H Ξένια Καλογεροπούλου μοιράζεται στο ελc 50 χρόνια αφιερωμένα στο παιδικό θέατρο

Ανάμεσα στο νέο της βιβλίο για το θέατρο, τη θεατρική της παρουσία φέτος αλλά και όλα όσα της λείπουν, η Ξένια Καλογεροπούλου μάς μιλάει για μια ζωή σαν παραμύθι

«Η λέξη ”Αλκμάνος” σήμαινε και για τους δύο τον παράδεισο. Τώρα είχαμε ένα σπίτι όπως το θέλαμε, με μπαλκόνι που να βλέπει το δάσος, την Ακρόπολη και καμία φορά τη θάλασσα. Ναι είμαστε τυχεροί, έλεγα σε όλους», γράφει η Ξένια Καλογεροπούλου στο βιβλίο της «Γράμμα στον Κωστή» και σε αυτό το σπίτι θα την συναντήσω.

50 χρόνια κλείνουν φέτος από την πρώτη της παιδική παράσταση. 50 ολόκληρα χρόνια αφιερωμένα στο παιδικό θέατρο, στις παιδικές ιστορίες, στα παραμύθια. Ξέρω ότι η υγεία της είναι ευπαθής και η όρασή της περιορισμένη, σχεδόν απούσα. Θα με υποδεχθεί με θέρμη και αμέσως θα βάλει τα χέρια της πάνω στο πρόσωπό μου για να με «γνωρίσει». Θα μείνω δίπλα της περισσότερο από δύο ώρες και θα συζητήσουμε για όλα και για όλους. Μα πάνω από όλα θα ακούω τη ζεστή, απαλή φωνή της να μου περιγράφει μια ζωή σαν παραμύθι. Όχι από εκείνα τα γλυκανάλατα και χλιαρά αλλά εκείνα που σε αναστατώνουν με τη δύναμη, το σθένος και το πάθος των ηρώων τους. Στις χαρές και τις μεγάλες οδύνες. Στα γέλια και στους σπαραγμούς. Από εκείνα τα παραμύθια που θέλεις ξανά και ξανά να τα διαβάζεις.

Επιστροφή στη γραφή – 50 χρόνια παιδικό θέατρο

Μια τιμητική πρόσκληση θα γίνει η αφορμή να ξεκινήσει τη γραφή και πάλι. Το Πανεπιστήμιο του Βόλου θα την καλέσει για επίτιμη διδάκτορα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχει προσφέρει στο παιδικό θέατρο. Αυτή είναι η μικρότερη τιμή που θα μπορούσε να της γίνει. Πρέπει να ετοιμάσει μια ομιλία αλλά δεν ξέρει από πού και πώς να αρχίσει.

«Είχα άγρυπνες νύχτες για να ετοιμάσω τον λόγο μου. Το θέμα της ομιλίας μου θα ήταν η θεατρική εκπαίδευση των παιδιών. Άρχισα να σκέφτομαι και σαν ξαφνικά να άναβαν φωτάκια μέσα μου που είχαν σβήσει. Άρχισα να θυμάμαι πράγματα που νόμιζα πως είχα ξεχάσει. Αλλά όταν έφθασα στο Βόλο, ήμουν μεν πτώμα αλλά τα είπα όλα». Χείμαρρος θα είναι ο λόγος της στο συνέδριο, αφού σχεδόν μισό αιώνα, δημιουργεί το θεατρικό μονοπάτι για τα παιδιά και τους νέους. «Αυτά που μου έχουν συμβεί αυτό τον μισό αιώνα σκέφτηκα πως είναι διασκεδαστικά κάποια από αυτά, και κάποια είναι χρήσιμα. Έτσι αποφάσισα να κάτσω να τα γράψω».

Και το βιβλίο αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά με τη βοήθεια της Τζούλιας Διαμαντοπούλου που θα γίνει τα αυτιά και η πένα της αφού η όρασή της μοιάζει συνεχώς να την εγκαταλείπει. Ναι, ένα πλάσμα τόσο φωτεινό σαν τη Ξένια Καλογεροπούλου, βρίσκεται σχεδόν στο απόλυτο σκοτάδι. «Το σύστημα που είχα ξεκινήσει να μαθαίνω για τους τυφλούς, γιατί στο μεταξύ η τυφλαμάρα μου προχωρούσε, δεν το μπορούσα άλλο και απογοητεύτηκα πάρα πολύ. Απελπίστηκα, πέρασα μια φάση κατάθλιψης τρομερής, αλλά δεν το έβαλα κάτω και άρχισα να σημειώνω. Ξεκίνησα και μια συνεργασία με την καταπληκτική Τζούλια Διαμαντοπούλου για να με βοηθήσει να γράφω το βιβλίο μου

Ένα βιβλίο βιωματικό αφιερωμένο στη ζωή της μέσα στο θέατρο. Από τι πέρασε, τι έμαθε όλα αυτά τα 50 χρόνια. «Είναι για εμένα ένα μεγάλο έργο και νομίζω ότι θα είναι και πολύ χρήσιμο, αφού πολλά από όσα θα αναφέρω δεν τα γνωρίζει κανείς, ιστορικά για το θέατρο

1972 η χρονιά που θα ανέβει για πρώτη φορά ο Πινόκιο και αυτή είναι και η αφετηρία του νέου της βιβλίου. «Σκέφτηκα τότε πως θα είναι ωραία να κάνουμε κάτι για παιδιά. Δεν ήξερα τίποτα για αυτό ακόμα. Έτσι κάπως ξεκίνησαν όλα», αναφέρει.

Πολλές οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει. Ξεκινώντας από πρακτικούς περιορισμούς, όπως η απαγόρευση επισκέψεων των θιάσων στα σχολεία. H δικτατορία αλλά και αργότερα η μεταπολίτευση που μπορεί να άνοιξε κάποιες πόρτες αλλά οι περιορισμοί δεν έπαψαν να υπάρχουν. «Πήγα να δω τον Ασλανίδη, τότε Yφυπουργό Παιδείας επί χούντας. Με δέχθηκε, και την ώρα που πήγα να θέσω το πρόβλημα, χτύπησε το τηλέφωνο και τον άκουσα να λέει στον συνομιλητή του: ”Αυτό το τραγούδι που λέει να σπάσουμε τις αλυσίδες, να μην ξανακουστεί ποτέ, καταλάβατε;”. Αλλά και αργότερα στη Μεταπολίτευση και στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, τα έργα έπρεπε να εξετάζονται από επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας για να εγκρίνονται. Τότε παίζαμε ένα έργο της Άλκης Ζέη. Απαγορεύτηκε ως πολύ δεξιό. Έχω πολλά να θυμηθώ στο βιβλίο που γράφω».

Με τον Θάνο Μικρούτσικο, όταν αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολιτισμού, θα δουλέψουν σκληρά και όλοι όσοι ασχολούνταν σοβαρά με το παιδικό θέατρο τότε, θα συγκεντρωθούν και θα συγγράψουν ένα βιβλίο, το «Εθνική πολιτική για το θέατρο». Δυστυχώς και αυτό όπως πολλά άλλα, θα πεταχτούν στα σκουπίδια. «Όλα όσα ξεκινούσαν τότε, ναυαγούσαν. Ο Μικρούτσικος την αγαπούσε τη δουλειά αυτή και συχνά βοηθούσε το θέατρο, ωστόσο συχνά έλεγε: “εγώ σας χρωστάω για αυτά που κάνετε”.»

Πάντα απολάμβανε τη γραφή. «Πέρα από τα θεατρικά έργα, η Μαρίνα (Καραγάτση) κι εγώ γράφαμε μετά μανίας κάτι λογοτεχνίζουσες εκθέσεις για τις οποίες μας αφιέρωνε ολόκληρη κριτική ο κύριος Καλοκαιρινός, αλλά που ήταν αρκετά σαχλές. Ένα απόγευμα που μελετούσαμε στο σπίτι της Μαρίνας, ο Καραγάτσης, διέκοψε τη σιωπή του για να με ρωτήσει: «Τι θα ‘θελες να κάνεις όταν τελειώσεις το σχολείο» και του απάντησα: «Δεν ξέρω ακόμη αλλά μου αρέσει να γράφω». Και τότε με ρώτησε: «Έχεις, όμως, τίποτα να πεις;», «Δεν ξέρω», του απάντησα. Κι εκείνος μου είπε: «Ε, τότε μη γράψεις», γράφει στο βιβλίο της «Γράμμα στον Κωστή» (εκδ. Πατάκης). Θα της κοπεί αρχικά η φόρα αλλά σύντομα θα τα βρει όλα. Ξεκίνησε από ανάγκη γιατί όσα φανταζόταν και ονειρευόταν για το παιδικό θέατρο δεν ήταν εύκολο να το βρει. Αλλά βρήκε τελικά όλες τις ιστορίες της.

Από την πρακτική ενασχόλησή της με το θέατρο, μέσα από τη συγγραφή των παιδικών αριστουργημάτων της, θα ξεδιπλωθεί μέσα της και ο μίτος της θεατρικής θεωρίας για το παιδικό θέατρο. Χρησιμοποιώντας στοιχεία από την Οδύσσεια, από τις «Χίλιες και μία νύχτες», και πολλά άλλα παραμύθια η Ξένια Καλογεροπούλου θα γράψει την ιστορία του Οδυσσεβάχ από την Ιθαγδάτη που ταξιδεύει ψάχνοντας το Κυκλολωτογοργοκιρκιλάριζο, ένα έργο που θα ανέβει για πρώτη φορά το 1984 με τεράστια επιτυχία. «Βρέθηκα στη Νέα Ορλεάνη κάποια στιγμή εκείνα τα χρόνια, τη δεκαετία του ’80. Ο κάθε σύνεδρος έπρεπε μέσα σε 5 λεπτά να εκθέσει τις απόψεις του για το παιδικό θέατρο. Εγώ δεν είχα απόψεις, απλώς είχα γράψει έργα. Όμως σκέφτηκα πολύ και μέσα από τον Οδυσσεβάχ βρήκα και τη θεωρία.»

Τα έργα της θα κάνουν περιοδεία εντός και εκτός των τειχών. Το «Σκλαβί» ήταν και παραμένει ένα από τα αγαπημένα της παραμύθια. «Μπήκα μέσα του και χάθηκα για δύο χρόνια. Έγινε πολύ διαφορετικό από το λαϊκό παραμύθι. Βρήκε τα δικά του μυστικά, τις δικές του λύσεις. Ήταν μια καταπληκτική διαδρομή.»

Τη ρωτάω για τη σημερινή κατάσταση στο παιδικό θέατρο και το τωρινό Υπουργείο Πολιτισμού και η απάντηση που λαμβάνω είναι πως δυστυχώς η τωρινή υπουργός δεν ενδιαφέρεται για το θέατρο. Είναι προσανατολισμένη στις αρχαιότητες. «Στο θέατρο δεν αρκεί να περιορίζεσαι στο να δίνεις επιδοτήσεις. Χρειάζεται κάποιος που να νοιάζεται πραγματικά. Το Μουσείο Θέατρου έχει κλείσει. Το αφήνει κλειστό».

Σημαντική θέση στη ζωή και την καρδιά της έχει το θεατρικό εργαστήρι που ξεκίνησε πριν 15 περίπου χρόνια μαζί με τη Πέγκυ Στεφανίδου. «Είμαι πολύ υπερήφανη για το θεατρικό εργαστήρι. Εκεί πρωτοείπα παραμύθι. Αυτοσχεδίασα λοιπόν και είπα την Αγγελίνα. Το έφτιαξα εκείνη την ώρα. Και σιγά σιγά το ξαναδούλεψα και έγινε βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μάρτης. Και σιγά σιγά εξελίχθηκα σε μια συστηματική παραμυθού».

Παράλληλα, τον δρόμο της έκδοσης έχει βρει και ένα ακόμα παραμύθι της «Τα δώρα του βασιλιά της θάλασσας» που κυκλοφορεί σε συνεργασία με την Άννα Παπαφίγκου και τις εκδόσεις Μάρτης. Πρόκειται για ένα λαϊκό παραμύθι από τη Φινλανδία. «Κάπου το βρήκα και το διασκεύασα όπως έκανα με πολλά άλλα. Χαίρομαι που επιτέλους το παρέδωσα μετά από τόσο καιρό.» Αυτή η αφορμή να τη ρωτήσω για τον ορισμό ενός καλού παραμυθιού. «Είναι να ακουμπήσει πάνω σου», λέει.

Η καθημερινότητά της και ο φετινός θεατρικός χειμώνας

Τα τελευταία ειδικά χρόνια η μοναξιά που βιώνει μεγάλη. Μετά τη συμμετοχή της στην «Εξημέρωση» του Δημοσθένη Παπαμάρκου που ανέβηκε στη Στέγη, η ωχρά κηλίδα έκανε την εμφάνιση της. Μια εμφάνιση που της κλέβει καθημερινά την όραση. Σήμερα, η όρασή της περιορισμένη έως απούσα και εκείνη περιτριγυρισμένη από αναμνήσεις, φωτογραφίες, τη γάτα της Μαρούλα και τη Μαρία, Μαρέχα στα γεωργιανά, που τη φροντίζει και την αγαπάει πολύ. Την ώρα που μιλάμε, έρχεται συχνά να τη χαϊδέψει, να τη φιλήσει, να τη ρωτήσει αν χρειάζεται κάτι και φυσικά μας φωτογραφίζει. Δεν θέλει να χάσει στιγμή από το παρόν της.

Τα βιβλία της λείπουν πολύ αλλά έχει αρχίσει πλέον και ακούει βιβλία. Τα τέσσερα τελευταία χρόνια έχει ακούσει πολλά audio books. «Είναι μεγάλη υπόθεση να χώνεσαι σε ένα βιβλίο. Είναι μεγάλη σωτηρία. Ακούω κυρίως ξένα, γαλλικά και αγγλικά», αναφέρει.

Φέτος, στα γενέθλιά της τον Σεπτέμβριο, έκλαιγε συνεχώς και παρακαλούσε να πεθάνει. Όμως τα παιδιά και στις δύο θεατρικές παραστάσεις που φέτος σχετίζεται, από το Θέατρο Πόρτα και τη «Οικογένεια Νώε» και το Θέατρο Προσκήνιο που συμμετέχει στην παράσταση «Ο Θείος Βάνιας» της οργάνωσαν γενέθλια πάρτυ, που της ημέρεψαν την ψυχή. «Είχα μια παιδική αίσθηση, εντελώς αθώα πως όταν τελειώσει η καραντίνα εγώ θα βγω έξω και ξαφνικά θα βλέπω. Την ημέρα βλέπω λίγες σκιές αλλά τη νύχτα αγριεύομαι. Πήγα στο γιατρό γιατί πονούσα πολύ αλλά εκείνος μετά από τις εξετάσεις που είπε ότι είναι ”σκέτα γεράματα”. Έτσι κάπως άρχισα να συνέρχομαι και ξαφνικά έχω πάρα πολύ ωραία πράγματα να κάνω. Ό,τι προλάβω, ό,τι μπορέσω. Τα βράδια μου είναι γεμάτα πρόβα. Κάθε φορά που φεύγω τους λέω «η σταχτοπούτα φεύγει».

Η θεατρική παράσταση «Ο Θείος Βάνιας» θα σταθεί μια από τις καθοριστικές στιγμές της θεατρικής της ζωής, καθώς θα γίνει η αφορμή να πάει να συναντήσει τον Κάρολο Κουν. Αλλά και στο θέατρο θα παίξει την ίδια παράσταση. «Ήταν μια αποκάλυψη για εμένα και μια σχέση που κρατάει που από πολύ παλιά», μου αναφέρει. «Ο Δημήτρης (Καρατζάς) έχει πολύ έμπνευση, οι ηθοποιοί είναι καταπληκτικοί και η δουλειά που γίνεται είναι επιπέδου πολύ σπάνιου. Δεν ξέρω πως θα το δείτε όλοι αλλά πιστεύω ότι είναι μια υπέροχη δουλειά. Το μόνο που με δυσκολεύει είναι ότι δε βλέπω σε ποιόν μιλάω κάθε φορά. Δεν τους ξεχωρίζω. Είναι σκιές. Και είναι δύσκολο να μιλάς στις σκιές. Να μη βλέπεις τα μάτια τους, την έκφρασή τους. Τους ακούω αλλά είναι ένας αγώνας, ωραίος αλλά δύσκολος».

Θωμάς Μοσχόπουλος και η Κιβωτός του Νώε

Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και πιο συγκεκριμένα κάπου την χρονιά 1996, όταν μετά την επίσκεψή τους σε ένα θεατρικό Φεστιβάλ στην Κοπεγχάγη, απογοητευμένοι από όσα είχαν δει θα αρχίσουν να γράφουν το δικό τους «παραμύθι». Θέλουν να μιλήσουν για την οικογένεια, για τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτή, ανάμεσα σε γονείς και παιδιά και το σκηνικό ενός διαμερίσματος δεν είναι αρκετό. Θυμίζει μάλλον τηλεοπτική σειρά. Η ιστορία της κιβωτού θα γίνει το σκηνικό τους και θα δώσει επιπλέον περιεχόμενο για να μιλήσουν για τα θέματα που θέλουν.

«Είχαμε βαρεθεί λίγο το φεστιβάλ με το Θωμά και καθισμένοι απέναντι στη μικρή σειρήνα αποφασίσαμε να αρχίσουμε να το γράφουμε. Ταιριάζαμε πολύ με το Θωμά και όλα έβγαιναν αυθόρμητα. Επινοήσαμε και ένα σπάνιο ζώο, το χαχούνι, το μόνο ζώο στην Κιβωτό του Νώε που δεν έχει ζευγάρι και κάποια στιγμή στο έργο πεθαίνει. Αυτό είχε μεγάλη επίδραση πάνω στα παιδιά. Μάλιστα κάποιο από τα παιδιά έκανε πολύ καιρό να μιλήσει στον μπαμπά του, γιατί ήταν γουναράς. Πολλές παρεξηγήσεις αλλά και αφορμές θα ξεκινήσουν τότε με την παράσταση, γιατί δίνει πολλές ευκαιρίες για συζήτηση».

Με τον Θωμά Μοσχόπουλο θα διαγράψουν πολλές κοινές επιτυχίες. Πολλά εκείνα που θα τους δέσουν. Ένα πρόσωπο καθοριστικό στη παιδική θεατρική της πορεία. «Ήταν θαύμα που γνωριστήκαμε με τον Θωμά. Ήταν μικρός και κολλήσαμε μαζί, ταιριάξαμε απόλυτα. Όσο ζω ήθελα και θέλω η Πόρτα να λειτουργεί όπως θέλει εκείνος. Πρόσφατα των ρώτησα μήπως έχει κουραστεί και δεν αντέχει άλλο. Αλλά μου απάντησε αυτό που ήθελα να ακούσω: ”Το θέατρο πόρτα είναι η ψυχή μου”. Δυστυχώς δεν τον βλέπω πολύ με τόση δουλειά που έχει, είναι πνιγμένος και έχει κουραστεί».

Το 2013 ήταν μια από τις πιο δύσκολες χρονιές της. Ο Κωστής Σκαλιόρας «φεύγει» και το Θέατρο Πόρτα βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση. Πόνος, οδύνη, αγωνία εναλλάσσονται σαν ένα τρενάκι που δε σταματά. Η ζωή της μοιάζει αβάσταχτη. Μιλάει στο τηλέφωνο με τον Θωμά Μοσχόπουλο και του λέει: «Θωμά κλαίω αλλά μυρίζει πολύ ωραία το παρκάκι», διαβάζω στο βιβλίο της για τον Κωστή και θα τη ρωτήσω για αυτό το περιστατικό. «Ο Κλαιστ (Heinrich Wilhelm von Kleist) έχει γράψει ένα πολύ αγαπημένο μου βιβλίο, τις Μαριονέτες και εκεί μιλάει για τον παράδεισο πριν ο Αδάμ και η Εύα τον ανακαλύψουν. Κάποια στιγμή φεύγει ο άνθρωπος από αυτό τον παράδεισο και είναι σφάλμα να τον νοσταλγείς. Εγώ όμως τον νοσταλγούσα από παιδί. Έρχεται μια στιγμή που δεν υπάρχει αυτός ο παράδεισος για εσένα. Αλλά, αφού έχεις ζήσει, πονέσει, αμαρτήσει, χαρεί, έρχονται κάποιες στιγμές που από κάποια πίσω πόρτα, χώνεσαι μια στιγμή σε έναν άλλο παράδεισο. Μπορεί να είναι μια στιγμούλα τόση δα. Ακούς μια ωραία μουσική και χαϊδεύεις μια γάτα. Αυτό είναι παράδεισος για λίγο. Αυτοί οι παράδεισοι εξακολουθούν και υπάρχουν, αλλά είναι στιγμές και είσαι τυχερός αν τις γνωρίσεις. Αυτή ήταν μια τέτοια στιγμή.»

Για όλους τους συνεργάτες της όμως θα μιλήσει με τα καλύτερα λόγια. «Aναλογίζομαι καμία φορά με πόσο ικανούς και υπέροχους ανθρώπους συνεργάστηκα όλα αυτά τα χρόνια. “Πόσο τυχερή είμαι”, λέω. Και μετά σκέφτομαι: ίσως μου άξιζε και λιγάκι».

Η σχέση της με τον κόσμο

Ο κόσμος την αγαπούσε στα πρώτα της κινηματογραφικά βήματα και τη θαύμαζε. «Ήμουν νοστιμούλα και φρέσκια. Έκανα ταινιούλες ορισμένες πολύ χαζές που θα προτιμούσα να μην είχα κάνει, αλλά και κάποιες συμπαθητικές. Με κυνηγούσαν γιατί ήμουν ολίγον σταρ». Αυτό είναι κάτι που δεν της αρέσει και θα ήθελε να μπορούσε να το είχε αλλάξει. Ο Διαμαντόπουλος σαν τη γνωρίσει, θα της πει πως το κακό με εκείνη είναι πως έχει μυαλό. Και το μυαλό αυτό θα τη σώσει τελικά από αυτό τον δρόμο που διόλου δεν την εξέφραζε. Μετά τον «Άνθρωπο που έσπαγε πλάκα» θα περάσουν 40 χρόνια για να ξαναπαίξει στον κινηματογράφο και μάλιστα σε μια διεθνή παραγωγή με τον σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Λικλέιτερι, το ”Before Midnight”

Τώρα νιώθει χαρούμενη και ικανοποιημένη που κατάφερε τότε να βρει το μονοπάτι της. «Τώρα όλα έχουν αλλάξει. Όταν περπατάω στο δρόμο ο κόσμος με σταματάει και μου μιλάει για το βιβλίο μου, για τα παραμύθια, για τη δουλειά μου και όχι για το πως με είδαν κάποτε χαριτωμένη σε μια ταινία. Και αυτό με χαροποιεί. Αυτή είναι η σχέση που θα ήθελα να έχω με τον κόσμο».

Ο Κωστής, η Άλκη και οι άλλοι

Η Άλκη Ζέη ήταν επιστήθια φίλη της. Τη γνώρισε όταν ήρθε από τη Ρωσία και πριν ξενιτευτεί και πάλι στο Παρίσι. Την αγάπησε από την πρώτη στιγμή. Έκαναν παρέα πολύ και στις Μηλιές της είχε βρει ένα σπίτι κοντά στο δικό της για να περνούν μαζί τα καλοκαίρια τους. «Είχαμε διάφορα σοβαρά και αστεία στη ζωή μας. Θυμάμαι όταν έφυγε ο Κωστής, είχε έρθει να μου πει πως τον είδε στον ύπνο της το προηγούμενο βράδυ. Εγώ με παράπονο της είπα πως εμένα δεν με επισκέπτεται. Και τότε μου είπε: όταν θα ξαναέρθει στον ύπνο μου θα του πω να περάσει κι από εσένα. Μου λείπει πολύ ο Κωστής. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό. Μιλάω στο άδειο μαξιλάρι.».

Έχει πολλούς νέους φίλους, δεν έχει κανένα παράπονο αλλά ξέρει πως όλοι έχουν φύγει από τα παλιά. Τους έχει σχεδόν όλους αποχαιρετήσει. Και το σπίτι στις Μηλιές το αποχαιρέτησε φέτος το καλοκαίρι. Δεν θα ξαναπάει. Θα μείνει με τις αναμνήσεις του.

Λίγο προτού αποχαιρετιστούμε θα τη ρωτήσω ποια ήταν η ωραιότερη χρονιά της ζωής της. «Μια που θα μνημονεύσω και στο βιβλίο μου ήταν η χρονιά που ανεβάσαμε την Λοκαντιέρα. Ήταν η πρώτη φορά που ξαναδουλέψαμε με το Γιάννη (Φέρτη) μετά από το διαζύγιό μας. Ήταν η χρονιά που ταυτόχρονα έγραφα και την Ελίζα. Τελειώναμε πρόβες και έτρεχα στο καμαρίνι να συνεχίσω να γράφω. Υπήρχε μια φοβερή έξαψη και μια εξαιρετική συνεργασία με την Καραΐνδρου, τον Φασουλή, τη Μαριανίνα Κριεζή. Ήμουν σε φοβερή ευτυχία. Και ήταν η χρονιά που ο Κωστής αγόρασε αυτό το διαμέρισμα που μείναμε. Έκανα λοιπόν χιλιάδες πράγματα. Έπαιξα στη Λοκαντιέρα, έγραφα την Ελίζα και έχτιζα το σπίτι. Ήταν το όνειρό μας. Μεγάλα γεγονότα για να γίνονται όλα μαζί. Εκατό ευτυχίες μαζί.»

Φεύγω από το σπίτι της Αλκμάνους. Είμαι συγκινημένη και το μόνο που έχω στο μυαλό μου είναι η πρόταση που της έκανα να με καλεί όποτε θέλει για να της κάνω παρέα, συντροφιά. Μια πρόταση που αρχικά θυμίζει πρόταση προσφοράς μα τώρα είμαι σίγουρη για τον ιδιοτελή χαρακτήρα της. Έχω περισσότερα εγώ να κερδίσω από εκείνη, από ότι εκείνη από μένα. Έχουμε πολλά να κερδίσουμε όλοι εμείς από λαμπερούς και φωτεινούς ανθρώπους σαν τη Ξένια Καλογεροπούλου. Και πρέπει όλους και όλα να τα προλάβουμε. Για όσο εκείνοι (εκείνη) αντέχουν.

…Μιλάω μονάχα για το χρόνο
Και λέω πως δεν είναι πια
Μια θάλασσα που απλώνεται και πέρα απ’ τον ορίζοντα
Το χρόνο που σιγά σιγά φυραίνει
Όπως μικραίνει η μέρα το χειμώνα – Κωστής Σκαλιόρας

Info:

Ο Θείος Βάνιας | Θέατρο Προσκήνιο

Οικογένεια Νώε | Θέατρο Πόρτα

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Μία Απάντηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.