Η ιδέα είναι η εξής: ας διηγηθούμε μια ιστορία αλλάζοντας τη συνήθη οπτική γωνία αφήγησης, ας διηγηθούμε μια ιστορία με βασικούς άξονες τον χώρο και τον χρόνο. Ο χώρος θα μένει παντελώς ακίνητος, λίγα τετραγωνικά μέτρα γης, ο χρόνος θα κινείται πάνω του, η κάμερα, μένοντας κι αυτή με τη σειρά της ακίνητη, θα καταγράφει όλες τις μεταβολές που επέρχονται στην πορεία των χιλιετιών πάνω στο συγκεκριμένο κομμάτι χώρου, παρατηρώντας ό,τι διαδραματίζεται εκεί. Τι είδους ιστορίες μπορεί να έχουμε «εδώ»; Αν φανταστούμε τον χώρο ως οντότητα και ως υποδοχέα, τι θα έβλεπε να διαδραματίζεται επάνω του;

Ακούγεται υπερβολικά φιλόδοξο για να καταπιαστούμε μαζί του στην ολότητά του, και, μέχρι τουλάχιστον αποδείξεως του εναντίου, σε κάποια άλλη τυχόν μελλοντική απόπειρα, παραμένει στη σφαίρα της φιλοδοξίας. Γιατί στο “Here” θα ξεμπερδέψουμε αρκετά εύκολα με όλα αυτά, λίγο κυνηγητό δεινοσαύρων, λίγοι αστεροειδείς και μπουμ, λίγο άντε πάλι απ’ την αρχή, λίγο φτάσαμε ήδη στους αυτόχθονες Αμερικάνους, εκείνους που παλιά αποκαλούσαμε Ινδιάνους, λίγο θα φύγουν αυτοί απ’ την οθόνη (άραγε πώς και γιατί), λίγο το σόι του Βενιαμίν Φραγκλίνου, άντε να χτιστεί επιτέλους το σπίτι που θα στεγάσει τα κυρίως τεκταινόμενα, άντε να στραφούμε στον 20ο αιώνα και εν μέρει και στον 21ο, άντε να στραφούμε ακόμα περισσότερο στην περίοδο από τον Β’ Παγκόσμιο και μετά, με την ιστορία μιας οικογένειας απ’ τους παππούδες ως τα εγγόνια, όλα αυτά όμως όχι γραμμικά, όλα αυτά με διαρκή μπρος πίσω στον χρόνο, όλα αυτά με μόνο σταθερό τον χώρο.   

Ας φανταζόταν κανείς το ίδιο εύρημα με βάση ένα κομμάτι γης στην Αθήνα. Εκεί θα ήταν μάλλον δυσκολότερο να ξεπεταχτεί έτσι απλά το παρελθόν, εκεί θα ένιωθε μάλλον κανείς την ανάγκη να διατρέξει πολιτισμούς και μεταβολές, θα χρειαζόταν όμως ένα εύρος γνώσης και μια δυνατότητα εποπτείας του υλικού, που θα έκανε την προσπάθεια να μοιάζει με εποποιία. Το “Here” είναι σαν να σου λέει με έναν τρόπο ότι, εντάξει, δεν θα ασχοληθούμε με αυτόχθονες τώρα, άσε που νομάδες ήταν κατά βάση, με τα σπίτια έγινε ο χώρος κατοικία, ας δείξουμε ελάχιστα πράγματα κι ας προχωρήσουμε. Προσοχή όμως: δεν θέλω να υπαινιχθώ ντε και καλά κάτι ιδεολογικά μεμπτό, ο βετεράνος σεναριογράφος Έρικ Ροθ, έχει άλλωστε σχετικά πρόσφατα υπογράψει και τo σενάριο των «Δολοφόνων του Ανθισμένου Φεγγαριού», θέλω όμως να πω ότι γίνεται μια επιλογή εδώ, επιλογή να εστιάσουμε σε αυτά που ξέρουμε από πρώτο χέρι, παρά να αρχίσουμε να φανταζόμαστε ιστορίες πολιτισμών που δεν ξέρουμε – δεν ξέρουμε από πρώτο χέρι τουλάχιστον. 

 

 

Κι εν πάση περιπτώσει, δέχομαι ότι ο εύλογος αντίλογος εδώ είναι πολύ απλός: μα δημιουργικό δικαίωμά του Ροθ και του Ζεμέκις δεν είναι να εστιάσουν σε μερικές δεκαετίες μόνο; Προκύπτει άραγε από κάπου κάποια υποχρέωση να τα καλύψουν όλα; Εννοείται πως όχι, απλά έτσι όπως είναι δομημένο το “Here”, μοιάζει και ως ένα βαθμό να κλέβει, να παίρνει το εύρημα και αντί να το αξιοποιεί αναπτύσσοντάς το, να το εκμεταλλεύεται με ένα πολύ πιο στενό και περιορισμένο φόκους. Ίσως δηλαδή να ήταν πιο (εντός εισαγωγικών) έντιμο να ξεκινούσε το ταξίδι στον χρόνο από την κατασκευή της κατοικίας και μετά, παρά να το παρουσιάζαμε ως μια ιστορία αυτού του κομματιού γης ανά τις χιλιετίες. Δεν είναι. Ή έστω είναι και δεν είναι. 

Το αρχικό εύρημα ανήκει σε έναν κομίστα, ο Ρόμπερτ Ζεμέκις και ο Έρικ Ροθ είπαν, άσε, το ΄χουμε, εμείς είμαστε οι κατάλληλοι άνθρωποι για τη δουλειά. Ο Ζεμέκις έχει ταξιδέψει στον χρόνο από παλιά με την τριλογία του “Back to the Future”, έχει παίξει με την τεχνολογία με πολύ γόνιμο τρόπο στις περισσότερες ταινίες της πλούσιας και τελικά όχι όσο κριτικά αναγνωρισμένης θα του άξιζε φιλμογραφίας του, ο Ροθ έχει το κολάι με παράδοξα παιχνίδια με ανθρώπους σε σχέση με τον χρόνο με την «Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον», Ζεμέκις και Ροθ θριάμβευσαν προ τριακονταετίας από κοινού στο «Φόρεστ Γκαμπ», παίρνουν λοιπόν τώρα το πρωταγωνιστικό ζευγάρι του και τους ξανακάνουν νέους, ακόμα πιο νέους για την ακρίβεια.  

 

 

Ο Ζεμέκις έχει προβληματιστεί έγκαιρα και απολαυστικά με το κυνήγι της αιώνιας νεότητας με το «O Θάνατος σου Πάει Πολύ». Εδώ πάντως θα δούμε τον Τομ Χανκς και την Ρόμπιν Ράιτ μέσω της τεχνολογίας της ψηφιακής απογήρανσης να είναι σαν τα κρύα τα νερά. Ενάμιση χρόνο πριν, στην περίπτωση του τελευταίου Ιντιάνα Τζόουνς, ανέπτυξα το πόσο συγκεκριμένα φρίκαρα και πόσο γενικότερα με φρικάρει αυτό το φαινόμενο του de-aging των ηθοποιών (μην τα επαναλάβω, τα διαβάζει εδώ όποιος τυχόν θέλει), αλλά αφενός ενάμισης χρόνος είναι μια ζωή στην ραγδαία εξέλιξη των εφέ, της ψηφιακότητας και του εν τη ευρεία έννοια AI, αφετέρου εδώ αν μη τι άλλο το de-aging εξυπηρετεί οργανικά μια ιστορία. Ακόμα κι έτσι, νομίζω ότι εκείνο που περισσότερο τώρα με φρίκαρε είναι το πόσο γρήγορα αρχίζω να μην ξενίζομαι, πόσο γρήγορα αρχίζω να το συνηθίζω. Παρά ταύτα θα επιμείνω και θα επαναληφθώ: Ποιοι είναι αυτοί που βλέπουμε; Είναι ο Τομ Χανκς και η Ρόμπιν Ράιτ; Τι είναι αυτό που βλέπουμε; Τι είδους πλάσματα, τι είδους όντα, τι είδος υβρίδιο ανθρώπων και ψηφιακής σύνθεσης, τι είδους χρονικοί Φρανκενστάιν με αγέραστο πρόσωπο;  

Είναι ένα ζωντανό παράδοξο το “Ηere”: ενώ τεχνολογικά και αφηγηματικά είναι μπροστά, καινοτομεί, ψάχνεται, προτείνει, όντας φτιαγμένο με μαεστρία και μεράκι, τελικά μοιάζει σαν να έρχεται όχι από το παρόν και το μέλλον, αλλά από το παρελθόν. Σαν τη DeLorean του “Back to the Future”, το “Ηere” είναι ένα πρωτοποριακό όχημα που μας επιστρέφει αισθητικά τρεις – τέσσερις δεκαετίες πίσω. Από τις πρώτες νότες της μουσικής του Άλαν Σιλβέστρι ως συνολικά τις θεματικές του και τους ήρωές του, μοιάζει παλιό, σαν να βρίσκεται στη δεκαετία 1985-95.

 

 

Αν βάλουμε κάτω και συγκρίνουμε την καινοτομία του “Emilia Perez” και του “Here”, εδώ μάλλον γίνονται πιο ριζοσπαστικά πράγματα σε επίπεδο εικόνας και αφήγησης. Αλλά ναι, ό,τι κι αν τυχόν καταλογίσει κανείς στην “Emilia Perez”, μοιάζει τόσο πολύ φρέσκια και νέα σε αισθητικό επίπεδο, ενώ στο “Here” είναι σαν τηρουμένων όλων των αναλογιών να παρακολουθούμε ένα πολύ εκτεταμένο επεισόδιο της «Ζώνης του Λυκόφωτος». Και ενώ σε μεγάλο βαθμό δίκαια, σε έναν μικρότερο όμως άδικα, εντοπίζονται στο “Ηere” σεναριακά προβλήματα που εξασθενίζουν την επίδραση του βασικού ευρήματος, το σενάριο της “Εmilia Perez” που βρίθει προβλημάτων προσπερνιέται απ’ την κουβέντα, όταν δεν τιμάται κιόλας. Αλλά είναι εντελώς μέσα στην εποχή και το πνεύμα του, ενώ από το “Ηere” απουσιάζει ακριβώς αυτή η αιχμή, αυτό το ξέρω τι έχει σημασία σήμερα. 

Eίναι ένα ζωντανό παράδοξο το “Here”: η φιλοδοξία του δεν συνάδει με το μέγεθός του. Παρουσιάζεται ως μεγάλο αλλά είναι μικρό. Αλλά ωραία μικρό. Και τελικά γλυκόπικρο, ζεστό, αληθινό. Mπορεί κανείς να σκεφτεί ότι όπως δεν είδαμε ποτέ στα αλήθεια καμία «ειδική» ιστορία των αυτόχθονων Αμερικάνων, έτσι και η απεικόνιση της οικογένειας των μαύρων είναι στερεοτυπική, ότι ο Ροθ και ο Ζεμέκις στέκονται μεν απ΄τη σωστή πλευρά της Ιστορίας, αλλά περιορίζονται να κοιτάξουν τη συγκεκριμένη οικογένεια σε σχέση με τον κίνδυνο του συστημικού ρατσισμού. Η πίσω πλευρά αυτών των σεναριακών ελλείψεων όμως μας προσφέρει ένα σεναριακό προτέρημα: ο Ροθ με τον Ζεμέκις επικεντρώνονται τελικά πάνω σε ανθρώπους που ξέρουν καλά και σε γενιές που ξέρουν καλά. Και ό,τι χάνει σε εποπτεία η ταινία, το κερδίζει τελικά με το ότι, παρ’ όλη την αλλαγή οπτικής γωνίας, δεν επιτρέπει στον χώρο και τον χρόνο να την καπελώσουν, επιστρέφοντας δια της τεθλασμένης σε ένα σινεμά ανθρωποκεντρικό. Και κάπως έτσι το “Ηere” διηγείται ιστορίες ανθρώπων απλών, καθημερινών, μη ξεχωριστών. Δεν είναι ταινία για μεγάλες νίκες, δεν είναι ταινία για μεγάλες ήττες, δεν είναι ταινία για θριαμβευτές της ζωής ή τραγικές φιγούρες της ζωής, είναι ταινία για ανθρώπους που στη ζωή τους ήρθαν ισόπαλοι.  

Και ίσως όταν τα πνεύματα των εποχών αλλάξουν και η ταινία αρχίζει να κρίνεται όχι ως τωρινή αλλά ως παλιά, εκτιμηθεί και αλλιώς και πάψει να φαίνεται παράταιρη κι εκτός εποχής. Το εύχομαι γιατί το δικαιούται. Ας κρατήσουμε νοερά την κάμερά μας πάνω της κι ας αφήσουμε τον χρόνο να τη διατρέξει.