ο συγγραφέας και ο σκηνοθέτης εκκινώντας από έναν κατ’ επίφασιν ρεαλισμό θα δημιουργήσουν μια σειρά ομόκεντρους φασματικούς κύκλους που ο καθένας τους θα αποκαλύπτει θραυσματικές εικόνες της έντασης και του βάθους της ανθρώπινης επιθυμίας και της ανθρώπινης ύπαρξης:
Ένας άγνωστος μεσήλικας άνδρας επισκέπτεται μια ηλικιωμένη μοναχική γυναίκα για να της ζητήσει την άδεια να εκτελέσει το ακροβατικό του νούμερο από το μοναδικό παράθυρο της σοφίτας που μένει. Σιγά-σιγά μέσα από την επικοινωνία τους αναπτύσσεται μια τρυφερότητα, μια εκλεκτική συγγένεια, ένας λεπταίσθητος, υφέρπων ερωτισμός δύο αποσυνάγωγων μοναχικών πλασμάτων που πορεύονται στο περιθώριο της ζωής. Ενδεχομένως, όμως, να μην είναι ένας άγνωστος άνδρας αλλά ο επί χρόνια εραστής της που την επισκέπτεται όλο και πιο αραιά και η ιστορία με τον άγνωστο άνδρα δεν είναι παρά ένας δικός τους ερωτικός κώδικας-ξεθυμασμένος ίσως πια-, ένα Πιντερικό ερωτικό παιχνίδι. Για αυτό και «ο άγνωστος επισκέπτης» έχει τέτοια οικειότητα με τον χώρο, και με τις συνήθειες της οικοδέσποινας. Για αυτό και την πάει στο κρεβάτι της και την παραστέκει καθισμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα, που όταν εκείνος λείπει, κάθεται εκείνη, σύμφωνα με δική της ομολογία. Ή μήπως η επίσκεψή του άγνωστου άνδρα είναι αποκύημα της φαντασίας της Ουρανίας; Ένας τρόπος να κατασιγάσει τη μανία των στραγγαλισμένων, ασίγαστων επιθυμιών της ζωής της;
Και αυτό το θραυσματικό παραστασιακό τοπίο αποσβησμένων επιθυμιών πού μας οδηγεί; Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η παράσταση ξεκινάει με την κρυμμένη Ουρανία πίσω από το εξαίσιο βιτρό που έχει δημιουργήσει ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης να μας διηγείται την ημέρα του θανάτου του πατέρα της. Αυτό που μένει από τη διήγησή της είναι το νεράντζι με το φλογερό πορφυρό χρώμα που βρήκε βγαίνοντας στη βροχή. Και που κύλησε στο προσκέφαλο του νεκρού πατέρα της.
Το έργο ξεκινάει με τη διήγηση ενός θανάτου: «Ναι, θυμάμαι καλά αυτές τις λέξεις. ‘Ήταν Νοέμβρης…έβρεχε πολλές ημέρες συνέχεια κι αυτός μου είπε…ο πατέρας …έφυγε…(παύση). Ένα νεράντζι κύλησε μέσα από την αγκαλιά μου, έπεσε στο πάτωμα, πέρασε μέσα από την ανοιχτή πόρτα στο δωμάτιο του πατέρα και στάθηκε ακριβώς κάτω από το κεφάλι του. Ένα κόκκινο χοντρόφλουδο νεράντζι… (παύση) *
Και, ολοκληρώνεται κυκλικά με έναν επερχόμενο θάνατο. Αυτόν της Ουρανίας:
«Πλησιάζω …και…να το. Είχε γίνει τόσο δα μικρό από το φόβο του[…] Κλείνω τα μάτια μου ησυχασμένη, κάνω την προσευχή μου που σώθηκε το φεγγάρι[…] Σήκωσα το χέρι που το κρατούσα, άνοιξα τη χούφτα μου και τους το έδειξα. Βλέπετε, τους είπα, το φεγγάρι…σώθηκε. Το φεγγάρι… (παύση). Ένας, απ’όλον εκείνο τον κόσμο γύρω μου πλησίασε και το κοίταξε. Μ’ αυτό το φεγγάρι, μαντάμ, μου λέει θα μπορείς να ψωνίζεις μια βδομάδα από το μαγαζί μου. Δεν είναι παρά ένα χρυσό νόμισμα (παύση). Ακούγονται σφυρίγματα πλοίων από το λιμάνι). Τότε μόνο κατάλαβα. Μέσα σε μια στιγμή…το μυαλό μου φωτίστηκε. (παύση). Ανέβηκα πάνω στο σπίτι, φύλαξα όλα εκείνα τα πράγματα που είχαν βγει έξω από τα μπαούλα, ψάχνοντας για την ομπρέλα, πότισα τις ορτανσίες και τις γαρδένιες, έριξα φαγητό στα καναρίνια και τις γάτες και μετά κάθισα στην πολυθρόνα να περιμένω. (ακούγονται σφυρίγματα πλοίων από το λιμάνι) (σβήνουν τα φώτα) ΤΕΛΟΣ *
Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης δίνει ένα συγκλονιστικό τέλος στο έργο του: Ο «άγνωστος επισκέπτης» δεν είναι παρά ο ψυχοπομπός που θα οδηγήσει την Ουρανία στον Θάνατο. Και επιτέλους στην ελευθερία στην τελική απελευθέρωση από κάθε είδους δεσμά. Θα της δώσει την τελική ώθηση. Θα της χαρίσει την τελευταία πτήση. Θα την οδηγήσει στην αποδέσμευση από την κάθε απωθημένη επιθυμία. Θα της χαρίσει την απελευθέρωση από την ίδια τη μανία της επιθυμίας. Θα της αποκαλύψει τον κρυμμένο εαυτό της πάμφωτο απαλλαγμένο από την οξείδωση των συμβάσεων, της άνυδρης ανατροφής, του φόβου, των ενοχών. Ένας ψυχοπομπός τρυφερός, ηδονικός εραστής που θα την απαλλάξει από κάθε επιθυμία γιατί θα προφτάσει να της τις εκπληρώσει όλες.
Η Ουρανία πλήρης, ήρεμη, εκστατική από το θαύμα, ευτυχισμένη όσο ποτέ στη ζωή της θα κρατήσει στο χέρι της το ολόγιομο φεγγάρι που θα μετατραπεί σε ένα ολόχρυσο νόμισμα. Στον οβολό που θα προσφέρει αντάλλαγμα στον βαρκάρη για να την περάσει από τη λίμνη Αχερουσία στο Επέκεινα. Το πορφυρό νεράντζι που κύλησε στα πόδια της, όταν πέθανε ο πατέρας της, ήταν η προτροπή, η πρό(σ)κληση της επιθυμίας στη ζωή. Την αγνόησε από φόβο. Από συστολή. Από επίκτητη εγκράτεια. Το πορφυρό νεράντζι που κύλησε στα πόδια της ανέγγιχτο, θα επιστρέψει ως ολόγιομο φεγγάρι που στη χούφτα της θα μετατραπεί σαν το χρυσό νόμισμα για το Πέρασμα. Πέρα από κάθε επιθυμία. Αφού θα τις έχει εκπληρώσει όλες. Ο Άγγελος- Ακροβάτης θα της δανείσει τα φτερά του για μία και μόνη πτήση. Το οριστικό πέταγμα της προς την ελευθερία. Την επισφράγιση της ύπαρξής της από την επικείμενη ανυπαρξία.
Η σκηνοθεσία
Ο Γιάννης Σκουρλέτης με σύμμαχό του τη σύμβουλο δραματουργίας Ασημένια Ευθυμίου θα αγγίξει αυτό το πολυσήμαντο, γριφώδες, δισεπίλυτο σημαντικό κείμενο και θα το υψώσει σε ένα ποιητικό γεγονός. Με τρυφερή ποιότητα, υψηλή αισθητική, βαθιά γνώση, λιτή βαθύτητα μιας λεπταίσθητης σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας θα το αποκαλύψει πάμφωτο.
Οι συντελεστές
Η σκηνογραφία του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη είναι συνταρακτική. Θα δημιουργήσει ένα ρεαλιστικό σκηνικό -αυτό βλέπει ο θεατής μπαίνοντας στο θέατρο- το οποίο με την έναρξη της παράστασης μεταλλάσσεται σε ένα ποιητικό, θραυσματικό ψυχοτοπίο που υπόκειται σε διαρκείς μεταμορφώσεις μέχρι το τέλος της παράστασης αναπνέοντας μαζί με τη γυναίκα που το κατοικεί και τον άγνωστο επισκέπτη που υποδέχεται.
Η πρώτη σκηνική οδηγία που δίνει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης στην έκδοση του κειμένου του είναι ότι: «Η δράση εκτυλίσσεται σε μια σοφίτα κοντά στο λιμάνι μιας μεγάλης επαρχιακής πόλης».* Όπως η Λούλα Αναγνωστάκη- με την οποία ο συγγραφέας χαράζει νοερούς συγγραφικούς διαλόγους- αναδείκνυε «την Πόλη» (Θεσσαλονίκη) ως μία ακόμα ζωντανή και παλλόμενη οντότητα των έργων της. Αντίστοιχα ο Μ. Βιρβιδάκης το πράττει με τα αγαπημένα του Χανιά. Ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης θα μετασχηματίσει αυτήν τη σκηνική οδηγία αξιοποιώντας ένα πραγματικό παράθυρο του κτίσματος, εντάσσοντάς το στο σκηνικό, επιτρέποντας έτσι τους ήχους της δικής μας πόλης να διεισδύσουν στην παράσταση δημιουργώντας ένα κοινό ηχοτοπίο με τις χροιές των φωνών, των ερμηνευτών και με τη φωνή του Μάνου Χατζιδάκι που ακούγεται σχεδόν απόκοσμα να ερμηνεύει τα «Πέντε Γράμματα».
Τα κοστούμια – props του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη και της Βενετίας Long είναι έξοχα. Οι συμβολισμοί τους καίριοι και συχνά ανατριχιαστικοί. Το ροδί χρώμα του φορέματος της Ουρανίας και τα παιδικά της καλτσάκια παραπέμπουν στα παιδικά χρόνια μιας ηλικιωμένης γυναίκας που έμεινε εμμονικά δέσμια του συνεσταλμένου παιδικού, καθηλωμένου εαυτού της.
Συνταρακτική, επίσης, είναι η κατασκευή των φτερών, μοιάζουν σαν ενωμένες λευκές ανοιχτές βεντάλιες που θροΐζουν σε κάθε επαφή τους με τον άνεμο, υπονοώντας σχεδόν μια ερωτική συνεύρεση. Οι φωτισμοί του Γιώργου Μαρουλάκου συνάδουν αρμονικά στις ισχυρές ποιητικές ατμόσφαιρες του παραστασιακού εγχειρήματος.
Ο Διονύσης Νικολόπουλος έχει το σπάνιο χάρισμα να αφουγκράζεται τις ιδιοτυπίες του κάθε σώματος, να τις σέβεται απόλυτα και να δημιουργεί την κίνηση χωρίς να επιβάλλει κινησιολογικό κώδικα. Τον αναδημιουργεί καθώς τον εκμαιεύει από τα σώματα των ηθοποιών που καθοδηγεί. Η κινησιολογική εμπλοκή του είναι συγκινητική.
Οι ερμηνείες
Η σκηνική επικοινωνία των δύο ερμηνευτών είναι αξιοθαύμαστη. Τα βλέμματά τους. Οι σιωπές τους: Μια ερμηνευτική σπουδή πάνω στις παύσεις. Οι τονικότητες που επιλέγουν ώστε οι φράσεις τους να μένουν μετέωρες σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ. Σαν φράσεις ανείπωτες που σφαγιάζουν την επιθυμία αναπαριστώντας τη.
Ο Θανάσης Δόβρης μας προσφέρει μία από τις συγκλονιστικότερες ερμηνείες της θεατρικής χρονιάς που διανύουμε. Βαθύς, τρυφερός, στοχαστικός, πολυεπίπεδος ως προς τους συμβολισμούς του ρόλου του, αλλά άμεσος, λαϊκός, αυθόρμητος ως «Θόδωρας».
Η στιγμή που οδηγεί την Ουρανία στο κρεβάτι της και την παραστέκει καθήμενος στην πολυθρόνα είναι συγκλονιστική. Μια αποκάλυψη.
Η υποκριτική κατάθεση της Αμαλίας Μουτούση αναδύεται πάμφωτη μέσα από υποκριτικές ποιότητες αποχρώσεων και ημιτονίων. Η ερμηνεία της στην Ουρανία είναι μια υψηλή σπουδή του υποδόριου σπαραγμού, του ανέγγιχτου πάθους, της ενταφιασμένης επιθυμίας. Ένας ενσώματος σκηνικός λυγμός.
Η σκηνή που είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι της με το «αδειανό» πουκάμισο του φασματικού εραστή της πάνω στο σώμα της είναι επίσης συνταρακτική.
…Συνοψίζοντας
Η παράσταση συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες παραστασιακές καταθέσεις του Γιάννη Σκουρλέτη.
Μια από τις παραστάσεις που καθόρισαν τη θεατρική χρονιά που διανύουμε. Ένα σκηνικό ποιητικό γεγονός.
* Μ. Βιρβιδάκης, Η γυναίκα και ο ακροβάτης, εκδ. Μνήμη Εταιρία Θεάτρου
Info παράστασης:
Η γυναίκα και ο ακροβάτης | Hood art space








