Ένα τριήμερο που έστρεψε τον προβολέα στη σύγχρονη θεατρική δημιουργία έριξε τη δική του αυλαία στις 28 Μαΐου. Γεμάτο νέα έργα, νέες και νέους συγγραφείς με πάθος και ανάγκη βουτηγμένη στην ελληνική δραματουργία και το νέο στο επίκεντρο, γιατί χωρίς αυτό το μέλλον δεν μπορεί να πάρει σχήμα.

Η «Διασύνδεση Θεατρικών Δημιουργών», η νέα πρωτοβουλία του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν σε συνεργασία με το ελculture μεταμόρφωσε για τρεις μέρες τη Φρυνίχου σε έναν τόπο συνάντησης ανθρώπων που αγαπούν την τέχνη του θεάτρου, ο καθένας από τη δική του γωνιά, που εργάζονται καθημερινά για αυτή, εκφράζονται μέσα από αυτή, κάνουν όνειρα γύρω από αυτή.

Το μικρόφωνο δόθηκε σε θεατρικούς συγγραφείς για να παρουσιάσουν τα έργα τους (pitching) επί σκηνής και μπροστά στα μάτια μας είδαμε ενδιαφέρουσες ιδέες να παίρνουν σάρκα και οστά, κείμενα που μπορεί να μην έχουν καν ολοκληρωθεί και μόνο από την ανάγνωσή τους να ρίχνουν φως με τον τρόπο τους στην πορεία της σύγχρονης θεατρικής γραφής και να σε κάνουν να σκέφτεσαι τον πλούτο που υπάρχει και που πολλές φορές δεν βρίσκει το βήμα που του αξίζει.

 

 

 

Από τις 131 προτάσεις δημιουργών από όλη την Ελλάδα που υποβλήθηκαν και εξετάστηκαν, τη θέση τους στη σκηνή αυτό το τριήμερο βρήκαν 35 προτάσεις των (αλφαβητικά): Μαρίας Αμέντα, Κωνσταντίνου Αβράμη, Δαμιανού Αγραβαρά, Δημήτρη Αλεξίου, Μαίρης Βαμβακά, Βασιλικής Βλάχου, Λεωνίδα Βουρδονικόλα, Δανάης Γοργομύτη, Ειρήνης Δερμιτζάκη, Χριστίνας Ιωακείμ, Γιώργου Καλέα, Φωτεινής Καράκωστα, Μαρίας- Ιόλης Καρολίδου, Γιώτας Κουϊτζόγλου, Εμανουέλας Καμπίτση, Δήμητρας Κατσανίκα, Άκη Κατσίκη, Τάνιας Κουταλά, Χριστίνας Κυπραίου, Ευάγγελου Λάλου, Κατερίνας Λουκίδου, Μιχάλη Μαλανδράκη, Βάσιας Μπακετέα, Μαρίας Ντούζα, Μύρωνα Παβένου, Μαντώς Παπαρρηγοπούλου, Μαριτίνας Πάσσαρη, Μερόπης Παπαστεργίου, Βιργινίας Παπατρέχα, Οδυσσέα Πετράκη, Στέλλας Ράπτη, Τζίνας Στεφανοπούλου, Ελευθερίας Τριαντάφυλλου, Αλεξάνδρας Τζουανάκη, Ανθής Τσιρούκη.

Μεταξύ άλλων γίναμε θεατές σε κείμενα με ρεαλισμό και ωμότητα «που δεν θέλουμε να δούμε», πραγματικές ιστορίες, προβληματισμούς για το τι είναι η πατρίδα και πώς αυτός ο όρος στην πράξη βιώνεται μέσα από τη γραφειοκρατεία της Ελλάδας, την έννοια της ελληνικής οικογένειας, θέματα που απασχολούν την κοινωνία μας και θίγουν κρίσιμα ζητήματα: φύλου, δικαιώματος στην επιλογή, γυναικοκτονίες, ψυχολογικές διαταραχές, κοινωνική επανένταξη των ανθρώπων με ψυχιατρικά προβλήματα.

«Η Διασύνδεση είναι μια ευκαιρία για να ανοίξουμε τα ζητήματα και να διεκδικήσουμε πράγματα. Ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί για το καλό του θεάτρου και πάνω απ’ όλα της ελληνικής δραματουργίας που είναι η βασική μας έγνοια αυτή τη στιγμή», ανέφερε η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν Μαριάννα Κάλμπαρη στην έναρξη της τελευταίας μέρας και έτσι και έγινε. Μέσα από τα μάτια ανθρώπων που αγαπούν την τέχνη τους και στάθηκαν στη σκηνή της Φρυνίχου για να παρουσιάσουν κάτι βγαλμένο από μέσα τους.

 

 

Μικρόφωνο στην εμπειρία

 

Σημαντικό κομμάτι στο τριήμερο της «Διασύνδεσης Θεατρικών Δημιουργών» είχαν και οι ομιλίες αλλά και το πάνελ συζητήσεων που ξεκίνησε με ανθρώπους έμπειρους στον χώρο του θεάτρου, καλλιτέχνες, δημιουργούς, εκπροσώπους θεσμών, παραγωγούς που κατέθεσαν τη ματιά τους στα πράγματα, μοιράστηκαν ιστορίες από τη δική τους διαδρομή, αντάλλαξαν απόψεις γύρω από τις κεντρικές θεματικές της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας και σκηνής αλλά και των νέων δημιουργών, μέχρι η συζήτηση να ανοίξει και να δοθεί το μικρόφωνο στο κοινό και ο διάλογος να αρχίσει να ανθίζει.

Στη σφαίρα της συζήτησης με επίκεντρο τις/ους νέες/ους δημιουργούς η συζήτηση ξεκίνησε με την εξωστρέφεια, τη δικτύωση, το ταξίδι μιας παράστασης στα φεστιβάλ.

Ο Γιώργος Βαλαής ανατρέχοντας στις αναμνήσεις του από το δικό του άνοιγμα στο εξωτερικό μοιράστηκε παρατηρώντας το τώρα: «Για μένα η παράσταση δεν είναι μόνο το κείμενο. Αυτή τη στιγμή ταξιδεύουν οι παραστάσεις του Ευριπίδη Λασκαρίδη, που δεν έχουν κείμενο, ταξιδεύουν οι παραστάσεις του Μπανούσι που δεν έχουν κείμενο. Το κείμενο είναι ένας από τους παράγοντες της παράστασης. Δεν εγγυάται ένα καλό κείμενο, μια καλή παράσταση», σημειώνοντας παράλληλα ότι «δεν μπορείς να βγεις μόνος σου έξω, αν δεν έχεις θεσμική βοήθεια».

 

 

Πρωτοβουλίες της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, του Εθνικού Θεάτρου και του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου έθεσαν τα θεμέλια για μία εξωστρέφεια που αναπτύσσεται όλο και περισσότερο. Τι γίνεται όμως με τη θεσμική υποστήριξη και τις κρατικές επιχορηγήσεις στις νέες δημιουργίες σήμερα;

Για τον σκηνοθέτη Ανέστη Αζά «το θέμα του να υπάρχει θεσμική υποστήριξη είναι κολοσσιαίο». Και αυτό δεν είναι κάτι που αφορά μόνο δημιουργίες που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας αλλά το θέατρο της περιφέρειας, όπως σημειώνει ο Θοδωρής Αμπαζής: «Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει θεσμική στήριξη ώστε να υπάρχει και θεσμικό μοντέλο πραγματικής ανάπτυξης της Περιφέρειας. Οι ομάδες θα μπορούσαν να είναι ένας πάρα πολύ σημαντικός μοχλός. Χρειάζεται η στήριξη όπως χρειάζεται και η στήριξη στα ΔΗΠΕΘΕ, τα οποία βρίσκονται δυστυχώς σε πάρα πολύ άσχημη μοίρα. Λιγότερα από τα μισά αυτή τη στιγμή δεν έχουν καλλιτεχνικό διευθυντή. Αυτό έχει να κάνει με την έλλειψη πολιτικής συγκεκριμένου στρατηγικού σχεδιασμού για την πολιτιστική πολιτική στην Περιφέρεια.».

 

 

Με τη Δηώ Καγγελάρη, θεατρολόγο, καθηγήτρια ΑΠΘ, διευθύντρια Δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου να συμπληρώνει: «Χρειάζεται οπωσδήποτε κρατική υποστήριξη. Χρειάζονται επιδοτήσεις, σχεδιασμός αλλά οπωσδήποτε και ένα πάθος γι’ αυτά τα πράγματα. Φυσικά υπάρχουν οι παραγωγοί που κρατούν κάποια ποιοτικά όρια. Αλλά ένας παραγωγός είναι πολύ λογικό να θέτει ως στόχο την επιτυχία, γιατί βάζει τα δικά του χρήματα και θα πρέπει με έναν τρόπο τα χρήματα να επιστραφούν. Ο στόχος δεν είναι η επιτυχία. Ο στόχος είναι η επιτυχία, αλλά μέσα από αυτό που έλεγε ο Μπέκετ την επόμενη φορά να αποτύχουμε καλύτερα. Αυτό πρέπει να επιδιώξουμε. Να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να δοκιμάσει και να αποτύχει και να του ξαναδοθεί ευκαιρία».

Η εκπαίδευση στη γραφή αλλά και ο χρόνος προβών είναι ένα ακόμα στοιχείο που ήρθε να προστεθεί στο τραπέζι από την Ελένη Ευθυμίου: «Το έλλειμμα της εκπαίδευσης είναι πάρα πολύ έντονο και έχω παρατηρήσει ότι πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι, μαζί τους κι εγώ, γράφουμε ενστικτωδώς, γράφουμε θεωρώντας ότι μπορούμε να το κάνουμε και πολύ συχνά υπάρχει η αποσύνδεση από την πράξη, οπότε έχουμε και στείρα έργα, έργα τα οποία δεν προχωράνε, δεν έχουν κάπου να πάνε. Θεωρώ πολύ σημαντικό αφενός το να υπάρχει μια σχολή, ένα τμήμα δραματουργίας. Πάμε και σπουδάζουμε αυτό το πράγμα, μαθαίνουμε με ποιο τρόπο μπορούμε να το κάνουμε σωστά. Θα έπρεπε και ο χρόνος της πρόβας να αυξάνεται, ώστε να μπορεί αυτός που γράφει να έχει χρόνο με τους ηθοποιούς».

Η καρδιά της συζήτησης αλλά και όλης της πρωτοβουλίας φάνηκε όμως να χτυπά γύρω από τη σημασία της συνάντησης, την έννοια της συλλογικότητας. Και πάντα στο κάδρο η πραγματικότητα του πολέμου δίπλα μας, πώς την αντιλαμβανόμαστε και τι θέση παίρνει η τέχνη σε αυτό.

«Τα πράγματα είναι πάρα πολύ άσχημα, κάθε μέρα και χειρότερα και αυτό δεν είναι μόνο στη χώρα μας. Είναι στην Ουκρανία, στην Αμερική, παντού… Παρόλα αυτά δεν παραιτούμαστε», ανέφερε η Δηώ Καγγελάρη. «Η τέχνη δεν αναπτύσσεται στην απομόνωση, χρειαζόμαστε τις συναντήσεις. Έτσι εξελίχθηκε ο κόσμος της τέχνης μέσα από περιοδείες, μέσα από φεστιβάλ, μέσα από συναντήσεις, μετά από τη μαυρίλα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Χιροσίμα έγιναν αμέσως μεγάλα φεστιβάλ. Αυτό σημαίνει ότι παρά την απελπισία βγαίνει μέσα από τους δραματουργούς η διάθεση να κάνουμε κάτι, να συναντηθούμε».

 

 

Η Σοφία Βγενοπούλου μίλησε για ένα «καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα μας. Να σταθούμε απέναντι σε μία συλλογική ευθύνη. Χρειάζεται χρόνος, χρειάζεται έρευνα, πειραματισμός, ανθρώπινο δυναμικό, άνθρωποι που τη σωστή στιγμή παίρνουν τις σωστές αποφάσεις, έχουν πρόθεση, έχουν όραμα, καταλαβαίνουν την αξία αυτού του εγχειρήματος και καταλαβαίνουν τη σημασία που έχει να συνομιλούμε με την κοινωνία για την ίδια την κοινωνία».

Σε αυτό το κλίμα ο Ανέστης Αζάς μένει στο «να συνεχίσουμε να κάνουμε θέατρο», υπέρ της σκέψης «πώς αυτό το προνόμιο το τεράστιο που έχουμε, να κάνουμε θέατρο, το χρησιμοποιούμε συνειδητά για να πάμε λίγο παραπέρα τα πράγματα, ας πούμε σε αισθητικό επίπεδο, σε επίπεδο σκέψης και αφηγήσεων. Ποια είναι η λειτουργία της αναπαράστασης στον κόσμο; Πώς μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο μέσα από την αναπαράσταση του τώρα;».

Και ο Θοδωρής Αμπαζής καταλήγει: «Ξέρουμε τα προβλήματα, ξέρουμε τι χρειάζεται και μπορούμε να κάνουμε συγκεκριμένες προτάσεις. Είμαστε υποχρεωμένοι να επεμβαίνουμε στο Υπουργείο Πολιτισμού με όποιον τρόπο και αν γίνεται. Και εδώ είναι μια πολύ καλή πρωτοβουλία να μπορέσουμε τουλάχιστον σαν συλλογικότητα, κάτι που εκλείπει σήμερα, είναι ένα πράγμα εξαφανισμένο. Μας ενδιαφέρει μόνο η ταυτότητά μας, το έργο μας, η ύπαρξή μας σε ένα θέατρο που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο αν είμαστε μαζί. Αφού είμαστε λοιπόν όλοι μαζί, είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε αυτό».