Στα τέλη του 2018 η Γαλλία συγκλονίζεται από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, που ξεκίνησε από καλέσματα στο ίντερνετ με αφορμή αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου, για να λάβει γρήγορα συνολικότερα χαρακτηριστικά με αιτήματα για την ακρίβεια, την οικονομική ανισότητα, αλλά και τη σχέση των μεγάλων αστικών κέντρων με τις αγροτικές περιοχές. Μαζικότατες διαδηλώσεις οδήγησαν και σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία στους δρόμους. Εμπνευσμένος μεν από πραγματικά περιστατικά, ο «Φάκελος 137» διηγείται ωστόσο μια μυθοπλαστική ιστορία. Μια οικογένεια, η μεσήλικη μάνα, τα εικοσάχρονα παιδιά της, ένα αγόρι, ένα κορίτσι και ο φίλος της κόρης της, έρχονται στην πρωτεύουσα για να συμμετέχουν σε μια διαδήλωση, από μια κωμόπολη, το Σεντ Ντιζιέ που βρίσκεται 250 χιλιόμετρα μακριά απ’ το Παρίσι. Ο φίλος της κόρης της  έρχεται μάλιστα για πρώτη φορά στη ζωή του στο Παρίσι. Τίποτα πιο επικίνδυνο από το να είσαι τουρίστας και διαδηλωτής και δεν έχεις πείρα προς τα πού να τρέξεις και πώς να φυλαχθείς όταν ξεσπάσει η βία. Ακόμα περισσότερο αν δεν ξέρεις καν την πόλη και τους δρόμους της. Κάπως έτσι ο ένας από τους δύο νεαρούς καταλήγει στη φυλακή για επίθεση και αντίσταση κατά των αρχών (κατηγορίες που αρνείται μετ’ επιτάσεως λέγοντας ότι είναι κατασκευασμένες), ο άλλος έχει προλάβει να καταλήξει στην εντατική, έχοντας φάει πλαστική σφαίρα στο κεφάλι, η οποία και τελικά θα του προξενήσει μόνιμες εγκεφαλικές δυσλειτουργίες. 

Η ταινία επικεντρώνεται στην εξέταση της υπόθεσης του τραυματισμού του από τη διεύθυνση εσωτερικών υποθέσεων της γαλλικής αστυνομίας. Η καταγγελία αφορά αστυνομικούς χωρίς διακριτικά. Στις καταθέσεις οι επικεφαλής των σχετικών μονάδων το λένε απερίφραστα: κληθήκαμε να προστατεύσουμε τη δημοκρατία, είχαμε να αντιμετωπίσουμε συνθήκες πολέμου. Κάπως έτσι, τα παλικάρια τους, που πριν λίγα χρόνια ήταν λαϊκοί ήρωες σώζοντας ανθρώπους στο Μπατακλάν, ξαμολιούνται στους δρόμους με λευκή επιταγή, με ιερό σκοπό, οπλισμένοι για να παίξουν με τα σχετικά πιστόλια, τα οποία  άλλωστε δεν σε σκοτώνουν. 

Θα περίμενε κανείς μια τέτοιου περιεχομένου ταινία να φλέγεται ολόκληρη. Και όταν οδηγηθεί στην αποκάλυψη της αλήθειας να καταγγείλει την κατάσταση με τον πιο φωναχτό τρόπο, με την ένταση στη διαπασών. Της το επιτρέπει, αν δεν της το επιβάλει, το ίδιο της το υλικό, το οποίο ας μην ξεχνάμε, αφού δεν είναι δραματοποίηση ενός πολύ συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού, είναι δικό της υλικό. Ωστόσο, μπορεί το παιδί της επικεφαλής αστυνομικού των εσωτερικών υποθέσεων να ρωτάει σε κάποια στιγμή «Μαμά, γιατί μισούν όλοι την αστυνομία;», αλλά δεν είναι μια ταινία που διακατέχεται από μίσος εναντίον της, δεν είναι μια ταινία που θέλει να γράψει στους τοίχους ΑCAB ή να φωνάξει «Μπάτσοι – Γουρούνια – Δολοφόνοι».

Ούτε ο σκηνοθέτης της, Nτομινίκ Μολ, έχει τέτοιο κινηματογραφικό παρελθόν. Είναι μια κεντρώα, ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός, ταινία, αν μη τι άλλο με την έννοια ότι στέκεται στο κέντρο των πραγμάτων. Όχι μόνο δεν αφήνεται να την πνίξει το συναίσθημα, αλλά φροντίζει με τον τρόπο της να μην μας δείξει φοβερές και τρομερές στρεβλώσεις του συστήματος. Παρακολουθώντας την κάποιος που είναι του δόγματος τάξη και ασφάλεια με κάθε τίμημα, δεν θα σηκωνόταν να φύγει στη μέση της και δύσκολα θα μπορούσε να της προσάψει στράτευση. Και ακριβώς το ότι δεν αποξενώνει όσους βρίσκονται από τη συντηρητική, φοβική ή αυταρχική πλευρά του πολιτικού φάσματος, μάλλον να της το πιστώσουμε πρέπει παρά να της το χρεώσουμε: η καταγγελία της μπορεί να είναι από τη μία λιγότερο αβανταδόρικη, από την άλλη όμως είναι έτσι και πιο υπόγεια πειστική. Αν σκαλίζαμε τον «Φάκελο 137» περισσότερο, αν τον ερευνούσαμε κι εμείς με τη σειρά μας μεθοδικά, θα απαιτούσαμε λίγες περισσότερες σεναριακές απαντήσεις, για παράδειγμα στο τι και πώς κρίσιμων για την έκβαση της έρευνας τεχνικών μελετών. Αλλά νομίζω ότι δεν είναι μια υπεκφυγή προκειμένου η ταινία να τα έχει καλά με όλους, νομίζω ότι προτιμά να αφήσει το αποτέλεσμα της έρευνας να μιλήσει από μόνο του.

Η επικεφαλής αστυνομικός που θα προσπαθήσει να κάνει τη δουλειά της όσο καλύτερα μπορεί και να πάει την έρευνα ως το τέλος, στην αρχή δείχνει να είναι επιεικής σε άλλες υποθέσεις. Δεν διακατέχεται από κανέναν ιερό ζήλο. Μετατέθηκε στη θέση αυτή για να έχει περισσότερο χρόνο με το παιδί της. Ειδάλλως θα μπορούσε να είχε παραμείνει στη διεύθυνση ναρκωτικών. Της άρεσε εκεί. Κι αν είχε μείνει εκεί ενδεχομένως να είχε τώρα και την ίδια οπτική με τους υπόλοιπους εκτός των εσωτερικών υποθέσεων αστυνομικούς που την κοιτάνε με μισό μάτι. Αλλά και οι συνάδελφοί της στην υπηρεσία δεν τρελαίνονται. Πήγαν εκεί για να κυνηγάνε διεφθαρμένους μπάτσους, όχι συναδέλφους που μπορεί και να ξέφυγαν σε συγκρούσεις στον δρόμο.  

Στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 2008 και αμέσως μετά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2010 επικράτησε ο συνδυασμός δύο παραγόντων: από τη μια ζήσαμε σε πολύ ταραγμένους καιρούς που οδήγησαν σε μεγάλες διαδηλώσεις και σε πάμπολλα περιστατικά βίαιης αστυνομικής καταστολής, από την άλλη το ίντερνετ, τα σόσιαλ και τα κινητά επέτρεψαν να κυκλοφορήσουν ευρέως μια σειρά από βιντεάκια και φωτογραφίες, που έδειχναν αστυνομικές συμπεριφορές βάναυσες, πέρα από κάθε μέτρο, αδικαιολόγητες. Υπάρχει λοιπόν εδώ μια θεμελιώδης ιδεολογική τομή των κοινωνιών στην αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων. Το πώς δηλαδή τοποθετείσαι ως πολίτης απέναντι σε φαινόμενα βίας κρατικών οργάνων, αν τα δικαιολογείς, τα ανέχεσαι, τα επικροτείς ή στέκεσαι απερίφραστα απέναντί τους, είναι σαν να συμπυκνώνει το πώς αντιλαμβάνεσαι τη δημοκρατία στον πυρήνα της.

Μα δεν υπάρχουν και από την άλλη πλευρά βίαιες επιθέσεις, μα οι αστυνομικοί δεν καλούνται πολλές φορές να αντιμετωπίσουν καταστάσεις που έχουν ξεφύγει; Σίγουρα. Αλλά -ακόμα τουλάχιστον- δεν πατάει πάνω στην έννομη τάξη κανένας κανόνας που να λέει πως όταν επικρατεί αναταραχή οι δυνάμεις καταστολής έχουν το ελεύθερο να ασκήσουν τυφλή βία κατά αδίκων (και εντελώς συχνά) κατά δικαίων, που απλά τυχαίνει να βρίσκονται την λάθος ώρα στο λάθος μέρος της αναμπουμπούλας. 

Στο κείμενο για την προηγούμενη ταινία του Ντομινίκ Μολ, τη «Nύχτα της 12ης», γράφαμε συμπτωματικά τα εξής: «Παρακολουθώ την «Νύχτα της 12ης» τη Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022: τη νύχτα της 4ης προς 5 Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη ένας αστυνομικός πυροβολεί από πίσω στο κεφάλι έναν 16χρονο τον οποίο καταδίωκε, επειδή δεν πλήρωσε είκοσι ευρώ βενζίνη. Γράφω το κείμενο βράδυ 6 Δεκεμβρίου: δεκατέσσερα χρόνια πριν στην Αθήνα ένας 15χρονος πυροβολείται από αστυνομικό πρακτικά χωρίς κανέναν λόγο και πέφτει νεκρός». Είμαι σίγουρος ότι το ονοματεπώνυμο του ενός ανήλικου το θυμόμαστε, ενώ του άλλου μάλλον όχι. Ο άλλος το όνομα του οποίου δεν θυμόμαστε ήταν Ρομά. Πριν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα που επίσης συμπτωματικά δολοφονήθηκε τέτοιες μέρες, χρυσαυγίτες είχαν δολοφονήσει έναν μετανάστη από το Μπαγκλαντές κι έναν από το Πακιστάν. Στο «Φάκελος 137» μια μαύρη μάρτυρας θα εξηγήσει στη λευκή αστυνομικό τη διαφορά: έχετε πάει την έρευνα σε βάθος επειδή το θύμα ήταν λευκός και όχι μαύρος ή Άραβας. Μαύροι, Άραβες, Ρομά και μετανάστες μπορούν να γίνονται φορείς της δολοφονικής βίας χωρίς να σηκώνεται και μεγάλος θόρυβος.

Και για να κλείσουμε με τις συμπτώσεις, στο ερώτημα του παιδιού στον «Φάκελο 137»: «Μαμά, γιατί μισούν την αστυνομία;», είχαμε προσπαθήσει να δώσουμε μια απάντηση πάλι στο κείμενο για τη «Νύχτα της 12ης», βάζοντας την παράμετρο του πόσες ατέλειωτες ώρες της ζωής μας έχουμε περάσει όλοι μας παρακολουθώντας αστυνόμους να ενσαρκώνουν τη μάχη του καλού ενάντια στο κακό; Αν λοιπόν στις ταινίες και τις σειρές οι αστυνόμοι είναι οι καλοί, τι μεσολαβεί άραγε ώστε να αντιστρέφονται τόσο οι όροι στην πραγματικότητα στη συνείδηση σημαντικής μερίδας της κοινωνίας; 

Ο αστυνομικός που πυροβόλησε ή ξεπέρασε αλλιώς τα όρια της νόμιμης άμυνας γενικά μιλώντας διατρέχει όντως τον κίνδυνο να πληρώσει ένα τίμημα. Και αυτή είναι και η ειρωνεία. Ότι ανάλογα με το πώς θα φυσήξει ο άνεμος μπορεί και να μην προστατευθεί από το σύστημα, μπορεί και να τα ρίξουν όλα πάνω του. Όσοι από πάνω του όμως δημιουργούν το κλίμα για να μπορεί να το παίζει καουμπόης δεν θα τιμωρηθούν ποτέ. Γιατί το πρόβλημα βρίσκεται στην κουλτούρα που επικρατεί, στο τι μηνύματα δίνονται στα όργανα καταστολής, είτε επίσημα είτε με κλείσιμο του ματιού. Τώρα μπορείτε να παίξετε πολύ περισσότερο. Έχουμε διαδηλώσεις που ξεπερνάνε το σύνηθες; Πάνε οι υπήκοοί μας να σηκώσουν πολύ κεφάλι; Ε, με τέτοιους όρους παιχνιδιού σας αμολάμε κι εμείς. Γλεντήστε τους. 

Κι όσοι στην κοινή γνώμη είναι υπέρ των πυροβολισμών στις πόλεις ή των πνιγμών στις θάλασσες, είναι τελικά ένα μεγάλο ερώτημα αν τους επικροτούν από φόβο και στο όνομα της διατήρησης της τάξης και της ασφάλειας ή αν όλο αυτό τους φτιάχνει αυτοτελώς. Αν δηλαδή δεν είναι άνθρωποι που θέλουν την ησυχία τους, αλλά που κρυφά ή μη απολαμβάνουν αυτή καθαυτή την αυταρχικότητα.

Κι ύστερα υπάρχουν και τα βίντεο με τα γατάκια. Να προτιμάς να καταφεύγεις εκεί. Στον κόσμο τους. Σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει βία, δεν υπάρχουν λόγοι για κοινωνικές εξεγέρσεις ή για βάναυσες κρατικές καταστολές, υπάρχουν μόνο αυτά τα ξεκαρδιστικά κατοικίδια πλασματάκια.